Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

[Θεσσαλoνίκη, Εβραίοι 15 * Thessaloniki, Jews 15]: parva iudaica thessalonicensia XV. Βασιλική [Κίτσα] Αβαροπούλου-Αθυρίδου και Κώστας Αθυρίδης - Η βοήθεια την οποία προσέφεραν κατά την διάρκεια της Κατοχής για την διάσωση της 5μελούς οικογενείας Ασσαέλ: Συμπληρωματικά στοιχεία. Μαρτυρία της Βασιλικής Αθυρίδου σχετικώς με την διάσωση δύο εβραιοπαίδων [Νίκος και Νίνα Λεών]. * Vasiliki (Kitsa) Avaropoulou – Athiridou and Kostas Athiridis. Assistance provided to the ultimately rescued Assael family of five during the Nazi Occupation of Salonica in Greece: Additional information. Oral testimony by Vasiliki Avaropoulou- Athiridou regarding the rescue of two Jewish children (Niko and Nina Leon).




                                                 There are heroes in life, you know, there are!



  


Εικόνα 1. Βασιλική Αβαροπούλου-Αθυρίδου και Κώστας Αθυρίδης.





Η οικογένεια Ασσαέλ – η Ίντα, ο Μάρκος και τα τέκνα τους Φρέντυ, Λουλού και Ζανίν – οι 5 Ασσαέλ συνολικά, αποφασίζουν, με την πιεστική προτροπή και την σταθερή συνδρομή του Μανώλη Κονιόρδου, να μην ακολουθήσουν τους ομοθρήσκους τους στο δρόμο προς την «Κρακοβία», αλλά να αποδράσουν από το γκέτο και να κρυφτούν μέσα  στη πόλη.

Ο Ανδρέας Ασσαέλ, γιος του Φρέντυ, εγγονός και ανεψιός των άλλων της οικογενείας,  έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο μερικών σελίδων με την εξιστόρηση των σκληρών γεγονότων της αποκρύψεως (και της διασώσεως) των 5  ανιόντων συγγενών του, το οποίον - μαζί με ένα δικό μου  σχετικό  σχόλιο - δημοσιεύτηκε εδώ, στο blog νήσος Λευκάς, στη διεύθυνση  http://palaiabiblia.blogspot.gr/2014/11/9-thessaloniki-jews-9-parva-iudaica.htm Ο Ανδρέας κατέγραψε όσα άκουσε από τους επιζήσαντες, κυρίως από τον πατέρα του και τον παππού του, τους Φρέντυ και Μάρκο Ασσαέλ.

Η Μαρία Βουδούρογλου δέχεται να φιλοξενήσει τους καταζητουμένους εβραίους  προσωρινά στο σπίτι της  μέχρι να τους τακτοποιήσει κάπου αλλού, μονιμότερα, ο Μ. Κονιόρδος, Όμως, επειδή  η  Μαρία από την αρχή της συγκατοικήσεως συμπαθεί τους Ασσαέλ, αποφασίζει να τους κρατήσει κοντά της και να τους κρύψει μέχρι την απελευθέρωση της πόλεως (και της χώρας) από τους κατακτητές. Μαζί με τον γιο της τον Αντώνη, θα αποτελέσουν, εκείνο το διάστημα, μία οικογένεια με τους 5 Ασσαέλ, θα διακινδυνεύσουν κατ’ επανάληψη να αποκαλυφθούν και να εκτελεσθούν όλοι  (και οι επτά) από τους Γερμανούς, εν τέλει όμως επέτυχαν, χάρη κυρίως στις σπουδαίες ικανότητες και την ψυχραιμία της Μαρίας, να σωθούν και να βρεθούν μετά τον πόλεμο σε μία ελεύθερη, διαφορετική όμως από την προπολεμική, Θεσσαλονίκη.     

Η οικογένεια Ασσαέλ έμεινε κρυμμένη στο σπίτι της Μαρίας ενάμιση χρόνο και κατά το διάστημα αυτό κρίθηκε απαραίτητη η απομάκρυνση της από το σπίτι δύο φορές. Η μετακίνησή τους, σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένα, έγινε με οδηγό την Μαρία και οι πέντε βρήκαν καταφύγιο σε ταπεινά σπίτια –  ασφαλείς χώρους τους οποίους είχε εξασφαλίσει γι’ αυτούς ο Κονιόρδος για κάθε τέτοιο ενδεχόμενο,  πολύ καιρό πριν παρουσιασθεί η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν. Την πρώτη φορά, η Μαρίκα και ο αδερφός της Ιωσήφ Τιάλιος και την δεύτερη, η Κατίνα από την Καλαμαριά, έκρυψαν και φρόντισαν τους πέντε Εβραίους.  Την τρίτη φορά όμως δε υπήρχε εναλλακτική λύση: πέντε Εβραίοι καταζητούμενοι ευρέθησαν κυριολεκτικά στο δρόμο, λίγο πριν λήξει η καθορισμένη ώρα κυκλοφορίας των πολιτών. Μετά από μία άκαρπη πρώτη προσπάθεια να βρουν άσυλο σε γνωστή τους οικογένεια, οι Ασσαέλ χτύπησαν την πόρτα της Κίτσας και του Κώστα Αθυρίδη και η πόρτα άνοιξε – οι Ασσαέλ εσώθησαν και αυτή τη φορά εσώθησαν οριστικά. Μερικές μέρες αργότερα, ο Κώστας Αθυρίδης επέστρεψε ενωρίτερα από την δουλειά του, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, φώναξε τους Ασσαέλ, τους έδειξε τον δρόμο στο φως της ημέρας και ανακοίνωσε σε όλους μέσα στο σπίτι ότι η Θεσσαλονίκη είναι  ελεύθερη: οι Γερμανοί αποχώρησαν από  την πόλη. Ήταν η 30η Οκτωβρίου και οι  Ασσαέλ μπορούσαν να περπατήσουν – να τρέξουν – ελεύθεροι, μετά τον εγκλεισμό τόσων μηνών, με κατεύθυνση προς το σπίτι τους. Στο κείμενό του, ο Ανδρέας Ασσαέλ περιγράφει το επεισόδιο με το ζεύγος Αθυρίδη και σε δύο προτάσεις  σημειώνει: «…Χτυπάνε την πόρτα των Αθυρίδηδων, η κυρία Κίτσα ανοίγει (ζει ακόμα 101 χρόνων)…».

Πρόσφατα γνώρισα τον ιστορικό Αντώνη Γώδη, εγγονό της Άννας, της μικρότερης αδελφής της κυρίας Βασιλικής Αβαροπούλου -  Αθυρίδου, της κυρίας Κίτσας της ιστορίας μας. Ο Αντώνης εξέδωσε εκτός  εμπορίου  ένα ενδιαφέρον βιβλίο για την κυρία Αθυρίδου με τίτλο « “Σαν τη μέλισσα σ’ ανθώνα”. Βασιλική Αβαροπούλου – Αθυρίδου1». Με την μεσολάβησή του επέτυχα να συναντήσω την κυρία Αθυρίδου και να συζητήσω μαζί της για τις ημέρες εκείνες, που αυτή με τον σύζυγό της δέχθηκαν να κρύψουν την οικογένεια της Ίντας και του Μάρκου Ασσαέλ, διακινδυνεύοντας την ζωή τους αλλά και την ζωή των μελών της δικής τους οικογενείας. Παρακάτω δημοσιεύονται πρώτα  όσα μου αφηγήθηκε η κ. Αθυρίδου και στην συνέχεια, μεταφρασμένο, το τμήμα της εξιστορήσεως του ιδίου συμβάντος όπως το αφηγήθηκε η Ζανίν σε συνέντευξη που έδωσε κατά το έτος 1998. 

   A. Η αφήγηση της κυρίας Βασιλικής [Κίτσας] Αβαροπούλου - Αθυρίδου

«Όταν άκουσα το χτύπημα στην πόρτα, κοίταξα από το παράθυρο του υπνοδωματίου και είδα έξω μπροστά στην είσοδό μας τον Μάρκο και τον Φρέντυ – τους δύο άντρες, τους έβλεπα για πρώτη φορά. Η μητέρα και οι κόρες είχαν σταθεί στην γωνία του δρόμου, στο σκοτάδι· αυτές δεν τις έβλεπα.  Ο Κώστας άνοιξε την πόρτα, αντάλλαξε μερικές φράσεις με τον Μάρκο, τον τράβηξε βιαστικά μέσα, γύρισε το κεφάλι  προς εμένα και με κοίταξε με νόημα, ενώ ο Φρέντυ έτρεξε να φέρει την μητέρα και τις αδελφές του. Κατάλαβα τι συμβαίνει και έκανα ένα καταφατικό νεύμα στον άντρα μου. Νοιώθαμε συγκινημένοι και μαζί φοβισμένοι, είχαμε και εμείς δύο παιδιά να προστατεύσουμε, αλλά άνθρωποι ήταν και αυτοί, πώς να τους αφήσεις έξω. Τότε μέναμε στην οδό Γραβιάς, στον αριθμό 48, σε μια ιδιωτική διώροφη μονοκατοικία με εξωτερική μαρμάρινη σκάλα. Επί της Γραβιάς στον αριθμό 49 – αριστερά από το ακριβώς απέναντι στο δικό μας κτίριο – έμεναν Γερμανοί αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν καταλάβει την εβραϊκή οικία  των Αμπραβανέλ. Στο ισόγειο  της δικής μας μονοκατοικίας,  διέμενε οικογένεια φίλων μας. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς από τους ενοίκους του ισογείου και βεβαίως κανείς από τους απέναντι Γερμανούς αξιωματικούς την παρουσία των Ασσαέλ στον επάνω όροφο της μονοκατοικίας, εκεί που μέναμε εμείς. Υπήρχε ακόμη ένα πρόβλημα, το οποίον έπρεπε  να ρυθμισθεί αμέσως: κάθε πρωί έρχονταν η παραδουλεύτρα η Φωφώ, μία πόντια είκοσι ετών από την Καλαμαριά και παρέμενε εργαζόμενη στο σπίτι μας όλη την ημέρα. Κάποιος από την οικογένεια, δεν θυμάμαι ποιος, ειδοποίησε την Φωφώ να μην έλθει τις επόμενες ημέρες. Τώρα στο σπίτι θα  κατοικούσαμε 11 άτομα: η 4μελής δική μας οικογένεια, οι πέντε Ασσαέλ και οι γονείς μου, η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου και ο Ευστράτιος Αβαρόπουλος οι οποίοι, από τότε που παντρεύτηκα, έμεναν πάντα μαζί μας. Το βάρος του σπιτιού εσήκωσε τις επόμενες ημέρες η γιαγιά, η Αντιγόνη - αυτή φρόντιζε για τα ψώνια και αυτή ανέλαβε το μαγείρεμα του σπιτιού. Βοηθούσαν βεβαίως οι δύο αδελφές Ασσαέλ καθώς η Ίντα, η μητέρα τους, ήταν πολύ κουρασμένη και από τότε έδειχνε φιλάσθενη. Μείναμε μαζί μερικές ημέρες (μία ή δύο εβδομάδες) μέχρι την απελευθέρωση με κλειστά τα παραθυρόφυλλα του ορόφου και υποχρεωτικά έγκλειστο τον γιό μου, τον Γρηγόρη2. Είχαμε και μία κόρη, την Νίκη3, η οποία γεννήθηκε το 1932 ενώ ο Γρηγόρης το 1934, δηλαδή είχαν διαφορά δύο ετών – το 1944 ο Γρηγόρης ήταν 10 και η Νίκη 12 ετών. Όμως, όσο σοβαρή και ελεγχόμενη ήταν η Νίκη τόσο ζωηρός και απρόβλεπτος έδειχνε  ο Γρηγόρης, έπρεπε να τον κρατήσουμε εσώκλειστο παρά τις  έντονες αντιδράσεις του· φοβόμαστε μήπως του ξεφύγει και μιλήσει σε κάποιους για τους Εβραίους επισκέπτες μας.».

Η συγκατοίκηση, κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες κατά τις οποίες έγινε, δημιούργησε εξαιρετικές σχέσεις μεταξύ των δύο οικογενειών, Αθυρίδη και Ασσαέλ. Μετά τον πόλεμο η γιαγιά, η Αντιγόνη, επισκέπτονταν συχνά την Ίντα, η οποία είχε προβλήματα υγείας και δεν ήταν εύκολο να βγαίνει από  το σπίτι της. Η Κίτσα και ο Κώστας ήταν καλεσμένοι και παρευρέθησαν στους επίσημους αρραβώνες της Ζανίν στην οικία των Ασσαέλ  και αργότερα ήταν καλεσμένοι και στον γάμο της Ζακλίν ο οποίος έγινε στην συναγωγή Μοναστηριωτών.  Μετά από αρκετά χρόνια, ίσως στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τρία ζεύγη συνδεδεμένα μεταξύ τους από την περίοδο της κατοχής, έτυχε να διαμείνουν στην ίδια οικοδομή. Στην πολυκατοικία επί της οδού Σοφούλη 14, στον τρίτο όροφο, έμενε η οικογένεια Αθυρίδη και σε διπλανό διαμέρισμα ο Μανώλης Κονιόρδος με την δεύτερη σύζυγό του και το μικρό κορίτσι τους. Επάνω, στον 4ο ενοικίαζαν η Κίτσα4 και ο  Φρέντυ Ασσαέλ. Οι Ασσαέλ ετοίμασαν ένα ευχαριστήριο δείπνο για τον Μανώλη Κονιόρδο και για το ζεύγος Αθυρίδη. Στο δείπνο ήταν καλεσμένοι ακόμη  μερικοί  φίλοι των Ασσαέλ και η βραδιά διέθετε τα πάντα: ποικίλα και εξαιρετικά εδέσματα, ποτά, μουσική και χορό. Προπάντων όμως είχε συγκίνηση και πολύ χαρά, καθώς ο καθένας από τους παρευρισκομένους της ιστορίας μας   αισθάνονταν ότι έκαμε το χρέος του απέναντι στον εαυτό του και απέναντι  στον άλλον, τον συνάνθρωπό του. Εγέρθηκαν προπόσεις και αντιπροπόσεις – ο λόγος επέτεινε την συγκίνηση και ένα τέταρτο αιώνος  μετά τα γεγονότα της Κατοχής, δάκρυα πλημμύρισαν τους οφθαλμούς  όλων όσων συμμετείχαν στην εορταστική συνάθροιση.     



 
 Εικόνα 2. Βασιλική, Γρηγόρης και Νίκη Αθυρίδου







  Β. Η αφήγηση της Ζανίν Ασσαέλ.

Η Ζανίν το 1998 έδωσε μία συνέντευξη στο Τμήμα Προφορικής ιστορίας του Imperial War Museum της Μεγάλης Βρετανίας η οποία υπάρχει στον ιστότοπο του Ιδρύματος5. Στο μεταφρασμένο απόσπασμα6 που δημοσιεύεται, περιέχονται όσα συνέβησαν  μετά την πρώτη άκαρπη απόπειρα του Μ. Ασσαέλ να εξασφαλίσει άσυλο για την οικογένειά του. Η αφήγηση της Ζανίν καλύπτει δηλαδή το τελευταίο κρίσιμο επεισόδιο της κατοχικής  πορείας της οικογενείας της: εξιστορεί την υποδοχή και την σωτήρια φιλοξενία την οποία εγνώρισαν οι 5 Ασσαέλ από το ζεύγος και από τα άλλα μέλη της οικογενείας Αθυρίδη.

“Γυρνάει πίσω σε μας και για άλλη μια φορά δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Λέει τότε ο πατέρας μου: «Υπάρχει άλλο ένα ενδεχόμενο. Είναι ένας κύριος τον οποίο είχα βοηθήσει κάποτε επιχειρηματικά και ο οποίος μου είχε πει πως, ό,τι κι αν συμβεί,  μια μέρα θα μου το ξεπληρώσει... Αθυρίδης λέγεται και μένει μαζί με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους σε ένα σπίτι εδώ κοντά. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε σε αυτούς». Ξεκινήσαμε και πάλι πολύ προσεκτικά, σκυφτοί μέσα στη νύχτα. Φτάνουμε και ο πατέρας μου ανεβαίνει πάλι τις σκάλες. Ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ένας άνδρας —Αθυρίδης, Κώστας Αθυρίδης ήταν το όνομά του: «Δεν το πιστεύω!», λέει στον πατέρα μου. «Μάρκο, ζεις! Πού είναι η οικογένειά σου;». Ο πατέρας μου απαντά: «Εδώ πίσω μου και είμαστε πεινασμένοι, κουρασμένοι και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε». Τότε αυτός του λέει: «Θα μείνετε εδώ! Μπείτε μέσα όλοι!» Υπάρχουν ήρωες στον κόσμο, ξέρετε, υπάρχουν πράγματι! Ήταν τόσο δύσκολοι καιροί! Πέντε άτομα είναι πολλά! Μπαίνουμε, λοιπόν, μέσα στο σπίτι. Η κόρη τους ήταν δεκάξι χρονών, όμορφη κοπέλα! Είχαν και έναν γιο επτά χρονών. Μπαίνουμε μέσα και η γιαγιά, η μητέρα του, που ζούσε κι αυτή μαζί τους —ήτανε χήρα— μας υποδέχθηκε με τόση χαρά. Το ίδιο και η γυναίκα του. Μας υποδέχθηκαν τόσο θερμά! Μας έκαναν να νιώσουμε ευπρόσδεκτοι λες και ήμασταν οι επισκέπτες που περίμεναν πώς και πώς να τους δεχθούν. Μας έκαναν να αισθανθούμε σαν στο σπίτι μας και μάλιστα επέμειναν η μητέρα μου και ο πατέρας μου, που ήταν εξουθενωμένοι, να κοιμηθούν στην κρεβατοκάμαρά τους. «Είναι θέμα χρόνου. Άλλωστε κανείς δεν σας είδε να έρχεστε. Οι Γερμανοί φεύγουν», μας λέει η γυναίκα του. «Επτά μέρες το πολύ. Τόσο πρέπει να αντέξετε όλο κι όλο! Κάντε υπομονή επτά μέρες και…» Τότε εμείς τους λέμε: «Ο μικρός;» «Α! Ο μικρός!», λέει ο σύζυγός της. «Ο μικρός είναι πλέον έγκλειστος! Δεν μπορεί να πάει στο σχολείο! Δεν μπορεί να πάει πουθενά!», λέει. «Γιατί άπαξ και βγει, χαθήκαμε!» Όπως ήταν φυσικό, ο μικρός έγινε έξω φρενών! «Γιατί να μην μπορώ να βγω απ’ το σπίτι; Γιατί να μην πω στον φίλο μου ότι έχουμε επισκέψεις;»  Η μητέρα του τού έλεγε: «Θα μείνεις μέσα, δεν πρόκειται να πας πουθενά ό,τι και να λες! Και το καλό που σου θέλω να συμμορφωθείς με το καλό!  Δεν γίνεται αλλιώς! Πρέπει να μείνεις μέσα! Θα σου πάρουμε παιχνίδια και θα παίζετε μαζί με τη Ζανίν και με τον αδελφό και την αδελφή της και τη γιαγιά σου. Αλλά έξω δεν θα βγεις».  Αλλά και η γιαγιά ήταν πολύ περιποιητική. Μας έκανε να νιώθουμε άνετα, ρωτούσε πώς είμαστε, μας δάνεισαν και ρούχα. Και το πρωί είχαμε επιτέλους κανονικό πρωινό! Αχ! Είχαν καφέ, αληθινό ψωμί, βούτυρο. Ήταν, βλέπετε, ευκατάστατοι. Και όλες αυτές οι μυρωδιές μέσα στο σπίτι! Τι μυρωδιές! Δεν μπορούσα να τις βγάλω απ’ το μυαλό μου! Μας βρήκαν και ρούχα για μένα και την αδελφή μου… Ήταν υπέροχοι! Υπέροχοι! Και φρόντιζαν να διασκεδάζουμε, δεν μας έκαναν να νιώθουμε ότι τους είμαστε βάρος, παρότι όντως ήμασταν βάρος, επικίνδυνο βάρος! Θέλω να πω, εδώ τώρα και δεν θα ήθελα να δω πέντε άτομα να καταφθάνουν στο σπίτι μου για να μείνουν για άγνωστο χρονικό διάστημα! Αλλά πέντε μέρες7… Και παρότι έθεταν τη ζωή τους σε κίνδυνο και τη ζωή των παιδιών τους, δεν δίστασαν. Ο σύζυγος συνήθιζε να πηγαίνει κανονικά στη δουλειά το πρωί και να μας φέρνει τα νέα στην επιστροφή. Είχε ραδιόφωνο! Είχε τηλέφωνο! Και η γυναίκα του ήταν πραγματικά τόσο καλή! Το πρώτο πράγμα που μου αγόρασε ήταν κραγιόν. Αυτή μου έδωσε για πρώτη φορά. Μου έδωσε ένα κραγιόν και πάντα έβρισκε μικρά δωράκια για μένα. Εγώ πάλι το μόνο που είχα καταφέρει να περισώσω ήταν δύο βραχιόλια, δύο χρυσά βραχιόλια της προγιαγιάς μου, τα φυλούσα κλειδωμένα. Έβγαλα, λοιπόν, ένα και το έδωσα στη Νίκη, την κόρη. Και η Νίκη ξετρελάθηκε από τη χαρά της με το δώρο. «Τώρα, λοιπόν, είμαστε αδελφές!», της είπα. «Έχεις ένα εσύ κι ένα εγώ». Η Νίκη έβγαινε κανονικά από το σπίτι, ήταν πολύ σοβαρή και μετρημένη κοπέλα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πει κάτι. Μπορούσες να της έχεις εμπιστοσύνη! Αλλά ο μικρός, ξέρετε, ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει! Και κάπου εκεί την έβδομη ή όγδοη μέρα, βλέπουμε τον Κώστα να φεύγει για τη δουλειά και να επιστρέφει μετά από μια ώρα! Ανοίγει σαν σίφουνας την εξώπορτα και μας λέει: «Βγείτε έξω!» Εγώ τον ρωτάω: «Μα τι συμβαίνει;» Κι εκείνος μου απαντά: «Είστε ελεύθεροι, φίλοι μου! Φύγανε! Τα αγγλικά στρατεύματα προελαύνουν!» Δεν μπορώ να σας περιγράψω με λόγια τι ακολούθησε! Πρώτα απ’ όλα, πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον, βιαζόμασταν όλοι να βγούμε έξω! Βγήκαμε τρέχοντας! Θέλαμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας! Να δούμε ξανά το σπίτι μας!”.



Εικόνα 3. Γρηγόρης, Νίκη και Βασιλική Αθυρίδου  


Οι δύο αφηγήσεις συγκλίνουν στην διατύπωση της αλήθειας, κοινής εκ μέρους και των δύο  αφηγητριών: η διωκομένη οικογένεια των Ασσαέλ ζητεί άσυλο από το ζεύγος Αθυρίδη και η Κίτσα και  ο Κώστας Αθυρίδης (διατρέχοντας υψηλό κίνδυνο οι ίδιοι, τα δύο παιδιά τους και οι γονείς της  Κίτσας) ανταποκρίνονται και τους παρέχουν σωτήρια φιλοξενία.

Υπογραμμίζοντας  ότι η Ζανίν δίνει την συνέντευξη 54 χρόνια μετά τα γεγονότα του 1944 και  η Κίτσα ομιλεί 73 χρόνια μετά από αυτά, οφείλω να επισημάνω μία κρίσιμη διαφορά στις αφηγήσεις η οποία, κατά την εκτίμησή μου, παρουσιάζει θετικά  τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα της κάθε μίας από τις δύο Κυρίες - αφηγήτριες. Η Κίτσα είπε ότι τότε ένοιωθαν «συγκινημένοι και φοβισμένοι», συγκινημένοι επειδή έκρυβαν (και  διέσωζαν) 5 Εβραίους και φοβισμένοι από τον κίνδυνο  της φοβερής παρουσίας των Γερμανών στην πόλη.  Όμως, ήλεγξαν τον φόβο τους και έδειξαν ανθρώπινο πρόσωπο στους ικέτες Εβραίους, τους φέρθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε η Ζανίν μιλώντας για τις ίδιες εκείνες ημέρες,  μισό αιώνα μετά, τις παρουσιάζει σαν ημέρες ανέφελες – όπως θα ήταν αν δύο φιλικές οικογένειες  συγκατοικούσαν για ένα διάστημα και η κάθε μία μάλιστα, χαίρονταν  την παρουσία της άλλης. Από τα παραπάνω πρέπει να επισημάνω ότι αποκλίνουσες προσεγγίσεις παρουσιάζονται σχεδόν πάντα, στις αφηγήσεις κοινών ιστοριών από διαφορετικά πρόσωπα, όταν μάλιστα αυτές καταγράφονται μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Συμπληρωματικώς, σημειώνω και δύο λανθασμένες πληροφορίες οι οποίες παρεισέφρησαν  στην αφήγηση της Ζανίν: θυμάται ότι η Νίκη ήταν δεκάξι χρονών και ο Γρηγόρης επτά, ενώ στην πραγματικότητα ήταν δώδεκα και δέκα αντιστοίχως. Η ίδια επίσης , αναφέρει ότι στην οικία του ζεύγους Αθυρίδη, εκτός από τα δύο τέκνα τους, έμενε η χήρα μητέρα του Κώστα, ενώ μαζί τους ζούσαν τότε (και πάντα μετά από τον γάμο τους) οι γονείς της Κίτσας, η Αντιγόνη και ο Ευστράτιος Αβαρόπουλος.  

Από την συνάντησή μου  με την κυρία Αθυρίδου προέκυψε μία ενδιαφέρουσα  πληροφορία για την  ιστορία των Ασσαέλ, η οποία με τη σειρά της μας οδήγησε   στην  ιστορία επί Κατοχής, μίας άλλης εβραϊκής οικογενείας. Η κ. Αθυρίδου, στην αφήγησή της, επεσήμανε το γεγονός ότι απέναντι από την κατοικία τους έμεναν Γερμανοί αξιωματικοί σε κατειλημμένη εβραϊκή οικία. Την παρακάλεσα να θυμηθεί το όνομα των ιδιοκτητών, προσπάθησε, αλλά ύστερα από ένα διάστημα σιωπής και δισταγμού, διαπίστωσε ότι, δυστυχώς, δεν θυμόνταν.  Μετά από μία ώρα περίπου και ενώ η αφήγησή της είχε περάσει σε άλλα θέματα, την ακούσαμε να προφέρει, πανηγυρικά σχεδόν, την λέξη Αμπραβανέλ. Καταλάβαμε ότι αυτό ήταν το όνομα των Εβραίων, που έμεναν απέναντι στην οδό Γραβιάς και των οποίων την οικία  είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Αυτό το γεγονός δεν το γνώριζε ο Μάρκος Ασσαέλ (δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει άλλωστε) όταν χτύπησε την πόρτα του Κώστα Αθυρίδη τον Οκτώβριο του 1944 και δεν το αναφέρει στην συνέντευξη - εξιστόρησή της (ούτε στο βιβλίο της8) η Ζανίν. Η παρουσία των Γερμανών αξιωματικών ακριβώς απέναντι από την οικία Αθυρίδη, στη στενή οδό Γραβιάς, έκανε την κίνηση των Ασσαέλ εκείνο το βράδυ,  ιδιαίτερα επικίνδυνη τόσον για τους ίδιους όσον  και για τους Αθυρίδηδες, που  άνοιξαν την πόρτα τους και τους δέχτηκαν. Νομίζω ότι  η φράση «μπήκαν στο στόμα του λύκου» χαρακτηρίζει με τον πιο ακριβή τρόπο την κατάσταση στην οποία ευρέθησαν οι δύο οικογένειες κατά τις ημέρες της κοινής παρουσίας τους στην Γραβιάς 48. Οι Αθυρίδηδες το εγνώριζαν, ενώ οι Ασσαέλ το αγνοούσαν - ίσως μάλιστα αυτοί να μην το έμαθαν ούτε αργότερα, κατά την διάρκεια δηλαδή των ημερών της συγκατοικήσεως.

Στην συνάντηση μου με την κυρία Αθυρίδου, παρευρίσκονταν εκτός από τον Αντώνη και η μητέρα του η κ. Αντιγόνη [Νινέτα] Γώδη, ανεψιά της κ. Αθυρίδου, η οποία μόλις άκουσε τη λέξη Αμπραβανέλ συμπλήρωσε αμέσως το επίθετο, με το μικρό όνομα «Ρένα» και πρόσθεσε ότι γνωρίζει πολύ καλά  την Ρένα Αμπραβανέλ, κόρη των ιδιοκτητών της βίλας. Την άλλη μέρα, χάρη στις δυνατότητες του διαδικτύου, η κυρία  Αμπραβανέλ απάντησε σε μήνυμα της κυρίας Γώδη και επιβεβαίωσε την πληροφορία ότι η βίλα επί της οδού Γραβιάς 49 ανήκε στην οικογένειά της ενώ με την ευκαιρία   αναφέρθηκε στη Νίκη και τον Γρηγόρη Αθυρίδη, που τους θυμόνταν καλά από τότε, λόγω της στενής γειτνιάσεως των οικιών τους. Άλλωστε η ίδια ήταν δύο χρόνια μικρότερη από τον Γρηγόρη και 4 από την Νίκη. Σύμφωνα μάλιστα με την μαρτυρία της κ. Αμπραβανέλ, η βίλα τους ήταν «ένα από τα ωραιότερα σπίτια της Θεσσαλονίκης· ήταν μια πολύ μοντέρνα κατασκευή από μπετόν αρμέ9.». Όταν, το 1945, τα μέλη της οικογενείας Αμπραβανέλ επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και έφτασαν στη βίλλα τους διαπίστωσαν ότι σε αυτήν διέμενε ένας αξιωματικός του ελληνικού στρατού, παρότι  διέθετε δικό του σπίτι στα προάστια της πόλεως. Στο υπόγειο μάλιστα, ο αξιωματικός έτρεφε χοίρους και κότες· και η κ. Αμπραβανέλ θα σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Το υπόγειό μας, που είχε άλλοτε κριθεί κατάλληλο για να μετατραπεί σε λέσχη αξιωματικών, ήταν πλέον χοιροστάσιο10».

Επί του παρόντος ας σταματήσω εδώ, καθώς οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης έως τον Μάρτιο του 1943 ήταν δεκάδες χιλιάδες και, μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917,  κατοικούσαν παντού μέσα στη πόλη, με αποτέλεσμα μια οποιαδήποτε ιστορία κατά την διάρκεια της Κατοχής να συμπλέκεται, συνήθως, με άλλη ή με άλλες, οι οποίες έχουν σχέση σχεδόν πάντα με τους διωκομένους εβραίους και την διαδρομή τους.    


Εικόνα 4. Το σπίτι των Αμπραβανέλ στην οδό Γραβιάς 49 






Εικόνα 5 : Επάνω αριστερά η Λουλού Ασσαέλ, δεξιά ο Μανώλης Κονιόρδος * Κάτω ο Μάρκο Ασσαέλ  [οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Ανδρέα Ασσαέλ]


   Εικόνα 6 : Επάνω αριστερά ο Φρέντυ Ασσαέλ, δεξιά η Ίντα Ασσαέλ, η μητέρα * Κάτω η Ζανίν Ασσαέλ [οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Ανδρέα Ασσαέλ]




Εικόνα 7.  Η Βασιλική Αθυρίδου με την ανιψιά της Αντιγόνη (Νινέτα) Κωφού-Γώδη αμέσως μετά την απονομή από το Yad Vashem του μεταλλίου και του τίτλου του Δικαίου των Εθνών στο ζεύγος Βασιλικής και Κώστα Αθυρίδη

    
2. Η διάσωση δύο εβραιοπαίδων και των γονέων τους από τον γιατρό Παντελή Καλλινικίδη – η συμμετοχή της Αντιγόνης Κατσάπη-Αβαροπούλου.

Εικόνα 8. Η Νίνα Λεών και η «μαμά Όλγα»[η φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο της κ. Νίνας Λεών – Καμχή]

Εικόνα 9. Ο Νίκος Λεών [η φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο της κ. Νίνας Λεών – Καμχή]

Η κυρία Αθυρίδου στη συζήτησή μας ανέφερε και ένα περιστατικό ακόμα, σχετικό με την διάσωση δύο μικρών παιδιών από ένα γιατρό κατά την διάρκεια του διωγμού των εβραίων στη Θεσσαλονίκη.

«Ένας Εβραίος, γνωστός του Κώστα, τον πλησίασε και του ζητούσε να κρατήσουμε “τα παιδάκια τους”, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. “Τα παιδάκια  μας” του έλεγε “σε παρακαλώ σώσε τα παιδιά μας”. Θυμάμαι μόνον το όνομα της μητέρας των παιδιών, την έλεγαν Βικτώρια. Η γιαγιά η Αντιγόνη πήρε τα δύο μικρά και τα πήγε στις καλόγριες – εκείνες την  γνώριζαν καλά, τις παρακάλεσε να τα κρατήσουν μαζί τους και να τα κρύψουν. Οι καλόγριες ζήτησαν να βαπτισθούν τα παιδιά, να γίνουν μέλη της καθολικής εκκλησίας και τότε θα ήταν δυνατόν να τα βοηθήσουν. Η γιαγιά πήρε τα παιδιά και έφυγε. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στο γιατρό μας τον Γεώργιο Τζηρίδη, ο οποίος είχε το ιατρείο του στη Ερμού, μήπως αυτός μπορούσε να βρει μία λύση. Ο Τζηρίδης στην αρχή απάντησε αρνητικά αλλά σε λίγες μέρες τηλεφώνησε και είπε στην μητέρα μου: “Φέρε τα παιδιά”.

Τα έδωσε σε μία οικογένεια γιατρού που έμενε απέναντι από το ιατρείο του,  αυτός  τα κράτησε μαζί με τα δύο δικά του και έτσι, ευτυχώς, σωθήκανε και τα δύο εβραιόπουλα».

Σε αυτή την περίπτωση τα στοιχεία τα οποία θυμόνταν η κ. Αθυρίδου ήταν περιορισμένα, εν τούτοις όμως απεδείχθησαν επαρκή για να επισημάνουμε τα δύο εβραιόπουλα της ιστορίας, που «ευτυχώς σωθήκανε». Το όνομα του γιατρού της οικογενείας Αθυρίδη, του Γεωργίου Τζηρίδου, και η διεύθυνση του ιατρείου του οδήγησαν τον Αντώνη Γώδη στον εντοπισμό του Παντελή Καλλινικίδη, γιατρού επίσης, ο οποίος είναι γνωστό ότι βοήθησε να σωθούν  δύο παιδιά11, η Νίνα και ο Νίκος, μαζί με τους γονείς τους τη Βικτώρια και τον Γιουδά Λεών. Το κείμενο στην ιστοσελίδα του Yad Vashem (για την απονομή του τίτλου του Δικαίου των Εθνών στη Σαπφώ και το Παντελή Καλλινικίδη) περιλαμβάνει το παρακάτω απόσπασμα12 το οποίο φαίνεται να συγκλίνει εν μέρει με την αφήγηση της κ. Αθυρίδου : «Μια μέρα, κι ενώ η οικογένεια Λεών αναζητούσε απεγνωσμένα ένα μέρος για να κρύψουν τα παιδιά τους, η μητέρα κάποιας φίλης τους συνάντησε τυχαία τον Καλλινικίδη, ο οποίος εμφανίστηκε πρόθυμος να σώσει ένα-δυο Εβραιόπουλα. Αρχικά, ρώτησαν για να μάθουν πληροφορίες για το ζευγάρι προκειμένου να βεβαιωθούν για τις καλές τους προθέσεις και, στη συνέχεια, ακολούθησε μια συνάντηση μεταξύ των δύο οικογενειών. Ο δρ. Παντελής άνοιξε το σπίτι του στη Βικτώρια και τα δυο της παιδιά, βγάζοντάς τους από το γκέτο.» Η «μητέρα κάποιας φίλης τους» πιθανότατα ήταν η Αντιγόνη Κατσάπη – Αβαροπούλου και η επαφή με τον Παντελή Καλλινικίδη έγινε μέσω του Γ. Τζηρίδου. 

Ο κ. Κώστας Καλλινικίδης (γεννηθείς το 1932), γιος του Παντελή, μας αφηγήθηκε ότι, σύμφωνα με όσα γνωρίζει, η επαφή του πατέρα του με τους Λεών έγινε μέσω του Αποστόλου,  ενός υπαλλήλου ο οποίος εργάζονταν στο φαρμακείο του Αχιλλέως Τζηρίδου. Σύμφωνα με τον κ. Καλλινικίδη, ο πατέρας του, συγκλονισμένος από την κατάσταση των Εβραίων, επεδίωξε να παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια σε αυτούς και ο Απόστολος του υπέδειξε τους Λεών, για τους οποίους εγνώριζε ότι επεδίωκαν να αποδράσουν από το γκέτο και να κρυφτούν. Συμπληρωματικώς, σημειώνω ότι ο φαρμακοποιός Αχιλλεύς Τζηρίδης ήταν αδελφός του γυναικολόγου ιατρού Γεωργίου Τζηρίδου, το φαρμακείο μάλιστα και το ιατρείο  βρίσκονταν σε δύο παράλληλα κτήρια, επί της οδού Ερμού 44, απέναντι από την κατοικία - ιατρείο του αφροδισιολόγου - δερματολόγου ιατρού, Παντελή Καλλινικίδη.

Η κυρία Αθυρίδου δεν έχει κανένα λόγο να «πλάσει» μία ιστορία, άλλωστε στην επίκληση του Γιουδά  Λεών, η Βασιλική και ο Κώστας Αθυρίδης δεν  ανταποκρίθηκαν οι ίδιοι. Όμως δεν έμειναν αδιάφοροι: η γιαγιά, η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου, απευθύνθηκε στις καλόγριες και όταν η κίνηση αυτή δεν έφερε αποτέλεσμα οι δύο γυναίκες – μητέρα και κόρη – συζήτησαν μεταξύ τους και αποφάσισαν να ζητήσουν την βοήθεια του γιατρού και καλού τους φίλου, του Γεωργίου Τζηρίδου. Ίσως, καθώς ο Γιουδά αναζητούσε εναγωνίως βοήθεια, να μίλησε στον Απόστολο ή στον ίδιο τον φαρμακοποιό Αχιλλέα Τζηρίδη και από αυτούς με τη σειρά του να ενημερώθηκε ο Παντελής Καλλινικίδης.  Άλλωστε για τις δύο αυτές εκδοχές της ίδιας ιστορίας ο κ. Κώστας Καλλινικίδης έκαμε μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «μπορεί να συνυπάρχουν και οι δύο», είπε.

 Το βέβαιον είναι ότι συνέβη ένα μικρό θαύμα: εσώθησαν τα δύο παιδιά, ο Νίκος και η Νίνα, και μαζί με αυτά εσώθησαν και οι γονείς τους, η Βικτώρια και ο Γιουδά Λεών.   Παραμένοντας λίγο στα δύο παιδιά: ο Νίκος γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1935 και η Νίνα στις 3 Ιανουαρίου 1940, επομένως στις αρχές του 1943 ο Νίκος είχε κλείσει τα 8 και η Νίνα μόλις τα 3 χρόνια. Η Νίνα – η κυρία Καμχή σήμερα – τα αποσπασματικά στοιχεία τα οποία  γνωρίζει προέρχονται από τις αφηγήσεις των γονέων της· αλλά όπως είναι γνωστό, όσοι εβραίοι επέζησαν, επί δεκαετίες απέφευγαν να ομιλούν για όσα δεινά υπέστησαν κατά την διάρκεια της Κατοχής.

«Στην αρχή ήρθε στο γκέτο - στο πατρικό μου, στην οδό Ιταλίας - ο κύριος Καλλινικίδης και πήρε μαζί του τον Νίκο. Όταν έφευγαν είμασταν όλοι στο παράθυρο και κοιτάζαμε τον Νίκο, ο οποίος γυρνούσε, μας έβλεπε και κουνούσε το χέρι του, μας αποχαιρετούσε. Αυτόν πρώτα πήρε στο σπίτι τους ο κ. Καλλινικίδης. Στη συνέχεια ήταν η σειρά μας (της  μητέρας μου και η δική μου) να αποδράσουμε από το γκέτο. Η μητέρα μου με κρατούσε από το χέρι όταν πήγαμε με τα πόδια από το γκέτο στο σπίτι του γιατρού, κοντά στην Αγία Σοφία. Στο σπίτι μας είχαμε μία υπηρεσία, την Όλγα, που τόσο πολύ την αγαπούσαμε ώστε την λέγαμε και αυτή «μαμά Όλγα». Η Όλγα μας ακολούθησε σε όλη την διαδρομή από κάποια απόσταση και πρόσεχε μήπως κάτι  μας συμβεί. Έτσι βρεθήκαμε οι τρεις μας στο σπίτι του Καλλινικίδη. Το ταξίδι προς την Αθήνα έγινε σε δύο μέρη: Θεσσαλονίκη – Λάρισα και Λάρισα – Αθήνα. Νομίζω μαζί μας ήταν και η οικογένεια Μάτσα. Από την Θεσσαλονίκη πήγαμε στη Λάρισα με ζώα, μάλλον μουλάρια ήτανε. Επικίνδυνη διαδρομή γιατί διασχίσαμε τον Αξιό και έπρεπε να περάσουμε από τα μπλόκα των Γερμανών. Ο πατέρας μου, στην διαδρομή ένοιωθε μεγάλο φόβο, καθώς ταξίδευε σε εκείνες τις συνθήκες  μαζί με την οικογένειά του, γυναίκα και δύο μικρά παιδιά. Τότε εγώ, ένα μικρό κορίτσι ήμουνα, άρχισα να τραγουδώ. Αυτό το τραγούδι, όπως μας εξομολογήθηκε πολύ αργότερα ο πατέρας μου, του έδωσε κουράγιο, τον έκανε να αναθαρρήσει. Φθάσαμε στη Λάρισα, προσπαθήσαμε να βρούμε κάπου να διανυκτερεύσουμε, αλλά κανείς δεν μας άνοιγε την πόρτα. Στο τέλος μας δέχθηκαν σε ένα ξενοδοχείο, στο οποίο έμεναν γυναίκες ελευθερίων ηθών. Αυτές, μόλις είδαν σε ποια κατάσταση είμασταν από την ταλαιπωρία  αμέσως κινητοποιήθηκαν,  φρόντισαν να μας βρουν φαγητό, εξασφάλισαν γάλα για μας τα παιδιά, μας περιποιήθηκαν με έναν τρόπο συγκινητικό. Από την Λάρισα, που ήταν υπό ιταλική κατοχή, ταξιδέψαμε προς την Αθήνα, μάλλον, με το τραίνο. Εκεί μείναμε στην ταράτσα του σπιτιού του Μηνά Μηνιάδη. Αργότερα, επιβιβαστήκαμε σε πλοίο και φτάσαμε στην  Γλώσσα, στη Σκόπελο.». 

Τα παραπάνω είναι όσα αφηγήθηκε [και κατέγραψα] η κυρία Καμχή - η τριετής Νίνα της ανοίξεως του 1943 – τα οποία αναφέρονται συνοπτικά στα συμβάντα της πρώτης περιόδου της δοκιμασίας τους: από την στιγμή που διαφεύγει η ίδια με τη μητέρα της από το πατρικό σπίτι στο γκέτο, μέχρι την άφιξη της οικογενείας Λεών στο σπίτι του Μηνιάδη, στην Αθήνα. Για την οικογένεια Αθυρίδη έχει ακούσει ότι τους είχε βοηθήσει τότε, αλλά δεν γνωρίζει περισσότερα για το γεγονός αυτό.

Η περίπτωση του Παντελή Καλλινικίδη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς, όπως φαίνεται από την γραπτή μαρτυρία του κουνιάδου του, Μηνά Μηνιάδη13, ο πρώτος έστειλε προς τον δεύτερο, στην Αθήνα, τρεις οικογένειες Εβραίων της Θεσσαλονίκης, οι οποίες απέδρασαν από το γκέτο και, με την συνδρομή του γιατρού,  διέφυγαν στην Αθήνα. Οι τρεις οικογένειες με συνολικά ένδεκα άτομα,  ήταν: 1. Ο Αλμπέρτο Λεών, η σύζυγός του Ραχήλ και δύο παιδιά, ο Σαμ και «το ανήλικο μικρό παιδί». 2. Ο Γιουδά Λεών, η σύζυγός του Βικτώρια και δύο παιδιά, ο Νίκος και η Νίνα. 3. Ο Ηλίας Μάτσας, η σύζυγός του Εσθήρ και ο γιος τους Ελιέζερ. Οι τρείς οικογένειες έφθασαν στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1943 και στην αρχή  τακτοποιήθηκαν στο σπίτι του Μηνιάδη με την φροντίδα του οποίου όλα τα μέλη τους απέκτησαν πλαστές ταυτότητες με ονοματεπώνυμα χριστιανών πολιτών. Η οικογένεια του Γιουδά Λεών, σύμφωνα με τον Μηνιάδη, έμεινε φιλοξενούμενη στο σπίτι του για «λίγο διάστημα, 6-8 εβδομάδες»  και εν συνεχεία πήρε την απόφαση να ταξιδεύσουν μέσω Ραφήνας στη Γλώσσα Σκοπέλου. Εκεί συγκεντρώθηκαν  συνολικά 14 μέλη της οικογενείας Λεών, τα οποία φρόντισε ο κοινοτάρχης της Γλώσσης Γιώργος Μιτζελιώτης, ενώ παραλλήλως τα προστάτευσε με την σοβαρότητα και την εχεμύθειά του το σύνολον των κατοίκων του χωριού. Η οικογένεια του Αλμπέρτου Λεών έμεινε στην Αθήνα και το μεγαλύτερο διάστημα κατοικούσε στην οδό Σεβαστουπόλεως, στους Αμπελοκήπους, πολύ κοντά στο σπίτι του Μηνιάδη.  Στην  οικογένεια Μάτσα, ο Μηνιάδης παραχώρησε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, και έτσι έμειναν μαζί  καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.

Η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, το 1994, απένειμε Τίτλο Τιμής και Μετάλλιο στον «Ευεργέτη και Σωτήρα μας» Μηνιάδη Μηνά διότι, όπως σημειώνεται στο σχετικό δίπλωμα «…  χωρίς καμιά υστεροβουλία και με μέγιστο κίνδυνο της ζωής του συνέβαλε στη σωτηρία του καταδιωκομένου μέλους της Κοινότητάς μας Σαμ Λεών».   

Από την αποσπασματική περιγραφή  της κυρίας Αθυρίδου  για δυο παιδιά που μαζί με τους γονείς τους ευτυχώς σωθήκανε χάρις στον γιατρό Παντελή Καλλινίδη και τη γυναίκα του Σαπφώ, μέχρι τις βέβαιες πληροφορίες του Μηνά Μηνιάδη προκύπτουν δύο γενικές επισημάνσεις. Η πρώτη: Ένας αποφασισμένος χριστιανός πολίτης, επιτυγχάνει να βοηθήσει με αποτελεσματικό τρόπο όχι μία οικογένεια αλλά τρεις, όχι τέσσερα άτομα αλλά ένδεκα. Ιδιαιτέρως, πρέπει να σημειώσω ότι ο Καλλινικίδης δεν εγνώριζε προηγουμένως κανέναν από τους διασωθέντες τελικώς Εβραίους και αυτή θεωρώ ότι είναι, σε κάθε περίπτωση, η καθαρότερη μορφή επεμβάσεως.   Η δεύτερη παρατήρηση: Συνήθως, για την διάσωση μιας οικογενείας Εβραίων, κατά την  διάρκεια της Κατοχής, ήταν απαραίτητη η συνδρομή περισσοτέρων (του ενός ατόμου ή της μιας οικογενείας), χριστιανών συμπολιτών. Στην περίπτωση των Λεών συνέδραμαν τρείς οικογένειες: η οικογένεια  Καλλινικίδη στη Θεσσαλονίκη, η οικογένεια Μηνιάδη στην Αθήνα και η οικογένεια Γιώργου Μιτζελιώτη στη Γλώσσα Σκοπέλου.  Σε αυτούς νομίζω ότι πρέπει να προστεθούν οι δύο αδελφοί Τζηρίδη, η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου, καθώς και ο υπάλληλος του φαρμακείου Τζηρίδη του οποίου γνωρίζουμε μόνο το μικρό όνομα, Απόστολος: από την θέληση αυτών των τελευταίων να βοηθήσουν  (και τις απαραίτητες κινήσεις στις οποίες προέβησαν), ήρθαν σε επαφή οι Λεών και το ζεύγος Καλλινικίδη. Έτσι ξεκίνησε η επίπονη διαδρομή της οικογενείας  Λεών (καθώς και των άλλων δύο οικογενειών) η οποία ευτυχώς είχε αίσιο τέλος και για τα ένδεκα άτομα.

Επιλογικά.

Η επίσημη αναγνώριση της προσφοράς του ζεύγους Αθυρίδη για την συμμετοχή τους στη διάσωση της οικογενείας Ασσαέλ έγινε με μεγάλη καθυστέρηση αλλά, ευτυχώς, η κυρία Βασιλική Αβαροπούλου – Αθυρίδου ευτύχησε να πληροφορηθεί στις 25 Αυγούστου 2017  την ημέρα των γενεθλίων της - έκλεισε τα 106  – ότι το ίδρυμα Yad Vashem απένειμε τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών στην ίδια και στον σύζυγό της, τον αείμνηστο Κώστα Αθυρίδη. Στην τελετή απονομής του τίτλου, που πραγματοποιήθηκε στο Κολλέγιο Ανατόλια στις 8 Νοεμβρίου 2017, η κυρία Αθυρίδου δικαιολογημένα, αισθάνθηκε συγκίνηση (και ικανοποίηση) όταν, εκτός των άλλων ομιλητών, άκουσε και  τον Ανδρέα Ασσαέλ (τον γιο του Φρέντυ), έναν από τους Ασσαέλ της επομένης – της μεταπολεμικής - γενιάς, οι οποίοι υπάρχουν, διότι ευρέθησαν άνθρωποι όπως η Βασιλική και ο Κώστας Αθυρίδης που βοήθησαν να σωθούν οι γονείς τους.     

Θέλησα να παρουσιάσω ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με την διάσωση των 5 Ασσαέλ και την βοήθεια που προσέφεραν σε αυτούς η οικογένεια  Αθυρίδη και οι γονείς της κυρίας Αθυρίδου, κυρίως η μητέρα της η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου. Σε αυτή την ιστορία χαίρομαι διότι προσετέθη  και εκείνη της διασώσεως τριών οικογενειών αποτελουμένων από 11 άτομα – στην οποία κρίσιμο ρόλο, στην πρώτη περίοδο της διαδρομής τους προς την σωτηρία, διαδραμάτισαν η Σαπφώ και ο Παντελής Καλλινικίδης. Ως γνωστόν, το 96% των Εβραίων της Θεσσαλονίκης εδολοφονήθησαν από τους Γερμανούς στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά την διάρκεια της Κατοχής. Όμως, όταν συναντάμε έστω και έναν που διασώζεται, τότε το γεγονός αυτό  λειτουργεί  όπως μία σταθερή ακτίνα φωτός που διαπερνά το πηχτό σκοτάδι του θανάτου. Και εδώ οι χριστιανοί συμπολίτες συνέδραμαν αποφασιστικά - βοήθησαν να σωθούν έντεκα ανθρώπινες ψυχές, πέντε από αυτές ήταν ψυχές μικρών παιδιών ή νέων ανθρώπων.

Αισθάνομαι υποχρεωμένος να ευχαριστήσω τον κ. Κώστα Καλλινικίδη, ο οποίος μας δέχθηκε (τον Αντώνη και εμένα) και μας μίλησε σχετικώς με το θέμα μας. Ο ίδιος μας επέτρεψε να φωτοτυπήσουμε την συγγραφή – μαρτυρία του θείου του Μηνά Μηνιάδη, του ανθρώπου που υποδέχθηκε και φρόντισε στην Αθήνα τους Εβραίους δραπέτες. Επίσης θέλω να ευχαριστήσω την κ. Νίνα Λεών – Καμχή, την οποία με συγκίνηση  άκουσα να μεταφέρει όσα της είχαν αφηγηθεί οι γονείς της, η Βικτώρια και ο Γιουδά Λεών. Η τελευταία χρήσιμη (και απρόσμενη) συνάντηση ήταν με τον κύριο Σωτήριο Αχιλλέως Τζηρίδη, ο οποίος μας συμπλήρωσε το ελλείπον επώνυμο του Αποστόλου – Στόϊκος ήταν το επίθετό του – και παραλλήλως μας επέτρεψε να αντιγράψουμε μία σειρά εξαιρετικών φωτογραφιών από το οικογενειακό του αρχείο, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή του φαρμακείου του πατρός του Αχιλλέως Τζηρίδου. Ευχαριστώ επίσης τον Ανδρέα Ασσαέλ ο οποίος μου έστειλε για δεύτερη φορά φωτογραφίες των 5 διασωθέντων μελών της οικογενείας του – σε αυτούς προσέθεσε και τη φωτογραφία του σπουδαίου Μανώλη Κονιόρδου.  Συμπληρώνοντας, θέλω να ευχαριστήσω και την Ζωή Πολυζοπούλου, η οποία διάβασε και φρόντισε το τελικό κείμενο.

Το κείμενο αυτό χρωστά πολλά στον Αντώνη Γώδη και στις εξαιρετικές ικανότητες που διαθέτει σχετικά με την έρευνα των πηγών και τον εντοπισμό των προσώπων. Η βοήθεια (και η γενναιοδωρία του)  ήταν τέτοια ώστε εκτιμώ ότι γράψαμε από κοινού το κείμενο – αλλά, καθώς εγώ σημείωσα τις επί μέρους αφηγήσεις, θεωρώ ότι  έχω και την ευθύνη της τελικής μορφής του.   

Εικόνα 10. Το εσωτερικό του φαρμακείου Αχιλλέως Τζηρίδου, στην οδό Ερμού 44, Photo-Electrique, 1926. Από αριστερά: Μπάρμπα-Γιάννης Βράνιαλης από το Ζαγόρι (ειδικός φαρμακοϋπάλληλος), Γρηγόρης Δίγκας στο μπαλκόνι, Απόστολος Στόικος πίσω από τον πάγκο, ιατρός Γεώργιος Τζηρίδης με άσπρη ποδιά, Αχιλλέας Τζηρίδης φαρμακοποιός [την ταυτοποίηση της φωτογραφίας έκαμε ο κ. Σωτήριος Αχιλλέως Τζηρίδης]


Σημειώσεις.

1. ΓΩΔΗΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ, «Σαν τη μέλισσα σ’ ανθώνα». Βασιλική Αβαροπούλου-Αθυρίδου, Θεσσαλονίκη, 2017. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται και μία εκτεταμένη «Συνέντευξη [της] Βασιλικής Αθυρίδου στον Αντώνη Γώδη και στη Νινέτα Κωφού-Γώδη» στην οποία η κ. Αθυρίδου αναφέρεται, εκτός των άλλων, και στους Ασσαέλ καθώς σε αυτήν αφηγείται και τα γεγονότα των τελευταίων ημερών της Κατοχής, όταν οι δύο οικογένειες έμειναν μαζί. Από το κείμενο αντιγράφω ένα απόσπασμα σχετικό με τον Γρηγόρη, [σ.114]: « Τώρα τι ήταν το άσχημο; Ήταν το άσχημο ότι ο Γρηγόρης ήταν δευτέρα δημοτικού και δεν είχαμε καμιά εμπιστοσύνη, ζωηρό παιδί …Πού να έχουμε Εβραίους και να ’χουμε και τον Γρηγόρη πλάι να πάει σχολείο και να πει “Εμείς κρύβουμε και κάνουμε”; Τώρα; “Μη στεναχωριέσαι! Δεν θα πάει σχολείο. Θα χάσει το σχολείο …θα πούμε ότι έχει βαριά …ανεμοβλογιά”. ». Από το ίδιο βιβλίο αντιγράφω ακόμη μερικές αράδες οι οποίες αναφέρονται στην σύνδεση, σύμφωνα με την κυρία Αθυρίδου, των Νίκου και Νίνας Λεών με τον Παντελή Καλλινικίδη μέσω του   Γιώργου Τζηρίδου. «Τα παίρνει η μαμά, η μαμά μου, τα βάζει στο τραμ, τα λέει “Δεν θα μιλήσετε” γιατί τα εβραιϊδάκια είχαν και λίγο την προφορά, “καθόλου, τίποτα, θα πάμε περίπατο”. Τα παιδάκια κάθονταν στο τραμ, και τα πηγαίνει σ’ αυτόν τον γιατρό.».

2. Γρηγόρης Αθυρίδης [1934-2008]

3. Η Νίκη Αθυρίδου γεννήθηκε το 1932 και πέθανε από ανίατη, τότε, ασθένεια   πολύ νέα το 1951 σε ηλικία 19 ετών, γεγονός, το οποίον όπως ήταν φυσικό, απετέλεσε ισχυρότατο πλήγμα για όλη την οικογένεια.

4. Αγγελική Παντσαλή


6. «And he came back and we didn’t know what to do, again. So my father said, “There is another possibility. There is +a chap I once helped in business who said that come what may, one day he’ll pay me back… and he and his wife live in a house near here and they have two children. Maybe we could ask them.” Again, we started cautiously and we… creeping through the night and my father again went up the stairs, when the man — Mr. Athiridis, Kostas Athiridis was his name — opened the door, he said, “I can’t believe this!”, he said to my father, “You’re alive, Marc! Where is your family?” He said, “Right behind me and we are hungry, tired and we don’t know what to do.” He said, “You’re stopping right here! Come in all of you!” There are heroes in life, you know, there are! They were such dangerous times! Five is a lot of people, so we went in; their daughter was sixteen, a beautiful girl. They had a son of seven and he… we got in and the old mother, his mother, lived with them — a widowed mother he had — and she was very pleased, and his wife, they were so pleased, they made us so welcome as if we were the visitors they were waiting for. They made us welcome and they insisted that my mother and father, who were exhausted, should sleep in their bedroom. She said, “It’s a question of time. And nobody saw you coming. The Germans are leaving”, she said, “It’s maximum seven days. That’s all you have to do! Stay quietly seven days and…” But we said, “The boy!” He said, “Oh, the boy!”, he said, “He’s in prison now! He can’t go to school! He can’t go anywhere!” He said, “Because once he’s out, we’ve had it!” A-*nd, of course, the boy was furious! “Why can’t I go out? Why can’t I tell my friend we have visitors?” And the mother said, “You are going to stay in, you are not going out, and no matter what you say! And you’d better do it willingly! Because there is no other way! You are staying in! We should buy you toys, and Janine and her brother and sister will play with you, and your grandmother, and you’re going to stay in.” And the grandmother was very helpful. She… she made us very welcome, she asked us questions, how we were, and they lent us clothes. And in the morning, there was a proper breakfast! Ah! There was coffee and there was real bread and there was butter, because they were well-off. And all these smells in the house, the smells! I couldn’t get over it! And they found clothes for me and for my sister… They were wonderful! Wonderful! And they entertained us, they  didn’t make us feel we were — yet we were — a burden, a dangerous burden! I mean, I wouldn’t like to see five guests descend on me today to stay with me for an unknown period! But five days and their lives at stake and their children’s lives at stake, but they did not hesitate. And he used to go to work in the morning, normal, and come back and used to bring us the news. He had a radio! He had a telephone! And she really was… the wife was so good! She… the first thing she bought were lipsticks, she gave me for the first time. She gave me a lipstick and she always found little things to give me. And all I have saved for myself were two bracelets that belonged to my… two gold bracelets, I locked them, they belonged to my great grandmother. And I took one off and gave it to Niki – that was the daughter, Niki – and Niki was so pleased to have it. “So now we are sisters!”, I said. “You have one and I have one.” She went out, Niki, and she was a very serious girl. She would never speak, you could trust her! But the little boy, you know, he was too little to understand! And about the seventh or eighth day we saw Kostas go to work and an hour later he’s back! He, like a lunatic, he opens the front door and he says, “Out!” I said, “What’s going on?” He said, “You’re free, my friends! They’re gone! The British troops are marching in!” Well, I can’t tell you, I cannot describe that scene! First of all, we fell on each other, we all wanted out! We run out! We wanted to go home! To see our house again!».

7. Η Ζανίν εδώ αναφέρεται κατά λάθος  σε πέντε μέρες «five days» αντί του ορθού «five guests» όπως, ασφαλώς, προκύπτει από το νόημα της παραγράφου. 

8. Η Ζανίν στο Λονδίνο όπου ζει μετά τον πόλεμο,  έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο: INGRAM, JANINE, Unaccounted For, 1989.    

9.www.holocaustcenterbn.org/Greenup,RenaTestimonyShortOnWeb.pdf  [επίσκεψη ιστοτόπου την 12/6/2017]    «…we had a beautiful villa, one of the most beautiful houses in Salonika. It was very modern and built with reinforced concrete.». 

10. «Our basement had been good enough to be the officers club and now it was a pigsty.».

11. ΣΑΛΕΜ, ΣΤΕΛΛΑ, Τα χαμένα παιδιά της Θεσσαλονίκης. Τόμος Α: Τα παιδιά που δεν έβαλαν το άστρο, Θεσσαλονίκη, 2017. Στο βιβλίο της Σάλεμ [σ. 65] αναφέρεται η διάσωση των δύο παιδιών, της Νίνας Λεών Καμχή και του Ισάκ [Νίκου] Λεών, τέκνων της Βικτώριας και του Γιουδά Λεών.

12.http://db.yadvashem.org/righteous/family.html?language=en&itemId=4022237  One day, as the Leon family was desperately seeking a place to hide their children, the mother of one of their friends met Kalinikides by accident, and the latter expressed his willingness to save one or two Jewish children. At first, some inquiries were made about the couple to be sure they meant well, and then a meeting was held between the two families. Dr. Pandelis took Victoria and her two children out of the ghetto and opened up his home to them.

13. Ο Μηνάς Μηνιάδης το 1996  έγραψε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο 21 σελίδων με τίτλο «Η Γενοκτονία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί του Χίτλερ 1941-1944». Όπως σημειώνει στη σελίδα «Αντί Προλόγου», το κείμενο έγραψε γιατί ήταν επιθυμία της «Κας Rachel Λεών, κόρης του Κου Σαμ Λεών, να ακούσει από πρώτο χέρι την περιπέτεια και τον απάνθρωπο και εξοντωτικό διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί του Χίτλερ….». Ο Μηνιάδης καταγράφει, κυρίως, εκείνα τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει πολύ καλά ο ίδιος καθώς έχουν σχέση με τις τρεις εβραϊκές οικογένειες και σε αυτό ακριβώς έγκειται η αξία του κειμένου του.  Σημειώνει  σχετικώς: «…αυτά τα γεγονότα αφορούν αποκλειστικά τις οικογένειες, προσωπικώς και μόνον, που αναφέρονται όπως ακριβώς έζησαν και ταλαιπωρήθηκαν την εποχή εκείνη.».  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου