Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

[Θεσσαλoνίκη, Εβραίοι 15 * Thessaloniki, Jews 15]: parva iudaica thessalonicensia XV. Βασιλική [Κίτσα] Αβαροπούλου-Αθυρίδου και Κώστας Αθυρίδης - Η βοήθεια την οποία προσέφεραν κατά την διάρκεια της Κατοχής για την διάσωση της 5μελούς οικογενείας Ασσαέλ: Συμπληρωματικά στοιχεία. Μαρτυρία της Βασιλικής Αθυρίδου σχετικώς με την διάσωση δύο εβραιοπαίδων [Νίκος και Νίνα Λεών]. * Vasiliki (Kitsa) Avaropoulou – Athiridou and Kostas Athiridis. Assistance provided to the ultimately rescued Assael family of five during the Nazi Occupation of Salonica in Greece: Additional information. Oral testimony by Vasiliki Avaropoulou- Athiridou regarding the rescue of two Jewish children (Niko and Nina Leon).




                                                 There are heroes in life, you know, there are!



  


Εικόνα 1. Βασιλική Αβαροπούλου-Αθυρίδου και Κώστας Αθυρίδης.





Η οικογένεια Ασσαέλ – η Ίντα, ο Μάρκος και τα τέκνα τους Φρέντυ, Λουλού και Ζανίν – οι 5 Ασσαέλ συνολικά, αποφασίζουν, με την πιεστική προτροπή και την σταθερή συνδρομή του Μανώλη Κονιόρδου, να μην ακολουθήσουν τους ομοθρήσκους τους στο δρόμο προς την «Κρακοβία», αλλά να αποδράσουν από το γκέτο και να κρυφτούν μέσα  στη πόλη.

Ο Ανδρέας Ασσαέλ, γιος του Φρέντυ, εγγονός και ανεψιός των άλλων της οικογενείας,  έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο μερικών σελίδων με την εξιστόρηση των σκληρών γεγονότων της αποκρύψεως (και της διασώσεως) των 5  ανιόντων συγγενών του, το οποίον - μαζί με ένα δικό μου  σχετικό  σχόλιο - δημοσιεύτηκε εδώ, στο blog νήσος Λευκάς, στη διεύθυνση  http://palaiabiblia.blogspot.gr/2014/11/9-thessaloniki-jews-9-parva-iudaica.htm Ο Ανδρέας κατέγραψε όσα άκουσε από τους επιζήσαντες, κυρίως από τον πατέρα του και τον παππού του, τους Φρέντυ και Μάρκο Ασσαέλ.

Η Μαρία Βουδούρογλου δέχεται να φιλοξενήσει τους καταζητουμένους εβραίους  προσωρινά στο σπίτι της  μέχρι να τους τακτοποιήσει κάπου αλλού, μονιμότερα, ο Μ. Κονιόρδος, Όμως, επειδή  η  Μαρία από την αρχή της συγκατοικήσεως συμπαθεί τους Ασσαέλ, αποφασίζει να τους κρατήσει κοντά της και να τους κρύψει μέχρι την απελευθέρωση της πόλεως (και της χώρας) από τους κατακτητές. Μαζί με τον γιο της τον Αντώνη, θα αποτελέσουν, εκείνο το διάστημα, μία οικογένεια με τους 5 Ασσαέλ, θα διακινδυνεύσουν κατ’ επανάληψη να αποκαλυφθούν και να εκτελεσθούν όλοι  (και οι επτά) από τους Γερμανούς, εν τέλει όμως επέτυχαν, χάρη κυρίως στις σπουδαίες ικανότητες και την ψυχραιμία της Μαρίας, να σωθούν και να βρεθούν μετά τον πόλεμο σε μία ελεύθερη, διαφορετική όμως από την προπολεμική, Θεσσαλονίκη.     

Η οικογένεια Ασσαέλ έμεινε κρυμμένη στο σπίτι της Μαρίας ενάμιση χρόνο και κατά το διάστημα αυτό κρίθηκε απαραίτητη η απομάκρυνση της από το σπίτι δύο φορές. Η μετακίνησή τους, σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένα, έγινε με οδηγό την Μαρία και οι πέντε βρήκαν καταφύγιο σε ταπεινά σπίτια –  ασφαλείς χώρους τους οποίους είχε εξασφαλίσει γι’ αυτούς ο Κονιόρδος για κάθε τέτοιο ενδεχόμενο,  πολύ καιρό πριν παρουσιασθεί η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν. Την πρώτη φορά, η Μαρίκα και ο αδερφός της Ιωσήφ Τιάλιος και την δεύτερη, η Κατίνα από την Καλαμαριά, έκρυψαν και φρόντισαν τους πέντε Εβραίους.  Την τρίτη φορά όμως δε υπήρχε εναλλακτική λύση: πέντε Εβραίοι καταζητούμενοι ευρέθησαν κυριολεκτικά στο δρόμο, λίγο πριν λήξει η καθορισμένη ώρα κυκλοφορίας των πολιτών. Μετά από μία άκαρπη πρώτη προσπάθεια να βρουν άσυλο σε γνωστή τους οικογένεια, οι Ασσαέλ χτύπησαν την πόρτα της Κίτσας και του Κώστα Αθυρίδη και η πόρτα άνοιξε – οι Ασσαέλ εσώθησαν και αυτή τη φορά εσώθησαν οριστικά. Μερικές μέρες αργότερα, ο Κώστας Αθυρίδης επέστρεψε ενωρίτερα από την δουλειά του, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, φώναξε τους Ασσαέλ, τους έδειξε τον δρόμο στο φως της ημέρας και ανακοίνωσε σε όλους μέσα στο σπίτι ότι η Θεσσαλονίκη είναι  ελεύθερη: οι Γερμανοί αποχώρησαν από  την πόλη. Ήταν η 30η Οκτωβρίου και οι  Ασσαέλ μπορούσαν να περπατήσουν – να τρέξουν – ελεύθεροι, μετά τον εγκλεισμό τόσων μηνών, με κατεύθυνση προς το σπίτι τους. Στο κείμενό του, ο Ανδρέας Ασσαέλ περιγράφει το επεισόδιο με το ζεύγος Αθυρίδη και σε δύο προτάσεις  σημειώνει: «…Χτυπάνε την πόρτα των Αθυρίδηδων, η κυρία Κίτσα ανοίγει (ζει ακόμα 101 χρόνων)…».

Πρόσφατα γνώρισα τον ιστορικό Αντώνη Γώδη, εγγονό της Άννας, της μικρότερης αδελφής της κυρίας Βασιλικής Αβαροπούλου -  Αθυρίδου, της κυρίας Κίτσας της ιστορίας μας. Ο Αντώνης εξέδωσε εκτός  εμπορίου  ένα ενδιαφέρον βιβλίο για την κυρία Αθυρίδου με τίτλο « “Σαν τη μέλισσα σ’ ανθώνα”. Βασιλική Αβαροπούλου – Αθυρίδου1». Με την μεσολάβησή του επέτυχα να συναντήσω την κυρία Αθυρίδου και να συζητήσω μαζί της για τις ημέρες εκείνες, που αυτή με τον σύζυγό της δέχθηκαν να κρύψουν την οικογένεια της Ίντας και του Μάρκου Ασσαέλ, διακινδυνεύοντας την ζωή τους αλλά και την ζωή των μελών της δικής τους οικογενείας. Παρακάτω δημοσιεύονται πρώτα  όσα μου αφηγήθηκε η κ. Αθυρίδου και στην συνέχεια, μεταφρασμένο, το τμήμα της εξιστορήσεως του ιδίου συμβάντος όπως το αφηγήθηκε η Ζανίν σε συνέντευξη που έδωσε κατά το έτος 1998. 

   A. Η αφήγηση της κυρίας Βασιλικής [Κίτσας] Αβαροπούλου - Αθυρίδου

«Όταν άκουσα το χτύπημα στην πόρτα, κοίταξα από το παράθυρο του υπνοδωματίου και είδα έξω μπροστά στην είσοδό μας τον Μάρκο και τον Φρέντυ – τους δύο άντρες, τους έβλεπα για πρώτη φορά. Η μητέρα και οι κόρες είχαν σταθεί στην γωνία του δρόμου, στο σκοτάδι· αυτές δεν τις έβλεπα.  Ο Κώστας άνοιξε την πόρτα, αντάλλαξε μερικές φράσεις με τον Μάρκο, τον τράβηξε βιαστικά μέσα, γύρισε το κεφάλι  προς εμένα και με κοίταξε με νόημα, ενώ ο Φρέντυ έτρεξε να φέρει την μητέρα και τις αδελφές του. Κατάλαβα τι συμβαίνει και έκανα ένα καταφατικό νεύμα στον άντρα μου. Νοιώθαμε συγκινημένοι και μαζί φοβισμένοι, είχαμε και εμείς δύο παιδιά να προστατεύσουμε, αλλά άνθρωποι ήταν και αυτοί, πώς να τους αφήσεις έξω. Τότε μέναμε στην οδό Γραβιάς, στον αριθμό 48, σε μια ιδιωτική διώροφη μονοκατοικία με εξωτερική μαρμάρινη σκάλα. Επί της Γραβιάς στον αριθμό 49 – αριστερά από το ακριβώς απέναντι στο δικό μας κτίριο – έμεναν Γερμανοί αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν καταλάβει την εβραϊκή οικία  των Αμπραβανέλ. Στο ισόγειο  της δικής μας μονοκατοικίας,  διέμενε οικογένεια φίλων μας. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς από τους ενοίκους του ισογείου και βεβαίως κανείς από τους απέναντι Γερμανούς αξιωματικούς την παρουσία των Ασσαέλ στον επάνω όροφο της μονοκατοικίας, εκεί που μέναμε εμείς. Υπήρχε ακόμη ένα πρόβλημα, το οποίον έπρεπε  να ρυθμισθεί αμέσως: κάθε πρωί έρχονταν η παραδουλεύτρα η Φωφώ, μία πόντια είκοσι ετών από την Καλαμαριά και παρέμενε εργαζόμενη στο σπίτι μας όλη την ημέρα. Κάποιος από την οικογένεια, δεν θυμάμαι ποιος, ειδοποίησε την Φωφώ να μην έλθει τις επόμενες ημέρες. Τώρα στο σπίτι θα  κατοικούσαμε 11 άτομα: η 4μελής δική μας οικογένεια, οι πέντε Ασσαέλ και οι γονείς μου, η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου και ο Ευστράτιος Αβαρόπουλος οι οποίοι, από τότε που παντρεύτηκα, έμεναν πάντα μαζί μας. Το βάρος του σπιτιού εσήκωσε τις επόμενες ημέρες η γιαγιά, η Αντιγόνη - αυτή φρόντιζε για τα ψώνια και αυτή ανέλαβε το μαγείρεμα του σπιτιού. Βοηθούσαν βεβαίως οι δύο αδελφές Ασσαέλ καθώς η Ίντα, η μητέρα τους, ήταν πολύ κουρασμένη και από τότε έδειχνε φιλάσθενη. Μείναμε μαζί μερικές ημέρες (μία ή δύο εβδομάδες) μέχρι την απελευθέρωση με κλειστά τα παραθυρόφυλλα του ορόφου και υποχρεωτικά έγκλειστο τον γιό μου, τον Γρηγόρη2. Είχαμε και μία κόρη, την Νίκη3, η οποία γεννήθηκε το 1932 ενώ ο Γρηγόρης το 1934, δηλαδή είχαν διαφορά δύο ετών – το 1944 ο Γρηγόρης ήταν 10 και η Νίκη 12 ετών. Όμως, όσο σοβαρή και ελεγχόμενη ήταν η Νίκη τόσο ζωηρός και απρόβλεπτος έδειχνε  ο Γρηγόρης, έπρεπε να τον κρατήσουμε εσώκλειστο παρά τις  έντονες αντιδράσεις του· φοβόμαστε μήπως του ξεφύγει και μιλήσει σε κάποιους για τους Εβραίους επισκέπτες μας.».

Η συγκατοίκηση, κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες κατά τις οποίες έγινε, δημιούργησε εξαιρετικές σχέσεις μεταξύ των δύο οικογενειών, Αθυρίδη και Ασσαέλ. Μετά τον πόλεμο η γιαγιά, η Αντιγόνη, επισκέπτονταν συχνά την Ίντα, η οποία είχε προβλήματα υγείας και δεν ήταν εύκολο να βγαίνει από  το σπίτι της. Η Κίτσα και ο Κώστας ήταν καλεσμένοι και παρευρέθησαν στους επίσημους αρραβώνες της Ζανίν στην οικία των Ασσαέλ  και αργότερα ήταν καλεσμένοι και στον γάμο της Ζακλίν ο οποίος έγινε στην συναγωγή Μοναστηριωτών.  Μετά από αρκετά χρόνια, ίσως στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τρία ζεύγη συνδεδεμένα μεταξύ τους από την περίοδο της κατοχής, έτυχε να διαμείνουν στην ίδια οικοδομή. Στην πολυκατοικία επί της οδού Σοφούλη 14, στον τρίτο όροφο, έμενε η οικογένεια Αθυρίδη και σε διπλανό διαμέρισμα ο Μανώλης Κονιόρδος με την δεύτερη σύζυγό του και το μικρό κορίτσι τους. Επάνω, στον 4ο ενοικίαζαν η Κίτσα4 και ο  Φρέντυ Ασσαέλ. Οι Ασσαέλ ετοίμασαν ένα ευχαριστήριο δείπνο για τον Μανώλη Κονιόρδο και για το ζεύγος Αθυρίδη. Στο δείπνο ήταν καλεσμένοι ακόμη  μερικοί  φίλοι των Ασσαέλ και η βραδιά διέθετε τα πάντα: ποικίλα και εξαιρετικά εδέσματα, ποτά, μουσική και χορό. Προπάντων όμως είχε συγκίνηση και πολύ χαρά, καθώς ο καθένας από τους παρευρισκομένους της ιστορίας μας   αισθάνονταν ότι έκαμε το χρέος του απέναντι στον εαυτό του και απέναντι  στον άλλον, τον συνάνθρωπό του. Εγέρθηκαν προπόσεις και αντιπροπόσεις – ο λόγος επέτεινε την συγκίνηση και ένα τέταρτο αιώνος  μετά τα γεγονότα της Κατοχής, δάκρυα πλημμύρισαν τους οφθαλμούς  όλων όσων συμμετείχαν στην εορταστική συνάθροιση.     



 
 Εικόνα 2. Βασιλική, Γρηγόρης και Νίκη Αθυρίδου







  Β. Η αφήγηση της Ζανίν Ασσαέλ.

Η Ζανίν το 1998 έδωσε μία συνέντευξη στο Τμήμα Προφορικής ιστορίας του Imperial War Museum της Μεγάλης Βρετανίας η οποία υπάρχει στον ιστότοπο του Ιδρύματος5. Στο μεταφρασμένο απόσπασμα6 που δημοσιεύεται, περιέχονται όσα συνέβησαν  μετά την πρώτη άκαρπη απόπειρα του Μ. Ασσαέλ να εξασφαλίσει άσυλο για την οικογένειά του. Η αφήγηση της Ζανίν καλύπτει δηλαδή το τελευταίο κρίσιμο επεισόδιο της κατοχικής  πορείας της οικογενείας της: εξιστορεί την υποδοχή και την σωτήρια φιλοξενία την οποία εγνώρισαν οι 5 Ασσαέλ από το ζεύγος και από τα άλλα μέλη της οικογενείας Αθυρίδη.

“Γυρνάει πίσω σε μας και για άλλη μια φορά δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Λέει τότε ο πατέρας μου: «Υπάρχει άλλο ένα ενδεχόμενο. Είναι ένας κύριος τον οποίο είχα βοηθήσει κάποτε επιχειρηματικά και ο οποίος μου είχε πει πως, ό,τι κι αν συμβεί,  μια μέρα θα μου το ξεπληρώσει... Αθυρίδης λέγεται και μένει μαζί με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους σε ένα σπίτι εδώ κοντά. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε σε αυτούς». Ξεκινήσαμε και πάλι πολύ προσεκτικά, σκυφτοί μέσα στη νύχτα. Φτάνουμε και ο πατέρας μου ανεβαίνει πάλι τις σκάλες. Ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ένας άνδρας —Αθυρίδης, Κώστας Αθυρίδης ήταν το όνομά του: «Δεν το πιστεύω!», λέει στον πατέρα μου. «Μάρκο, ζεις! Πού είναι η οικογένειά σου;». Ο πατέρας μου απαντά: «Εδώ πίσω μου και είμαστε πεινασμένοι, κουρασμένοι και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε». Τότε αυτός του λέει: «Θα μείνετε εδώ! Μπείτε μέσα όλοι!» Υπάρχουν ήρωες στον κόσμο, ξέρετε, υπάρχουν πράγματι! Ήταν τόσο δύσκολοι καιροί! Πέντε άτομα είναι πολλά! Μπαίνουμε, λοιπόν, μέσα στο σπίτι. Η κόρη τους ήταν δεκάξι χρονών, όμορφη κοπέλα! Είχαν και έναν γιο επτά χρονών. Μπαίνουμε μέσα και η γιαγιά, η μητέρα του, που ζούσε κι αυτή μαζί τους —ήτανε χήρα— μας υποδέχθηκε με τόση χαρά. Το ίδιο και η γυναίκα του. Μας υποδέχθηκαν τόσο θερμά! Μας έκαναν να νιώσουμε ευπρόσδεκτοι λες και ήμασταν οι επισκέπτες που περίμεναν πώς και πώς να τους δεχθούν. Μας έκαναν να αισθανθούμε σαν στο σπίτι μας και μάλιστα επέμειναν η μητέρα μου και ο πατέρας μου, που ήταν εξουθενωμένοι, να κοιμηθούν στην κρεβατοκάμαρά τους. «Είναι θέμα χρόνου. Άλλωστε κανείς δεν σας είδε να έρχεστε. Οι Γερμανοί φεύγουν», μας λέει η γυναίκα του. «Επτά μέρες το πολύ. Τόσο πρέπει να αντέξετε όλο κι όλο! Κάντε υπομονή επτά μέρες και…» Τότε εμείς τους λέμε: «Ο μικρός;» «Α! Ο μικρός!», λέει ο σύζυγός της. «Ο μικρός είναι πλέον έγκλειστος! Δεν μπορεί να πάει στο σχολείο! Δεν μπορεί να πάει πουθενά!», λέει. «Γιατί άπαξ και βγει, χαθήκαμε!» Όπως ήταν φυσικό, ο μικρός έγινε έξω φρενών! «Γιατί να μην μπορώ να βγω απ’ το σπίτι; Γιατί να μην πω στον φίλο μου ότι έχουμε επισκέψεις;»  Η μητέρα του τού έλεγε: «Θα μείνεις μέσα, δεν πρόκειται να πας πουθενά ό,τι και να λες! Και το καλό που σου θέλω να συμμορφωθείς με το καλό!  Δεν γίνεται αλλιώς! Πρέπει να μείνεις μέσα! Θα σου πάρουμε παιχνίδια και θα παίζετε μαζί με τη Ζανίν και με τον αδελφό και την αδελφή της και τη γιαγιά σου. Αλλά έξω δεν θα βγεις».  Αλλά και η γιαγιά ήταν πολύ περιποιητική. Μας έκανε να νιώθουμε άνετα, ρωτούσε πώς είμαστε, μας δάνεισαν και ρούχα. Και το πρωί είχαμε επιτέλους κανονικό πρωινό! Αχ! Είχαν καφέ, αληθινό ψωμί, βούτυρο. Ήταν, βλέπετε, ευκατάστατοι. Και όλες αυτές οι μυρωδιές μέσα στο σπίτι! Τι μυρωδιές! Δεν μπορούσα να τις βγάλω απ’ το μυαλό μου! Μας βρήκαν και ρούχα για μένα και την αδελφή μου… Ήταν υπέροχοι! Υπέροχοι! Και φρόντιζαν να διασκεδάζουμε, δεν μας έκαναν να νιώθουμε ότι τους είμαστε βάρος, παρότι όντως ήμασταν βάρος, επικίνδυνο βάρος! Θέλω να πω, εδώ τώρα και δεν θα ήθελα να δω πέντε άτομα να καταφθάνουν στο σπίτι μου για να μείνουν για άγνωστο χρονικό διάστημα! Αλλά πέντε μέρες7… Και παρότι έθεταν τη ζωή τους σε κίνδυνο και τη ζωή των παιδιών τους, δεν δίστασαν. Ο σύζυγος συνήθιζε να πηγαίνει κανονικά στη δουλειά το πρωί και να μας φέρνει τα νέα στην επιστροφή. Είχε ραδιόφωνο! Είχε τηλέφωνο! Και η γυναίκα του ήταν πραγματικά τόσο καλή! Το πρώτο πράγμα που μου αγόρασε ήταν κραγιόν. Αυτή μου έδωσε για πρώτη φορά. Μου έδωσε ένα κραγιόν και πάντα έβρισκε μικρά δωράκια για μένα. Εγώ πάλι το μόνο που είχα καταφέρει να περισώσω ήταν δύο βραχιόλια, δύο χρυσά βραχιόλια της προγιαγιάς μου, τα φυλούσα κλειδωμένα. Έβγαλα, λοιπόν, ένα και το έδωσα στη Νίκη, την κόρη. Και η Νίκη ξετρελάθηκε από τη χαρά της με το δώρο. «Τώρα, λοιπόν, είμαστε αδελφές!», της είπα. «Έχεις ένα εσύ κι ένα εγώ». Η Νίκη έβγαινε κανονικά από το σπίτι, ήταν πολύ σοβαρή και μετρημένη κοπέλα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πει κάτι. Μπορούσες να της έχεις εμπιστοσύνη! Αλλά ο μικρός, ξέρετε, ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει! Και κάπου εκεί την έβδομη ή όγδοη μέρα, βλέπουμε τον Κώστα να φεύγει για τη δουλειά και να επιστρέφει μετά από μια ώρα! Ανοίγει σαν σίφουνας την εξώπορτα και μας λέει: «Βγείτε έξω!» Εγώ τον ρωτάω: «Μα τι συμβαίνει;» Κι εκείνος μου απαντά: «Είστε ελεύθεροι, φίλοι μου! Φύγανε! Τα αγγλικά στρατεύματα προελαύνουν!» Δεν μπορώ να σας περιγράψω με λόγια τι ακολούθησε! Πρώτα απ’ όλα, πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον, βιαζόμασταν όλοι να βγούμε έξω! Βγήκαμε τρέχοντας! Θέλαμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας! Να δούμε ξανά το σπίτι μας!”.



Εικόνα 3. Γρηγόρης, Νίκη και Βασιλική Αθυρίδου  


Οι δύο αφηγήσεις συγκλίνουν στην διατύπωση της αλήθειας, κοινής εκ μέρους και των δύο  αφηγητριών: η διωκομένη οικογένεια των Ασσαέλ ζητεί άσυλο από το ζεύγος Αθυρίδη και η Κίτσα και  ο Κώστας Αθυρίδης (διατρέχοντας υψηλό κίνδυνο οι ίδιοι, τα δύο παιδιά τους και οι γονείς της  Κίτσας) ανταποκρίνονται και τους παρέχουν σωτήρια φιλοξενία.

Υπογραμμίζοντας  ότι η Ζανίν δίνει την συνέντευξη 54 χρόνια μετά τα γεγονότα του 1944 και  η Κίτσα ομιλεί 73 χρόνια μετά από αυτά, οφείλω να επισημάνω μία κρίσιμη διαφορά στις αφηγήσεις η οποία, κατά την εκτίμησή μου, παρουσιάζει θετικά  τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα της κάθε μίας από τις δύο Κυρίες - αφηγήτριες. Η Κίτσα είπε ότι τότε ένοιωθαν «συγκινημένοι και φοβισμένοι», συγκινημένοι επειδή έκρυβαν (και  διέσωζαν) 5 Εβραίους και φοβισμένοι από τον κίνδυνο  της φοβερής παρουσίας των Γερμανών στην πόλη.  Όμως, ήλεγξαν τον φόβο τους και έδειξαν ανθρώπινο πρόσωπο στους ικέτες Εβραίους, τους φέρθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε η Ζανίν μιλώντας για τις ίδιες εκείνες ημέρες,  μισό αιώνα μετά, τις παρουσιάζει σαν ημέρες ανέφελες – όπως θα ήταν αν δύο φιλικές οικογένειες  συγκατοικούσαν για ένα διάστημα και η κάθε μία μάλιστα, χαίρονταν  την παρουσία της άλλης. Από τα παραπάνω πρέπει να επισημάνω ότι αποκλίνουσες προσεγγίσεις παρουσιάζονται σχεδόν πάντα, στις αφηγήσεις κοινών ιστοριών από διαφορετικά πρόσωπα, όταν μάλιστα αυτές καταγράφονται μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Συμπληρωματικώς, σημειώνω και δύο λανθασμένες πληροφορίες οι οποίες παρεισέφρησαν  στην αφήγηση της Ζανίν: θυμάται ότι η Νίκη ήταν δεκάξι χρονών και ο Γρηγόρης επτά, ενώ στην πραγματικότητα ήταν δώδεκα και δέκα αντιστοίχως. Η ίδια επίσης , αναφέρει ότι στην οικία του ζεύγους Αθυρίδη, εκτός από τα δύο τέκνα τους, έμενε η χήρα μητέρα του Κώστα, ενώ μαζί τους ζούσαν τότε (και πάντα μετά από τον γάμο τους) οι γονείς της Κίτσας, η Αντιγόνη και ο Ευστράτιος Αβαρόπουλος.  

Από την συνάντησή μου  με την κυρία Αθυρίδου προέκυψε μία ενδιαφέρουσα  πληροφορία για την  ιστορία των Ασσαέλ, η οποία με τη σειρά της μας οδήγησε   στην  ιστορία επί Κατοχής, μίας άλλης εβραϊκής οικογενείας. Η κ. Αθυρίδου, στην αφήγησή της, επεσήμανε το γεγονός ότι απέναντι από την κατοικία τους έμεναν Γερμανοί αξιωματικοί σε κατειλημμένη εβραϊκή οικία. Την παρακάλεσα να θυμηθεί το όνομα των ιδιοκτητών, προσπάθησε, αλλά ύστερα από ένα διάστημα σιωπής και δισταγμού, διαπίστωσε ότι, δυστυχώς, δεν θυμόνταν.  Μετά από μία ώρα περίπου και ενώ η αφήγησή της είχε περάσει σε άλλα θέματα, την ακούσαμε να προφέρει, πανηγυρικά σχεδόν, την λέξη Αμπραβανέλ. Καταλάβαμε ότι αυτό ήταν το όνομα των Εβραίων, που έμεναν απέναντι στην οδό Γραβιάς και των οποίων την οικία  είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Αυτό το γεγονός δεν το γνώριζε ο Μάρκος Ασσαέλ (δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει άλλωστε) όταν χτύπησε την πόρτα του Κώστα Αθυρίδη τον Οκτώβριο του 1944 και δεν το αναφέρει στην συνέντευξη - εξιστόρησή της (ούτε στο βιβλίο της8) η Ζανίν. Η παρουσία των Γερμανών αξιωματικών ακριβώς απέναντι από την οικία Αθυρίδη, στη στενή οδό Γραβιάς, έκανε την κίνηση των Ασσαέλ εκείνο το βράδυ,  ιδιαίτερα επικίνδυνη τόσον για τους ίδιους όσον  και για τους Αθυρίδηδες, που  άνοιξαν την πόρτα τους και τους δέχτηκαν. Νομίζω ότι  η φράση «μπήκαν στο στόμα του λύκου» χαρακτηρίζει με τον πιο ακριβή τρόπο την κατάσταση στην οποία ευρέθησαν οι δύο οικογένειες κατά τις ημέρες της κοινής παρουσίας τους στην Γραβιάς 48. Οι Αθυρίδηδες το εγνώριζαν, ενώ οι Ασσαέλ το αγνοούσαν - ίσως μάλιστα αυτοί να μην το έμαθαν ούτε αργότερα, κατά την διάρκεια δηλαδή των ημερών της συγκατοικήσεως.

Στην συνάντηση μου με την κυρία Αθυρίδου, παρευρίσκονταν εκτός από τον Αντώνη και η μητέρα του η κ. Αντιγόνη [Νινέτα] Γώδη, ανεψιά της κ. Αθυρίδου, η οποία μόλις άκουσε τη λέξη Αμπραβανέλ συμπλήρωσε αμέσως το επίθετο, με το μικρό όνομα «Ρένα» και πρόσθεσε ότι γνωρίζει πολύ καλά  την Ρένα Αμπραβανέλ, κόρη των ιδιοκτητών της βίλας. Την άλλη μέρα, χάρη στις δυνατότητες του διαδικτύου, η κυρία  Αμπραβανέλ απάντησε σε μήνυμα της κυρίας Γώδη και επιβεβαίωσε την πληροφορία ότι η βίλα επί της οδού Γραβιάς 49 ανήκε στην οικογένειά της ενώ με την ευκαιρία   αναφέρθηκε στη Νίκη και τον Γρηγόρη Αθυρίδη, που τους θυμόνταν καλά από τότε, λόγω της στενής γειτνιάσεως των οικιών τους. Άλλωστε η ίδια ήταν δύο χρόνια μικρότερη από τον Γρηγόρη και 4 από την Νίκη. Σύμφωνα μάλιστα με την μαρτυρία της κ. Αμπραβανέλ, η βίλα τους ήταν «ένα από τα ωραιότερα σπίτια της Θεσσαλονίκης· ήταν μια πολύ μοντέρνα κατασκευή από μπετόν αρμέ9.». Όταν, το 1945, τα μέλη της οικογενείας Αμπραβανέλ επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και έφτασαν στη βίλλα τους διαπίστωσαν ότι σε αυτήν διέμενε ένας αξιωματικός του ελληνικού στρατού, παρότι  διέθετε δικό του σπίτι στα προάστια της πόλεως. Στο υπόγειο μάλιστα, ο αξιωματικός έτρεφε χοίρους και κότες· και η κ. Αμπραβανέλ θα σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Το υπόγειό μας, που είχε άλλοτε κριθεί κατάλληλο για να μετατραπεί σε λέσχη αξιωματικών, ήταν πλέον χοιροστάσιο10».

Επί του παρόντος ας σταματήσω εδώ, καθώς οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης έως τον Μάρτιο του 1943 ήταν δεκάδες χιλιάδες και, μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917,  κατοικούσαν παντού μέσα στη πόλη, με αποτέλεσμα μια οποιαδήποτε ιστορία κατά την διάρκεια της Κατοχής να συμπλέκεται, συνήθως, με άλλη ή με άλλες, οι οποίες έχουν σχέση σχεδόν πάντα με τους διωκομένους εβραίους και την διαδρομή τους.    


Εικόνα 4. Το σπίτι των Αμπραβανέλ στην οδό Γραβιάς 49 






Εικόνα 5 : Επάνω αριστερά η Λουλού Ασσαέλ, δεξιά ο Μανώλης Κονιόρδος * Κάτω ο Μάρκο Ασσαέλ  [οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Ανδρέα Ασσαέλ]


   Εικόνα 6 : Επάνω αριστερά ο Φρέντυ Ασσαέλ, δεξιά η Ίντα Ασσαέλ, η μητέρα * Κάτω η Ζανίν Ασσαέλ [οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Ανδρέα Ασσαέλ]




Εικόνα 7.  Η Βασιλική Αθυρίδου με την ανιψιά της Αντιγόνη (Νινέτα) Κωφού-Γώδη αμέσως μετά την απονομή από το Yad Vashem του μεταλλίου και του τίτλου του Δικαίου των Εθνών στο ζεύγος Βασιλικής και Κώστα Αθυρίδη

    
2. Η διάσωση δύο εβραιοπαίδων και των γονέων τους από τον γιατρό Παντελή Καλλινικίδη – η συμμετοχή της Αντιγόνης Κατσάπη-Αβαροπούλου.

Εικόνα 8. Η Νίνα Λεών και η «μαμά Όλγα»[η φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο της κ. Νίνας Λεών – Καμχή]

Εικόνα 9. Ο Νίκος Λεών [η φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο της κ. Νίνας Λεών – Καμχή]

Η κυρία Αθυρίδου στη συζήτησή μας ανέφερε και ένα περιστατικό ακόμα, σχετικό με την διάσωση δύο μικρών παιδιών από ένα γιατρό κατά την διάρκεια του διωγμού των εβραίων στη Θεσσαλονίκη.

«Ένας Εβραίος, γνωστός του Κώστα, τον πλησίασε και του ζητούσε να κρατήσουμε “τα παιδάκια τους”, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. “Τα παιδάκια  μας” του έλεγε “σε παρακαλώ σώσε τα παιδιά μας”. Θυμάμαι μόνον το όνομα της μητέρας των παιδιών, την έλεγαν Βικτώρια. Η γιαγιά η Αντιγόνη πήρε τα δύο μικρά και τα πήγε στις καλόγριες – εκείνες την  γνώριζαν καλά, τις παρακάλεσε να τα κρατήσουν μαζί τους και να τα κρύψουν. Οι καλόγριες ζήτησαν να βαπτισθούν τα παιδιά, να γίνουν μέλη της καθολικής εκκλησίας και τότε θα ήταν δυνατόν να τα βοηθήσουν. Η γιαγιά πήρε τα παιδιά και έφυγε. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στο γιατρό μας τον Γεώργιο Τζηρίδη, ο οποίος είχε το ιατρείο του στη Ερμού, μήπως αυτός μπορούσε να βρει μία λύση. Ο Τζηρίδης στην αρχή απάντησε αρνητικά αλλά σε λίγες μέρες τηλεφώνησε και είπε στην μητέρα μου: “Φέρε τα παιδιά”.

Τα έδωσε σε μία οικογένεια γιατρού που έμενε απέναντι από το ιατρείο του,  αυτός  τα κράτησε μαζί με τα δύο δικά του και έτσι, ευτυχώς, σωθήκανε και τα δύο εβραιόπουλα».

Σε αυτή την περίπτωση τα στοιχεία τα οποία θυμόνταν η κ. Αθυρίδου ήταν περιορισμένα, εν τούτοις όμως απεδείχθησαν επαρκή για να επισημάνουμε τα δύο εβραιόπουλα της ιστορίας, που «ευτυχώς σωθήκανε». Το όνομα του γιατρού της οικογενείας Αθυρίδη, του Γεωργίου Τζηρίδου, και η διεύθυνση του ιατρείου του οδήγησαν τον Αντώνη Γώδη στον εντοπισμό του Παντελή Καλλινικίδη, γιατρού επίσης, ο οποίος είναι γνωστό ότι βοήθησε να σωθούν  δύο παιδιά11, η Νίνα και ο Νίκος, μαζί με τους γονείς τους τη Βικτώρια και τον Γιουδά Λεών. Το κείμενο στην ιστοσελίδα του Yad Vashem (για την απονομή του τίτλου του Δικαίου των Εθνών στη Σαπφώ και το Παντελή Καλλινικίδη) περιλαμβάνει το παρακάτω απόσπασμα12 το οποίο φαίνεται να συγκλίνει εν μέρει με την αφήγηση της κ. Αθυρίδου : «Μια μέρα, κι ενώ η οικογένεια Λεών αναζητούσε απεγνωσμένα ένα μέρος για να κρύψουν τα παιδιά τους, η μητέρα κάποιας φίλης τους συνάντησε τυχαία τον Καλλινικίδη, ο οποίος εμφανίστηκε πρόθυμος να σώσει ένα-δυο Εβραιόπουλα. Αρχικά, ρώτησαν για να μάθουν πληροφορίες για το ζευγάρι προκειμένου να βεβαιωθούν για τις καλές τους προθέσεις και, στη συνέχεια, ακολούθησε μια συνάντηση μεταξύ των δύο οικογενειών. Ο δρ. Παντελής άνοιξε το σπίτι του στη Βικτώρια και τα δυο της παιδιά, βγάζοντάς τους από το γκέτο.» Η «μητέρα κάποιας φίλης τους» πιθανότατα ήταν η Αντιγόνη Κατσάπη – Αβαροπούλου και η επαφή με τον Παντελή Καλλινικίδη έγινε μέσω του Γ. Τζηρίδου. 

Ο κ. Κώστας Καλλινικίδης (γεννηθείς το 1932), γιος του Παντελή, μας αφηγήθηκε ότι, σύμφωνα με όσα γνωρίζει, η επαφή του πατέρα του με τους Λεών έγινε μέσω του Αποστόλου,  ενός υπαλλήλου ο οποίος εργάζονταν στο φαρμακείο του Αχιλλέως Τζηρίδου. Σύμφωνα με τον κ. Καλλινικίδη, ο πατέρας του, συγκλονισμένος από την κατάσταση των Εβραίων, επεδίωξε να παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια σε αυτούς και ο Απόστολος του υπέδειξε τους Λεών, για τους οποίους εγνώριζε ότι επεδίωκαν να αποδράσουν από το γκέτο και να κρυφτούν. Συμπληρωματικώς, σημειώνω ότι ο φαρμακοποιός Αχιλλεύς Τζηρίδης ήταν αδελφός του γυναικολόγου ιατρού Γεωργίου Τζηρίδου, το φαρμακείο μάλιστα και το ιατρείο  βρίσκονταν σε δύο παράλληλα κτήρια, επί της οδού Ερμού 44, απέναντι από την κατοικία - ιατρείο του αφροδισιολόγου - δερματολόγου ιατρού, Παντελή Καλλινικίδη.

Η κυρία Αθυρίδου δεν έχει κανένα λόγο να «πλάσει» μία ιστορία, άλλωστε στην επίκληση του Γιουδά  Λεών, η Βασιλική και ο Κώστας Αθυρίδης δεν  ανταποκρίθηκαν οι ίδιοι. Όμως δεν έμειναν αδιάφοροι: η γιαγιά, η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου, απευθύνθηκε στις καλόγριες και όταν η κίνηση αυτή δεν έφερε αποτέλεσμα οι δύο γυναίκες – μητέρα και κόρη – συζήτησαν μεταξύ τους και αποφάσισαν να ζητήσουν την βοήθεια του γιατρού και καλού τους φίλου, του Γεωργίου Τζηρίδου. Ίσως, καθώς ο Γιουδά αναζητούσε εναγωνίως βοήθεια, να μίλησε στον Απόστολο ή στον ίδιο τον φαρμακοποιό Αχιλλέα Τζηρίδη και από αυτούς με τη σειρά του να ενημερώθηκε ο Παντελής Καλλινικίδης.  Άλλωστε για τις δύο αυτές εκδοχές της ίδιας ιστορίας ο κ. Κώστας Καλλινικίδης έκαμε μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «μπορεί να συνυπάρχουν και οι δύο», είπε.

 Το βέβαιον είναι ότι συνέβη ένα μικρό θαύμα: εσώθησαν τα δύο παιδιά, ο Νίκος και η Νίνα, και μαζί με αυτά εσώθησαν και οι γονείς τους, η Βικτώρια και ο Γιουδά Λεών.   Παραμένοντας λίγο στα δύο παιδιά: ο Νίκος γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1935 και η Νίνα στις 3 Ιανουαρίου 1940, επομένως στις αρχές του 1943 ο Νίκος είχε κλείσει τα 8 και η Νίνα μόλις τα 3 χρόνια. Η Νίνα – η κυρία Καμχή σήμερα – τα αποσπασματικά στοιχεία τα οποία  γνωρίζει προέρχονται από τις αφηγήσεις των γονέων της· αλλά όπως είναι γνωστό, όσοι εβραίοι επέζησαν, επί δεκαετίες απέφευγαν να ομιλούν για όσα δεινά υπέστησαν κατά την διάρκεια της Κατοχής.

«Στην αρχή ήρθε στο γκέτο - στο πατρικό μου, στην οδό Ιταλίας - ο κύριος Καλλινικίδης και πήρε μαζί του τον Νίκο. Όταν έφευγαν είμασταν όλοι στο παράθυρο και κοιτάζαμε τον Νίκο, ο οποίος γυρνούσε, μας έβλεπε και κουνούσε το χέρι του, μας αποχαιρετούσε. Αυτόν πρώτα πήρε στο σπίτι τους ο κ. Καλλινικίδης. Στη συνέχεια ήταν η σειρά μας (της  μητέρας μου και η δική μου) να αποδράσουμε από το γκέτο. Η μητέρα μου με κρατούσε από το χέρι όταν πήγαμε με τα πόδια από το γκέτο στο σπίτι του γιατρού, κοντά στην Αγία Σοφία. Στο σπίτι μας είχαμε μία υπηρεσία, την Όλγα, που τόσο πολύ την αγαπούσαμε ώστε την λέγαμε και αυτή «μαμά Όλγα». Η Όλγα μας ακολούθησε σε όλη την διαδρομή από κάποια απόσταση και πρόσεχε μήπως κάτι  μας συμβεί. Έτσι βρεθήκαμε οι τρεις μας στο σπίτι του Καλλινικίδη. Το ταξίδι προς την Αθήνα έγινε σε δύο μέρη: Θεσσαλονίκη – Λάρισα και Λάρισα – Αθήνα. Νομίζω μαζί μας ήταν και η οικογένεια Μάτσα. Από την Θεσσαλονίκη πήγαμε στη Λάρισα με ζώα, μάλλον μουλάρια ήτανε. Επικίνδυνη διαδρομή γιατί διασχίσαμε τον Αξιό και έπρεπε να περάσουμε από τα μπλόκα των Γερμανών. Ο πατέρας μου, στην διαδρομή ένοιωθε μεγάλο φόβο, καθώς ταξίδευε σε εκείνες τις συνθήκες  μαζί με την οικογένειά του, γυναίκα και δύο μικρά παιδιά. Τότε εγώ, ένα μικρό κορίτσι ήμουνα, άρχισα να τραγουδώ. Αυτό το τραγούδι, όπως μας εξομολογήθηκε πολύ αργότερα ο πατέρας μου, του έδωσε κουράγιο, τον έκανε να αναθαρρήσει. Φθάσαμε στη Λάρισα, προσπαθήσαμε να βρούμε κάπου να διανυκτερεύσουμε, αλλά κανείς δεν μας άνοιγε την πόρτα. Στο τέλος μας δέχθηκαν σε ένα ξενοδοχείο, στο οποίο έμεναν γυναίκες ελευθερίων ηθών. Αυτές, μόλις είδαν σε ποια κατάσταση είμασταν από την ταλαιπωρία  αμέσως κινητοποιήθηκαν,  φρόντισαν να μας βρουν φαγητό, εξασφάλισαν γάλα για μας τα παιδιά, μας περιποιήθηκαν με έναν τρόπο συγκινητικό. Από την Λάρισα, που ήταν υπό ιταλική κατοχή, ταξιδέψαμε προς την Αθήνα, μάλλον, με το τραίνο. Εκεί μείναμε στην ταράτσα του σπιτιού του Μηνά Μηνιάδη. Αργότερα, επιβιβαστήκαμε σε πλοίο και φτάσαμε στην  Γλώσσα, στη Σκόπελο.». 

Τα παραπάνω είναι όσα αφηγήθηκε [και κατέγραψα] η κυρία Καμχή - η τριετής Νίνα της ανοίξεως του 1943 – τα οποία αναφέρονται συνοπτικά στα συμβάντα της πρώτης περιόδου της δοκιμασίας τους: από την στιγμή που διαφεύγει η ίδια με τη μητέρα της από το πατρικό σπίτι στο γκέτο, μέχρι την άφιξη της οικογενείας Λεών στο σπίτι του Μηνιάδη, στην Αθήνα. Για την οικογένεια Αθυρίδη έχει ακούσει ότι τους είχε βοηθήσει τότε, αλλά δεν γνωρίζει περισσότερα για το γεγονός αυτό.

Η περίπτωση του Παντελή Καλλινικίδη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς, όπως φαίνεται από την γραπτή μαρτυρία του κουνιάδου του, Μηνά Μηνιάδη13, ο πρώτος έστειλε προς τον δεύτερο, στην Αθήνα, τρεις οικογένειες Εβραίων της Θεσσαλονίκης, οι οποίες απέδρασαν από το γκέτο και, με την συνδρομή του γιατρού,  διέφυγαν στην Αθήνα. Οι τρεις οικογένειες με συνολικά ένδεκα άτομα,  ήταν: 1. Ο Αλμπέρτο Λεών, η σύζυγός του Ραχήλ και δύο παιδιά, ο Σαμ και «το ανήλικο μικρό παιδί». 2. Ο Γιουδά Λεών, η σύζυγός του Βικτώρια και δύο παιδιά, ο Νίκος και η Νίνα. 3. Ο Ηλίας Μάτσας, η σύζυγός του Εσθήρ και ο γιος τους Ελιέζερ. Οι τρείς οικογένειες έφθασαν στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1943 και στην αρχή  τακτοποιήθηκαν στο σπίτι του Μηνιάδη με την φροντίδα του οποίου όλα τα μέλη τους απέκτησαν πλαστές ταυτότητες με ονοματεπώνυμα χριστιανών πολιτών. Η οικογένεια του Γιουδά Λεών, σύμφωνα με τον Μηνιάδη, έμεινε φιλοξενούμενη στο σπίτι του για «λίγο διάστημα, 6-8 εβδομάδες»  και εν συνεχεία πήρε την απόφαση να ταξιδεύσουν μέσω Ραφήνας στη Γλώσσα Σκοπέλου. Εκεί συγκεντρώθηκαν  συνολικά 14 μέλη της οικογενείας Λεών, τα οποία φρόντισε ο κοινοτάρχης της Γλώσσης Γιώργος Μιτζελιώτης, ενώ παραλλήλως τα προστάτευσε με την σοβαρότητα και την εχεμύθειά του το σύνολον των κατοίκων του χωριού. Η οικογένεια του Αλμπέρτου Λεών έμεινε στην Αθήνα και το μεγαλύτερο διάστημα κατοικούσε στην οδό Σεβαστουπόλεως, στους Αμπελοκήπους, πολύ κοντά στο σπίτι του Μηνιάδη.  Στην  οικογένεια Μάτσα, ο Μηνιάδης παραχώρησε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, και έτσι έμειναν μαζί  καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.

Η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, το 1994, απένειμε Τίτλο Τιμής και Μετάλλιο στον «Ευεργέτη και Σωτήρα μας» Μηνιάδη Μηνά διότι, όπως σημειώνεται στο σχετικό δίπλωμα «…  χωρίς καμιά υστεροβουλία και με μέγιστο κίνδυνο της ζωής του συνέβαλε στη σωτηρία του καταδιωκομένου μέλους της Κοινότητάς μας Σαμ Λεών».   

Από την αποσπασματική περιγραφή  της κυρίας Αθυρίδου  για δυο παιδιά που μαζί με τους γονείς τους ευτυχώς σωθήκανε χάρις στον γιατρό Παντελή Καλλινίδη και τη γυναίκα του Σαπφώ, μέχρι τις βέβαιες πληροφορίες του Μηνά Μηνιάδη προκύπτουν δύο γενικές επισημάνσεις. Η πρώτη: Ένας αποφασισμένος χριστιανός πολίτης, επιτυγχάνει να βοηθήσει με αποτελεσματικό τρόπο όχι μία οικογένεια αλλά τρεις, όχι τέσσερα άτομα αλλά ένδεκα. Ιδιαιτέρως, πρέπει να σημειώσω ότι ο Καλλινικίδης δεν εγνώριζε προηγουμένως κανέναν από τους διασωθέντες τελικώς Εβραίους και αυτή θεωρώ ότι είναι, σε κάθε περίπτωση, η καθαρότερη μορφή επεμβάσεως.   Η δεύτερη παρατήρηση: Συνήθως, για την διάσωση μιας οικογενείας Εβραίων, κατά την  διάρκεια της Κατοχής, ήταν απαραίτητη η συνδρομή περισσοτέρων (του ενός ατόμου ή της μιας οικογενείας), χριστιανών συμπολιτών. Στην περίπτωση των Λεών συνέδραμαν τρείς οικογένειες: η οικογένεια  Καλλινικίδη στη Θεσσαλονίκη, η οικογένεια Μηνιάδη στην Αθήνα και η οικογένεια Γιώργου Μιτζελιώτη στη Γλώσσα Σκοπέλου.  Σε αυτούς νομίζω ότι πρέπει να προστεθούν οι δύο αδελφοί Τζηρίδη, η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου, καθώς και ο υπάλληλος του φαρμακείου Τζηρίδη του οποίου γνωρίζουμε μόνο το μικρό όνομα, Απόστολος: από την θέληση αυτών των τελευταίων να βοηθήσουν  (και τις απαραίτητες κινήσεις στις οποίες προέβησαν), ήρθαν σε επαφή οι Λεών και το ζεύγος Καλλινικίδη. Έτσι ξεκίνησε η επίπονη διαδρομή της οικογενείας  Λεών (καθώς και των άλλων δύο οικογενειών) η οποία ευτυχώς είχε αίσιο τέλος και για τα ένδεκα άτομα.

Επιλογικά.

Η επίσημη αναγνώριση της προσφοράς του ζεύγους Αθυρίδη για την συμμετοχή τους στη διάσωση της οικογενείας Ασσαέλ έγινε με μεγάλη καθυστέρηση αλλά, ευτυχώς, η κυρία Βασιλική Αβαροπούλου – Αθυρίδου ευτύχησε να πληροφορηθεί στις 25 Αυγούστου 2017  την ημέρα των γενεθλίων της - έκλεισε τα 106  – ότι το ίδρυμα Yad Vashem απένειμε τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών στην ίδια και στον σύζυγό της, τον αείμνηστο Κώστα Αθυρίδη. Στην τελετή απονομής του τίτλου, που πραγματοποιήθηκε στο Κολλέγιο Ανατόλια στις 8 Νοεμβρίου 2017, η κυρία Αθυρίδου δικαιολογημένα, αισθάνθηκε συγκίνηση (και ικανοποίηση) όταν, εκτός των άλλων ομιλητών, άκουσε και  τον Ανδρέα Ασσαέλ (τον γιο του Φρέντυ), έναν από τους Ασσαέλ της επομένης – της μεταπολεμικής - γενιάς, οι οποίοι υπάρχουν, διότι ευρέθησαν άνθρωποι όπως η Βασιλική και ο Κώστας Αθυρίδης που βοήθησαν να σωθούν οι γονείς τους.     

Θέλησα να παρουσιάσω ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με την διάσωση των 5 Ασσαέλ και την βοήθεια που προσέφεραν σε αυτούς η οικογένεια  Αθυρίδη και οι γονείς της κυρίας Αθυρίδου, κυρίως η μητέρα της η Αντιγόνη Κατσάπη-Αβαροπούλου. Σε αυτή την ιστορία χαίρομαι διότι προσετέθη  και εκείνη της διασώσεως τριών οικογενειών αποτελουμένων από 11 άτομα – στην οποία κρίσιμο ρόλο, στην πρώτη περίοδο της διαδρομής τους προς την σωτηρία, διαδραμάτισαν η Σαπφώ και ο Παντελής Καλλινικίδης. Ως γνωστόν, το 96% των Εβραίων της Θεσσαλονίκης εδολοφονήθησαν από τους Γερμανούς στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά την διάρκεια της Κατοχής. Όμως, όταν συναντάμε έστω και έναν που διασώζεται, τότε το γεγονός αυτό  λειτουργεί  όπως μία σταθερή ακτίνα φωτός που διαπερνά το πηχτό σκοτάδι του θανάτου. Και εδώ οι χριστιανοί συμπολίτες συνέδραμαν αποφασιστικά - βοήθησαν να σωθούν έντεκα ανθρώπινες ψυχές, πέντε από αυτές ήταν ψυχές μικρών παιδιών ή νέων ανθρώπων.

Αισθάνομαι υποχρεωμένος να ευχαριστήσω τον κ. Κώστα Καλλινικίδη, ο οποίος μας δέχθηκε (τον Αντώνη και εμένα) και μας μίλησε σχετικώς με το θέμα μας. Ο ίδιος μας επέτρεψε να φωτοτυπήσουμε την συγγραφή – μαρτυρία του θείου του Μηνά Μηνιάδη, του ανθρώπου που υποδέχθηκε και φρόντισε στην Αθήνα τους Εβραίους δραπέτες. Επίσης θέλω να ευχαριστήσω την κ. Νίνα Λεών – Καμχή, την οποία με συγκίνηση  άκουσα να μεταφέρει όσα της είχαν αφηγηθεί οι γονείς της, η Βικτώρια και ο Γιουδά Λεών. Η τελευταία χρήσιμη (και απρόσμενη) συνάντηση ήταν με τον κύριο Σωτήριο Αχιλλέως Τζηρίδη, ο οποίος μας συμπλήρωσε το ελλείπον επώνυμο του Αποστόλου – Στόϊκος ήταν το επίθετό του – και παραλλήλως μας επέτρεψε να αντιγράψουμε μία σειρά εξαιρετικών φωτογραφιών από το οικογενειακό του αρχείο, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή του φαρμακείου του πατρός του Αχιλλέως Τζηρίδου. Ευχαριστώ επίσης τον Ανδρέα Ασσαέλ ο οποίος μου έστειλε για δεύτερη φορά φωτογραφίες των 5 διασωθέντων μελών της οικογενείας του – σε αυτούς προσέθεσε και τη φωτογραφία του σπουδαίου Μανώλη Κονιόρδου.  Συμπληρώνοντας, θέλω να ευχαριστήσω και την Ζωή Πολυζοπούλου, η οποία διάβασε και φρόντισε το τελικό κείμενο.

Το κείμενο αυτό χρωστά πολλά στον Αντώνη Γώδη και στις εξαιρετικές ικανότητες που διαθέτει σχετικά με την έρευνα των πηγών και τον εντοπισμό των προσώπων. Η βοήθεια (και η γενναιοδωρία του)  ήταν τέτοια ώστε εκτιμώ ότι γράψαμε από κοινού το κείμενο – αλλά, καθώς εγώ σημείωσα τις επί μέρους αφηγήσεις, θεωρώ ότι  έχω και την ευθύνη της τελικής μορφής του.   

Εικόνα 10. Το εσωτερικό του φαρμακείου Αχιλλέως Τζηρίδου, στην οδό Ερμού 44, Photo-Electrique, 1926. Από αριστερά: Μπάρμπα-Γιάννης Βράνιαλης από το Ζαγόρι (ειδικός φαρμακοϋπάλληλος), Γρηγόρης Δίγκας στο μπαλκόνι, Απόστολος Στόικος πίσω από τον πάγκο, ιατρός Γεώργιος Τζηρίδης με άσπρη ποδιά, Αχιλλέας Τζηρίδης φαρμακοποιός [την ταυτοποίηση της φωτογραφίας έκαμε ο κ. Σωτήριος Αχιλλέως Τζηρίδης]


Σημειώσεις.

1. ΓΩΔΗΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ, «Σαν τη μέλισσα σ’ ανθώνα». Βασιλική Αβαροπούλου-Αθυρίδου, Θεσσαλονίκη, 2017. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται και μία εκτεταμένη «Συνέντευξη [της] Βασιλικής Αθυρίδου στον Αντώνη Γώδη και στη Νινέτα Κωφού-Γώδη» στην οποία η κ. Αθυρίδου αναφέρεται, εκτός των άλλων, και στους Ασσαέλ καθώς σε αυτήν αφηγείται και τα γεγονότα των τελευταίων ημερών της Κατοχής, όταν οι δύο οικογένειες έμειναν μαζί. Από το κείμενο αντιγράφω ένα απόσπασμα σχετικό με τον Γρηγόρη, [σ.114]: « Τώρα τι ήταν το άσχημο; Ήταν το άσχημο ότι ο Γρηγόρης ήταν δευτέρα δημοτικού και δεν είχαμε καμιά εμπιστοσύνη, ζωηρό παιδί …Πού να έχουμε Εβραίους και να ’χουμε και τον Γρηγόρη πλάι να πάει σχολείο και να πει “Εμείς κρύβουμε και κάνουμε”; Τώρα; “Μη στεναχωριέσαι! Δεν θα πάει σχολείο. Θα χάσει το σχολείο …θα πούμε ότι έχει βαριά …ανεμοβλογιά”. ». Από το ίδιο βιβλίο αντιγράφω ακόμη μερικές αράδες οι οποίες αναφέρονται στην σύνδεση, σύμφωνα με την κυρία Αθυρίδου, των Νίκου και Νίνας Λεών με τον Παντελή Καλλινικίδη μέσω του   Γιώργου Τζηρίδου. «Τα παίρνει η μαμά, η μαμά μου, τα βάζει στο τραμ, τα λέει “Δεν θα μιλήσετε” γιατί τα εβραιϊδάκια είχαν και λίγο την προφορά, “καθόλου, τίποτα, θα πάμε περίπατο”. Τα παιδάκια κάθονταν στο τραμ, και τα πηγαίνει σ’ αυτόν τον γιατρό.».

2. Γρηγόρης Αθυρίδης [1934-2008]

3. Η Νίκη Αθυρίδου γεννήθηκε το 1932 και πέθανε από ανίατη, τότε, ασθένεια   πολύ νέα το 1951 σε ηλικία 19 ετών, γεγονός, το οποίον όπως ήταν φυσικό, απετέλεσε ισχυρότατο πλήγμα για όλη την οικογένεια.

4. Αγγελική Παντσαλή


6. «And he came back and we didn’t know what to do, again. So my father said, “There is another possibility. There is +a chap I once helped in business who said that come what may, one day he’ll pay me back… and he and his wife live in a house near here and they have two children. Maybe we could ask them.” Again, we started cautiously and we… creeping through the night and my father again went up the stairs, when the man — Mr. Athiridis, Kostas Athiridis was his name — opened the door, he said, “I can’t believe this!”, he said to my father, “You’re alive, Marc! Where is your family?” He said, “Right behind me and we are hungry, tired and we don’t know what to do.” He said, “You’re stopping right here! Come in all of you!” There are heroes in life, you know, there are! They were such dangerous times! Five is a lot of people, so we went in; their daughter was sixteen, a beautiful girl. They had a son of seven and he… we got in and the old mother, his mother, lived with them — a widowed mother he had — and she was very pleased, and his wife, they were so pleased, they made us so welcome as if we were the visitors they were waiting for. They made us welcome and they insisted that my mother and father, who were exhausted, should sleep in their bedroom. She said, “It’s a question of time. And nobody saw you coming. The Germans are leaving”, she said, “It’s maximum seven days. That’s all you have to do! Stay quietly seven days and…” But we said, “The boy!” He said, “Oh, the boy!”, he said, “He’s in prison now! He can’t go to school! He can’t go anywhere!” He said, “Because once he’s out, we’ve had it!” A-*nd, of course, the boy was furious! “Why can’t I go out? Why can’t I tell my friend we have visitors?” And the mother said, “You are going to stay in, you are not going out, and no matter what you say! And you’d better do it willingly! Because there is no other way! You are staying in! We should buy you toys, and Janine and her brother and sister will play with you, and your grandmother, and you’re going to stay in.” And the grandmother was very helpful. She… she made us very welcome, she asked us questions, how we were, and they lent us clothes. And in the morning, there was a proper breakfast! Ah! There was coffee and there was real bread and there was butter, because they were well-off. And all these smells in the house, the smells! I couldn’t get over it! And they found clothes for me and for my sister… They were wonderful! Wonderful! And they entertained us, they  didn’t make us feel we were — yet we were — a burden, a dangerous burden! I mean, I wouldn’t like to see five guests descend on me today to stay with me for an unknown period! But five days and their lives at stake and their children’s lives at stake, but they did not hesitate. And he used to go to work in the morning, normal, and come back and used to bring us the news. He had a radio! He had a telephone! And she really was… the wife was so good! She… the first thing she bought were lipsticks, she gave me for the first time. She gave me a lipstick and she always found little things to give me. And all I have saved for myself were two bracelets that belonged to my… two gold bracelets, I locked them, they belonged to my great grandmother. And I took one off and gave it to Niki – that was the daughter, Niki – and Niki was so pleased to have it. “So now we are sisters!”, I said. “You have one and I have one.” She went out, Niki, and she was a very serious girl. She would never speak, you could trust her! But the little boy, you know, he was too little to understand! And about the seventh or eighth day we saw Kostas go to work and an hour later he’s back! He, like a lunatic, he opens the front door and he says, “Out!” I said, “What’s going on?” He said, “You’re free, my friends! They’re gone! The British troops are marching in!” Well, I can’t tell you, I cannot describe that scene! First of all, we fell on each other, we all wanted out! We run out! We wanted to go home! To see our house again!».

7. Η Ζανίν εδώ αναφέρεται κατά λάθος  σε πέντε μέρες «five days» αντί του ορθού «five guests» όπως, ασφαλώς, προκύπτει από το νόημα της παραγράφου. 

8. Η Ζανίν στο Λονδίνο όπου ζει μετά τον πόλεμο,  έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο: INGRAM, JANINE, Unaccounted For, 1989.    

9.www.holocaustcenterbn.org/Greenup,RenaTestimonyShortOnWeb.pdf  [επίσκεψη ιστοτόπου την 12/6/2017]    «…we had a beautiful villa, one of the most beautiful houses in Salonika. It was very modern and built with reinforced concrete.». 

10. «Our basement had been good enough to be the officers club and now it was a pigsty.».

11. ΣΑΛΕΜ, ΣΤΕΛΛΑ, Τα χαμένα παιδιά της Θεσσαλονίκης. Τόμος Α: Τα παιδιά που δεν έβαλαν το άστρο, Θεσσαλονίκη, 2017. Στο βιβλίο της Σάλεμ [σ. 65] αναφέρεται η διάσωση των δύο παιδιών, της Νίνας Λεών Καμχή και του Ισάκ [Νίκου] Λεών, τέκνων της Βικτώριας και του Γιουδά Λεών.

12.http://db.yadvashem.org/righteous/family.html?language=en&itemId=4022237  One day, as the Leon family was desperately seeking a place to hide their children, the mother of one of their friends met Kalinikides by accident, and the latter expressed his willingness to save one or two Jewish children. At first, some inquiries were made about the couple to be sure they meant well, and then a meeting was held between the two families. Dr. Pandelis took Victoria and her two children out of the ghetto and opened up his home to them.

13. Ο Μηνάς Μηνιάδης το 1996  έγραψε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο 21 σελίδων με τίτλο «Η Γενοκτονία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί του Χίτλερ 1941-1944». Όπως σημειώνει στη σελίδα «Αντί Προλόγου», το κείμενο έγραψε γιατί ήταν επιθυμία της «Κας Rachel Λεών, κόρης του Κου Σαμ Λεών, να ακούσει από πρώτο χέρι την περιπέτεια και τον απάνθρωπο και εξοντωτικό διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί του Χίτλερ….». Ο Μηνιάδης καταγράφει, κυρίως, εκείνα τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει πολύ καλά ο ίδιος καθώς έχουν σχέση με τις τρεις εβραϊκές οικογένειες και σε αυτό ακριβώς έγκειται η αξία του κειμένου του.  Σημειώνει  σχετικώς: «…αυτά τα γεγονότα αφορούν αποκλειστικά τις οικογένειες, προσωπικώς και μόνον, που αναφέρονται όπως ακριβώς έζησαν και ταλαιπωρήθηκαν την εποχή εκείνη.».  

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Καβάλα, 1 Αυγούστου 1913: η Ευθαλία Ν. Καρύδη σε επιστολή της περιγράφει την επίσκεψη του βασιλέως Κωνσταντίνου στην Καβάλα στις 30 Ιουλίου 1913. Kavala, August 1, 1913: Euthalia N. Karydis describes in a letter the King’s Constantine visit to Kavala, on July 30, 1913.

                            

                                                                                  Μνήμη 
Νικολάου Ρουδομέτωφ

Κείμενο: Χρήστος Καββαδάς - Βασιλική Παπαγεωργίου

Ο Κωνσταντίνος ο Α΄(πηγή: goo.gl/K2j9qj)

Την 1η Αυγούστου του 1913, η Ευθαλία Ν. Καρύδη, γράφει από την Καβάλα[1] στον θείο της, Δημήτριο Νάκο, δάσκαλο στη Θεσσαλονίκη, μία επιστολή. Η επιστολή της είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στην πρόσφατη επίσκεψη του βασιλιά Κωνσταντίνου στην Καβάλα στις 30 Ιουλίου 1913, μετά την απελευθέρωση της πόλεως τον Ιούνιο του ιδίου έτους.
Η Ευθαλία σημειώνει με λεπτομέρειες κάθε στιγμή από την άφιξη του βασιλιά στην πόλη της Καβάλας, έως και την αναχώρησή του για τη Θεσσαλονίκη με το θωρηκτό «Αβέρωφ»: «Δεν παρέλειψα τίποτε˙ ο καλλίτερος δημοσιογράφος δεν θα τα έγραφεν ούτω» καταλήγει με δικαιολογημένη υπερηφάνια.
Το μόνο που γνωρίζουμε ασφαλώς για την Ευθαλία Ν. Καρύδη, είναι ότι υπήρξε ανεψιά του δασκάλου, Δημήτριου Νάκου[2]. Οι καλλιγραφημένες και ορθογραφημένες, σε γενικές γραμμές, επιστολές της φανερώνουν ότι είχε λάβει ανάλογη εκπαίδευση. Η ίδια, σε μία από τις διασωθείσες επιστολές – πάντα προς τον θείο της Δ.Νάκο – αναφέρεται στο θέμα της εκπαιδεύσεώς της με αφορμή επαίνους του τελευταίου για τα γραπτά της: «Έμαθον τόσα ολίγα, ώστε κ’ εγώ ως οι πλείστοι των ανθρώπων γράφω τετριμμένως αν και ο πόθος μου ήτο να μάθω πολλά διά να συγκαταλέγωμαι μετά των λογίων αλλά δυστυχώς δεν έμαθον. Δυστυχώς αυτός ο παράς ως έλεγεν ο Καποδίστριας παρεμβάλλει προσκώμματα ως εις παν ευγενές αίσθημα, ούτω και εις την παιδείαν».
Ο Δημήτριος Νάκος, υπηρέτησε ως διευθυντής της εν Φαναρίω Κωνσταντινουπόλεως δημοτικής σχολής κατά τα έτη 1879-1884, ως δημοδιδάσκαλος του εν Πέραν Ελληνογαλλικού Λυκείου Χρ. Χατζηχρίστου κατά το έτος 1884-1885, ενώ κατά τα έτη 1914-1916[3] υπηρέτησε στην Καβάλα, στην Κεντρική Δημοτική Σχολή Αρρένων (ή Αστική Σχολή της Ομόνοιας), ως διευθυντής[4]. Κατά την περίοδο της υπηρεσίας του στην Καβάλα (1914-1916) η οικογένειά του, σύζυγος και επτά τέκνα (Θηρεσία, Ζαχαρίας, Αγαθούλα, Αλέξανδρος, Ελενίτσα, Σόσιος, Νίκος;) παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη, πιθανόν για να συνεχίσουν κανονικά τα παιδιά το σχολείο τους.
 Στο αρχείο Ν. Καββαδά υπάρχουν επιστολές τις οποίες έγραψαν από τη Θεσσαλονίκη η σύζυγος του Δ. Νάκου, Αγγελική, και δύο κυρίως  από τα παιδιά του, η Θηρεσία και ο Ζαχαρίας, προς τον πατέρα τους, στην Καβάλα. Ο τελευταίος, σημείωνε συνήθως επάνω στις επιστολές τις οποίες ελάμβανε, πότε απάντησε και τι χρηματικό ποσό απέστειλε κάθε φορά στην οικογένειά του. Στις επιστολές περιγράφονται, οι σχέσεις μεταξύ των μελών της, οι οικονομικές δυσκολίες κ.λ.π. Αποτυπώνεται δηλαδή εύγλωττα ο τρόπος ζωής της οικογενείας στα χρόνια λίγο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τον κοινωνικό της περίγυρο. Σε κάποιες από τις επιστολές μάλιστα, σημειώνονται και οι τότε τιμές των απαραιτήτων, για την διαβίωση της οικογενείας, αγαθών (φαγητό, ενδύματα και υποδήματα, κάρβουνο, φάρμακα, έξοδα για το σχολείο κ.ά.) καθώς και το ποσό που πλήρωναν για το ενοίκιο του σπιτιού τους.


Παρακάτω παραθέτουμε το περιεχόμενο της επιστολής της Ευθαλίας Καρύδη.


Καβάλλα τη 1η Αυγούστου 1913

Αγαπητοί θείε και Αθανασάκη,

εις Θεσσαλονίκην,


Με το καλόν να δεχθήτε τον Βασιλειά μας. Σας έρχεται αφού πρώτον τον είδομεν ημείς, αφού εχόρτασε την Καβάλλαν, την οποίαν οι άτιμοι / έκφρασις του βασιλέως μας / ήθελον να την πάρουν από τους κόλπους του. Είδομεν τόν λατρευτόν μας βασιλειά και τρίβομεν τα μάτια μας και λέγομεν όνειρον είνε ή πραγματικότης;
Αλλά μέσα από το έρεβος προβάλλει η εικών του Κωνσταντίνου και λέγει˙ δεν είμαι οπτασία, αλλ’ είμαι η πραγματικότης˙ είμ’ ο Βασιλειάς σας και σεις τα τέκνα μου, οι υπήκοοί μου. Τον σφίγγομεν ‘ς την αγκαλιά μας, δεν τον αφίνομεν να φύγη... Μας λέγει˙ «Λησμονείτε τα αδέλφια σας; Με περιμένουν». Αι χείρες μας λύονται, φεύγει και ιδού Αυτός μεταξύ υμών. Χαρήτε τον χορτάσατέ τον είνε ο εκλεκτός του Πατρός ημών. Ακόμη δεν συνήλθομεν εκ της εκχειλιζούσης χαράς μας. Αγγελία της Δημαρχίας ανήγγειλεν ότι την Τρίτην περί την μεσημβρίαν φθάνει ο δαφνηφόρος βασιλεύς μας εις Καβάλλαν. Πάντες οι Καβαλλιώται μικροί, μεγάλοι άρρενες και θήλεις εξήλθον εις προϋπάντησιν Αυτού. Και έβλεπέ τις όλους τούς λόφους από Γεδίκι μέχρι καταλήματος του Βασιλέως υπερπλήρεις από στοιχεία πάσης εθνικότητος. Προηγουμένως η πόλις ολόκληρος εκαλλωπίσθη αρκετά καλά˙ εστήθησαν εις διάφορα σημεία αψίδες οπωσδήποτε καλλιτεχνικαί˙ άπασαι αι οικίαι εσημαιοστολίσθησαν η δε αγορά ήτο εξαιρετικώς εστολισμένη. Εις την προκυμαίαν έκαμαν εξέδραν ˙ δεν έβλεπέ τις παρά τα εθνικά χρώματα άσπρον και γαλάζιον˙ εξήλθον εις προϋπάντησιν αι αρχαί της πόλεως, στρατιωτικαί και θρησκευτικαί, μαθηταί και μαθήτριαι με τας σημαίας των και αι μουσικαί της πόλεως. Περί την ενδεκάτην και ημίσειαν εφάνη το αυτοκίνητον του Βασιλέως˙ δεξιά εκάθητο ο Βασιλεύς με απλήν στολήν εκστρατείας, αριστερά του ο Πρίγκηψ Νικόλαος, απέναντι του Βασιλέως ο διάδοχος και δεξιά του διαδόχου ο πρίγκηψ Αλέξανδρος. Τον εζητωκραυγάσαμεν με ακράτητον ενθουσιασμόν, μας εχαιρέτα και μας εμειδία˙ ηθέλησαν τινές στρατιώται να εμποδίσουν τον λαόν να προχωρήση προς αυτόν. Ηκούσθη λοιπόν λέγων: «Σεις, αφήστε τον λαόν μου να με ‘δή».  Είποντο άλλα αυτοκίνητα, εις τα οποία ήσαν ο Μητροπολίτης Δράμας, ο διοικητής Δράμας Χιλμή και στρατιωτικοί ακόλουθοι.
Αφού τον προσεφώνησαν, διηυθύνθη εις την εκκλησία του Αγ. Ιωάννου[5]˙ εψάλη δοξολογία κεκλεισμένων των θυρών ίνα μη εισορμήση το πλήθος˙ ημείς όμως εβλέπομεν και ηκούομεν από του Κου Διαμαντή. Ακολούθως πεζή διηυθύνθη εις το κατάλυμά του, / οικία Γρηγοριάδου σ’  τον πλατύν δρόμον, παρακάτω από το καφενείον Σαμιώτη ./ Το πλήθος εξέσπα εις ζητωκραυγάς και ηναγκάσθη επανειλημένως να εξέλθη εις τον εξώστην και να ευχαριστήση έφαγε και ανεπαύθη˙ το πλήθος όμως δεν διεσκορπίσθη˙ ανέμενεν υπό τα παράθυρα˙ από την τρίτην και ημίσειαν μ.μ. εδέχθη τους προξένους και λοιπούς επισήμους˙ την δε τετάρτην και ημίσειαν εξήλθεν εφ’ αμάξης και εζήτησε να τον οδηγήσουν εις τα μέρη, τα οποία επεσκέφθη ο Φερδινάνδος. Τη συνοδεία λοιπόν του Κου Στάνη[6] των ακολούθων και του λαού, ωδηγήθη εις τα φρούρια του Μαχαλά˙ εστάθη ‘ς το φρούριον  είδε την Θάσον και είπε «Και αυτήν ήθελον να με την πάρουν οι άτιμοι». Εκτύπησε τον αγκώνα του και είπε «απ’ εδώ όμως». Έπειτα προυχώρησε παρακάτω, όπου εφωτογραφήθη ο Φερδινάνδος, εστάθη εκεί και είπε αφού ήνοιξε τας χείρας του. «Εμπρός φωτογραφίσατέ μοι και μένα». Πολύ αργά κατήλθεν εις κατάλυμά του˙ εκείνην την ώραν ήρχετο και ο στόλος «Αβέρωφ και άλλα πολεμικά». Το εσπέρας επαιάνισεν η μουσική αρκετά τεμάχια εις το Γυμναστήριον˙ έγινε λαμπαδηφορία παρήλασεν επανειλημένως το πλήθος προ του βασιλικού μεγάρου, ωμίλησεν προς το πλήθος ξένος τις δημοσιογράφος, ακολούθως ο Βασιλεύς εκ του εξώστου ωμίλησε και είπε: «Ευχαριστώ τους Καβαλλιώτας διά τας τιμάς αυτάς που με αποδίδουν˙ είμαι καταγοητευμένος από το αίσθημά σας˙ αι τιμαί όμως αυταί δεν πρέπει ν’ αποδίδωνται προς εμέ αλλά εις τον στόλον μου και εις τον στρατόν μου. Ζήτω ο στόλος ζήτω ο στρατός». Κατόπιν τούτων διελύθη το πλήθος νουθεσία στρατιωτικού, όστις είπεν ότι ο Βασιλεύς έχει ανάγκην αναπαύσεως. Τα πολεμικά καθ’ όλην την νύκτα έρριπτον τους προβολείς. Την επαύριον υπήγεν χωρίς ν’ αντιληφθή κανείς ‘ς την Θάσον κ’ επέστρεψεν την μεσημβρίαν. Το απόγευμα περί την τετάρτην και ημίσειαν υπό τα ζητωκραυγάς επεβιβάσθη ‘ς τον Αβέρωφ˙ τα πολεμικά απέδωκαν τας νενομισμένας [κανονισμένας] τιμάς και διηυθύνθη ολόκληρος ο στόλος προς την Θεσσαλονίκην. Εγώ τον είδον εξ φοράς. Τον έρρανον με άνθη από τριών βημάτων απόστασιν, εσηκώθη να τα συλλέξη, εγέλασε και μ’ είπεν ευχαριστώ.
Δεν παρέλειψα τίποτε˙ ο καλλίτερος δημοσιογράφος δεν θα τα έγραφεν ούτω. Σεις τεμπελιάζετε να μας γράφητε. Συ Αθανασάκη ενώ μ’ έγραφες πολύ συχνά τώρα τι παθαίνεις δεν ‘ξεύρω. Δια θέσιν φροντίζετε;
Όλοι ήμεθα καλά. Ασπάζομαι όλην την οικογένεια
Σας φιλώ,
Ευθαλία.

Χθες ήλθε τηλεγράφημα από την Αυστριακήν Κυβέρνησην ‘ς του Κου Κούφλερ[7] ότι κατόπιν ενεργειών του Κου Βηξ[8] και τη ενεργεία της Αυστριακής Κυβερνήσεως απελύθη ο Στέργιος Φέσσας, απολύονται δε οσονούπω και οι λοιποί όμηροι[9].




Αναχώρηση Κωνσταντίνου από Καβάλα, Αύγουστος 1913 (Αρχείο Γ. Κωνσταντινίδη)



Αναχώρηση Κωνσταντίνου από Καβάλα, Αύγουστος 1913 (Αρχείο Γ. Κωνσταντινίδη)



Σε άλλη επιστολή προς τον θείο της Δ.Νάκο, η Ευθαλία αναφέρεται ξανά στην τύχη των ομήρων[10]:

 «Καβάλλα τη 17η / 8 / 1913
…. Ας αφήσω όμως αυτά και ας έλθω άγγελος καλής ειδήσεως. Την παραμονήν της Παναγίας, έσχομεν την ανέλπιστον χαράν να υποδεχθώμεν τους φιλτάτους Ηλίαν και Στέργιον μετά των λοιπών ομήρων, πλην ενός του μακαρίτου Γούλια γείτονός μας, φονευθέντος υπό των αιμοχαρών βαρβάρων, εν τω πρώτω σταθμώ μετά του Μουσταφά Πασιά. Ανεκδιήγητα τα όσα υπέφερον. Προπηλακισμούς, κακουχίας και το κυριώτερον ότι από στιγμής εις στιγμήν εκινδύνευεν η ζωή των. Μ’ όλα τα βάσσανα όμως και τα κακουχίας που υπέστησαν, ήλθον παχείς ανεξαιρέτως / ο θ. Ηλίας και με ξυρισμένα μουστάκια, συγγνώμην διορθωμένα /. Φαίνεται ότι το κλίμα του Τατάρ Παζαρτζίκ[11] ως και Βατκούμ /Τεπελέντζια/ τους ωφέλησεν. Αι οικογένειαι ησύχασαν πλήρως…».



Ο Κωνσταντίνος κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (πηγή: goo.gl/K2j9qj)

Υστερόγραφο:

Ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης [1889-1975], ο παπα - Κώστας, γεννήθηκε στο χωριό Σύβρο της νήσου Λευκάδος. Το έτος 1912 έφυγε μετανάστης στην Αμερική και έφθασε στη Νέα Υόρκη στα τέλη Ιουλίου του ιδίου έτους. Μετά την έκρηξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, ο Κ. Κακαβούλης, υπακούοντας στη σθεναρή απαίτηση του πατρός του, επιστρέφει στην Ελλάδα και φθάνει στο χωριό του την 2α Ιανουαρίου 1913, για να συμμετάσχει στον πόλεμο.  Κατατάσσεται, και την 20η Φεβρουαρίου ευρίσκεται με τη μονάδα του στο Μπιζάνι, στα Ιωάννινα. Στην περίοδο του Β’ Βαλκανικού Πολέμου η μονάδα του μάχεται στη Μακεδονία και ο Κακαβούλης φθάνει μέχρι την Τσουμαγιά και από εκεί στο Νευροκόπι και στη Δράμα, στην οποία παρέμεινε επί αρκετές ημέρες. Μέχρι το τέλος του 1919 συμμετείχε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στον οποίον, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του, εόρτασε ως επιστρατευμένος πέντε φορές το Άγιον Πάσχα, μεταξύ των ετών 1913 και 1919.   
Ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης χειροτονήθηκε ιερέας το 1926 και υπηρέτησε την Εκκλησία της Λευκάδος επί 43 έτη. Συνταξιοδοτήθηκε το 1969 και απεδήμησεν εις Κύριον το 1975.
Οι εγγονές του, Λίτσα και Καίτη Κακαβούλη, θυμούνται ένα τραγούδι από αυτά που τους τραγουδούσε ο παππούς τους, όταν τις εσπέρες τον επισκέπτονταν στο δωμάτιό του και περνούσαν υπέροχες ώρες μαζί του.
Το δημοσιεύουμε εδώ γιατί αναφέρεται στην απελευθέρωση πόλεων της Μακεδονίας και πρώτη ανάμεσα σε αυτές αναφέρει την  Καβάλα. 

Επήραμε και την Καβάλα μας
τας όμορφας τας Σέρρας και τη Δράμα,
που τας κατείχε αυτός ο Βούλγαρος
ο άτιμος, ο άπιστος ο σύμμαχος.   
Ενόμιζε πως ήτο δυνατόν,
ο Φερδινάνδος για να γίνει Τσάρος,
και αυτός ο στρατηγός ο Ιβάνωφ
να μπει στη Σαλονίκη νικηφόρος.

-----------------------------------

Συμπληρωματικώς με το κείμενο της επιστολής παραθέτουμε εν συντομία και την περιγραφή της επισκέψεως του βασιλιά στην Καβάλα με βάση εφημερίδες της εποχής (Μακεδονία 31/7/1913, σ.9, Σκριπ 1/8/1913, σ.5, Εμπρός 1/8/1913, σ. 3).



30 Ιουλίου 1913.

Στις 10 το πρωί, αναφέρουν οι εφημερίδες ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και οι πρίγκιπες ξεκίνησαν οδικώς από την Δράμα προς την Καβάλα. Οδηγός στο αυτοκίνητο που μετέφερε τον βασιλιά ήταν ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. Στο πρώτο αυτοκίνητο μετά από αυτό του βασιλιά και των πριγκίπων, επέβαιναν ο μητροπολίτης Δράμας[12] και ο Νομάρχης[13]. Οι κάτοικοι της Δράμας συνόδευσαν την πομπή μέχρι να βγει από την πόλη.
Στην Τσατάλτζα, χωριό έξω από την Δράμα, είχε οργανωθεί προς τιμήν του βασιλιά μια γιορτή. «Θριαμβευτική αψίς», φιλαρμονική, ιερείς και μαθητές ντυμένοι ομοιόμορφα, ήταν τα στοιχεία που ξεχώριζαν μαζί με το πλήθος των ενθουσιωδών Ελλήνων αλλά και Οθωμανών που περίμεναν να υποδεχτούν την πομπή.
Στο Δοξάτο η εικόνα που αντίκρισαν ο βασιλιάς, οι πρίγκιπες και η συνοδεία τους ήταν διαφορετική. Εκεί, δεν υπήρχε ενθουσιώδες πλήθος να τους αναμένει, ούτε στοιχεία εορτασμού. Το χωριό είχε καεί πρόσφατα από τους Βούλγαρους και τα γυναικόπαιδα είχαν συγκεντρωθεί στην πλατεία. Οι λιγοστοί άνδρες ζητωκραύγαζαν, ενώ οι γυναίκες σιωπούσαν, αναφέρει η εφημερίδα Μακεδονία. Ο βασιλιάς, αφού έλαβε τις σχετικές πληροφορίες και απηύθυνε κάποια ενθαρρυντικά λόγια, αναχώρησε συνεχίζοντας την πορεία του.
Από το Δοξάτο μέχρι την Καβάλα, αναφέρεται ότι υπήρχαν χωρικοί κατά το μήκος του δρόμου, Έλληνες και Οθωμανοί, οι οποίοι επευφημούσαν τον βασιλιά.
Πλησιάζοντας στην πόλη της Καβάλας το συγκεντρωμένο πλήθος που ανέμενε φαινόταν και ακουγόταν από μακριά. Δύο «κομψές, τετράβαθρες, πλούσια διακοσμημένες» αψίδες ήταν στημένες στην είσοδο της πόλης, με ενδεικτικές προσφωνήσεις προς τον βασιλιά: «Ως ευ παρέστης λυτρωτά Κωνσταντίνε Αύγουστε», «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Ο πρώτος χαιρετισμός απευθύνθηκε στον βασιλιά από τον δήμαρχο Πρωτοπαπά. Υπό τους ήχους της φιλαρμονικής και των κραυγών του συγκεντρωμένου πλήθους, παρουσιάστηκαν οι εκπρόσωποι των διπλωματικών (οι πρόξενοι της Γαλλίας, Ρωσίας, Αυστρίας και Ιταλίας), στρατιωτικών, πολιτικών και θρησκευτικών αρχών της πόλης, ανάμεσά τους, ο Μουφτής, ο αρχιραββίνος καθώς και οι πρόκριτοι των Οθωμανών και των Ισραηλιτών υπηκόων.
Με το αυτοκίνητο, ο βασιλιάς με τους πρίγκιπες έφθασαν στον κατάμεστο ναό του Αγ. Ιωάννου για την δοξολογία, με χοροστατούντα τον μητροπολίτη Δράμας, αφού ο Αρχιερατικός Επίτροπος Καβάλας ήταν ακόμη όμηρος των Βουλγάρων[14]. Ο μητροπολίτης Δράμας στον λόγο του μετά την δοξολογία, στον ναό που δονούνταν από τις επευφημίες του κόσμου, ζητωκραύγασε τον συγκινημένο βασιλιά. Μετά τη δοξολογία, ο βασιλιάς με τους πρίγκιπες κατευθύνθηκαν πεζή στο μέγαρο του Δ. Γρηγοριάδη, όπου θα κατέλυαν. Μπροστά στο μέγαρο το συγκεντρωμένο πλήθος εξακολουθούσε να είναι ενθουσιασμένο και άρχισε να διαλύεται, εν μέρει, μόνο κατά τις 14:00, για τη μεσημεριανή ανάπαυση του βασιλιά.  
Το πρόγραμμα του βασιλιά το απόγευμα περιελάμβανε, ακροάσεις επιτροπών της μουσουλμανικής και ισραηλιτικής κοινότητας, επίσκεψη στο φρούριο της Καβάλας, στη Συναγωγή της Καβάλας, στο μέγαρο του Μεχμέτ Αλή πασά και στο ίδρυμα Ιμαρέτ, το οποίο τότε λειτουργούσε και ως σχολή ιεροσπουδαστών. Νωρίς το βράδυ, ο βασιλιάς επανήλθε στο μέγαρο Γρηγοριάδη, όπου συναντήθηκε με τον ναύαρχο Κουντουριώτη, ενώ αμέσως μετά ακολούθησε λαμπαδηφορία μπροστά από το βασιλικό κατάλυμα, στο τέλος της οποίας ο βασιλιάς απευθύνθηκε στον λαό, ευχαριστώντας τον. Έως το βράδυ κράτησαν οι πανηγυρισμοί, με τους πολίτες να ψέλνουν το «Χριστός Ανέστη» και τους προβολείς του «Αβέρωφ» στραμμένους στο μπαλκόνι του δωματίου του βασιλιά. 

Λαϊκή λιθογραφία του 1913 που εικονίζει τον Κωνσταντίνο ως «Κωνσταντίνο ΙΒ΄», νόμιμο διάδοχο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (πηγή: goo.gl/K2j9qj)


Είσοδος της 7ης Μεραρχίας στη Καβάλα τον Ιούλιο του 1913, μετά την απελευθέρωση της πόλεως 26 Ιουνίου 1913, πηγή: http://www.balkanwars.gr/images/j43aa6aj43a6a138x88.jpg



[1] Η Ευθαλία δεν διέμενε στην Καβάλα. Πιθανόν, ήταν κάτοικος Σερρών.
[2] Θείο τον αποκαλεί στις τρεις επιστολές που έχουμε στα χέρια μας. Επίσης αναφέρεται ως εξαδέλφη σε επιστολές των τέκνων του Δ. Νάκου προς τον πατέρα τους, οι οποίες βρίσκονται – όπως και οι επιστολές της Ευθαλίας – στο αρχείο Νέστορος Καββαδά.
[3] Τα έτη 1914-1916, είναι αυτά που καλύπτονται από την αλληλογραφία.
[4] Χιόνης Ι. Κωνσταντίνος, Η Παιδεία στην Καβάλα 1864-1919, Δημοτικό Μουσείο Καβάλας, Δημοσιεύματα Ιστορικού Αρχείου, Καβάλα 1990, σ. 98. Ο Κ. Χιόνης αναφέρει τα εξής σχετικά με την θητεία του Δ. Νάκου στην Καβάλα: (υποσ. 29) «Διευθυντής στην αστική σχολή της Ομόνοιας κατά τα σχολικά έτη 1912-1913 και 1913-1914, όπως μας βεβαιώνουν οι τότε μαθητές, ήταν ο Δημ. Νάκος, που συνέχισε να είναι διευθυντής και κατά τα σχολικά έτη 1914-1915 και 1915-1916, όπως πληροφορούμαστε από τις σημειώσεις του εφόρου Ηλία Φέσσα και από τον τότε μαθητή Γιάννη Παρασχίδη…». Συνεπώς, οι πληροφορίες του συγγραφέα για την διαμονή του Δ. Νάκου στην Καβάλα και την ιδιότητά του ως διευθυντή της συγκεκριμένης σχολής κατά το διάστημα 1912-1914, προέρχονται από προφορικές μαρτυρίες, ενώ η παρουσία του Δ. Νάκου στην πόλη και στη σχολή κατά το διάστημα 1914-1916 επιβεβαιώνεται, εκτός από τις πηγές που αναφέρει ο συγγραφέας και από την αλληλογραφία του Δ. Νάκου με μέλη της οικογένειάς του που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη κατά το ίδιο διάστημα. Στο ίδιο έργο, σ. 78, αναφέρεται ανάμεσα στο διδακτικό προσωπικό και το όνομα Α. Καρύδης, όπως και ο μισθός που λάμβανε ως μέλος του προσωπικού του ημιγυμνασίου Καβάλας κατά το σχολικό έτος 1914-1915. Πιθανότατα, πρόκειται για τον αδελφό της Ευθαλίας, Αθανασάκη, ο οποίος, όπως προκύπτει και από  τις επιστολές της, ήταν εκπαιδευτικός.
[5] Η ελληνική κοινότητα ανήγειρε τον ναό του Αγίου Ιωάννου Τιμίου Προδρόμου κατά τα έτη 1866-1867 στην νέα ελληνική συνοικία - του Αγίου Ιωάννου - η οποία άρχισε να κτίζεται μετά το 1864 στο χώρο εκτός των τειχών δυτικά της πόλεως.
[6] Χιόνης Κωνσταντίνος, Η παιδεία στην Καβάλα 1864-1919, Καβάλα 1990. Ο Χιόνης αναφέρει τον Αρ. Στάνη σε εκτεταμένη υποσημείωση [σ.92] του βιβλίου του από την οποία, κυρίως, συγκεντρώσαμε τις παρακάτω πληροφορίες για τον σπουδαίο εκπαιδευτικό: Ο Αριστοτέλης Στάνης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1868 και πέθανε κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής στην ίδια πόλη το 1942. Κατά πάσα πιθανότητα, ξεκίνησε την εκπαιδευτική του διαδρομή από τις Σέρρες και την σπουδαία Σχολή Μαρούλη, στην οποία λέγεται ότι δίδαξε περί το 1890. Υπήρξε «ο καλύτερος γνώστης» της ιστορίας της Καβάλας αλλά δεν κατέστη δυνατό να αφοσιωθεί στην έρευνα και να παρουσιάσει ιστορικό έργο για την πόλη. Ο έρωτας προς την Αθηνά, μετέπειτα Καλέντζη, αλλά και η αδυναμία του να προχωρήσει σε γάμο μαζί της απετέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για την εξέλιξή του, καθώς τον οδήγησε  στο ποτό και τον απομάκρυνε από την ιστορική έρευνα.     
Σύμφωνα με μαρτυρίες μαθητών του, στον Κ. Χιόνη, ο Αριστοτέλης Στάνης συμπλήρωσε 43 έτη διδασκαλίας καθώς το τελευταίο (σχολικό του) έτος στην εκπαίδευση  ήταν το 1932-1933. Σπουδαία ημέρα για τον Στάνη υπήρξε η 27η Ιουνίου 1913 όταν επικεφαλής των μαθητών του Ημιγυμνασίου υπεδέχθησαν το υπό τον πλωτάρχη Αντώνη Κριεζή ναυτικό άγημα και το συνόδευσαν, μαζί με το πλήθος, έως το Διοικητήριο, από τον εξώστη του οποίου υψώθηκε η ελληνική σημαία.
[7] Ο A. Kuffler ανέλαβε (από το 1896) αναπληρωτής διευθυντής της Harzog et Cie στην Καβάλα και παραλλήλως, υπό τον Wix, και την εκπροσώπηση της Αυστρίας. Οι δύο άνδρες, με το ίδιο σχήμα, υπήρξαν στο τέλος του αιώνα  εκπρόσωποι και της Γερμανίας.
[8] Ο Adolph Wix de Zsolnay, βαρόνος εβραϊκής καταγωγής,  υπήρξε μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες της Καβάλας κατά τα τελευταία έτη του 19ου και τα πρώτα του 20ού αιώνος. Μετά την ίδρυση της αυστροουγγρικής εταιρείας καπνών The Oriental Tobacco Trading Company Ltd (M. L. Herzog et Cie/Χέρτσογκ Κόμπανυ) το έτος 1890 με έδρα τη Βουδαπέστη, ο A. Wix, από το έτος 1896,  ανέλαβε την διεύθυνση της εταιρείας στην Καβάλα.  Παραλλήλως, ανέλαβε και  την εκπροσώπηση της Αυστρίας στη θέση του μέχρι τότε προξενικού πράκτορα της Αυστρίας στην Καβάλα, Μιχαήλ Σπόντη, Έλληνα με αυστριακή υπηκοότητα. Στο τέλος του αιώνα ανέλαβε και την εκπροσώπηση της Γερμανίας, την οποία προηγουμένως  (από το έτος 1870) είχε ο Έλληνας Μάρκος Φώκολος. Εκτός της κύριας ασχολίας στο χώρο των καπνών ο Wix, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη, δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της συλλογής (και εξαγωγής) αρχαίων της ευρύτερης περιοχής.
[9] Οι αναφορές  στο γράμμα της Ευθαλίας στους  Στέργιο και Ηλία Φέσσα, μας οδηγούν στην υπόθεση ότι υπήρχε κάποια συγγένεια ανάμεσα στην οικογένεια Φέσσα και την οικογένεια της Ευθαλίας. Σύμφωνα με το βιβλίο του Νικολάου Ρουδομέτωφ, Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Καβάλας, από έναν Κώδικα των ετών 1895-1908, Καβάλα 1998, οι Στέργιος και Ηλίας Φέσσας, υπήρξαν σημαίνοντα μέλη της κοινότητας της Καβάλας. Τα ονόματά τους, αυτό το διάστημα, απαντώνται σχεδόν συνεχώς  ως μέλη Εφορειών σχολείων, νοσοκομείων και Εκκλησιών, Επιτροπών για την διαχείριση λογαριασμών και εκκρεμοτήτων, μελών της κοινοτικής αντιπροσωπείας και Δημογερόντων. Επίσης, η Αιμιλία Στεφανίδου στο βιβλίο της Η Πόλη-λιμάνι της Καβάλας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Πολεοδομική και ιστορική διερεύνηση (1391-1912), Καβάλα 2007, αναφέρει ότι ο Ηλίας Φέσσας ίδρυσε το 1910, για πρώτη φορά στην πόλη, μια μικρή εργοστασιακή μονάδα παραγωγής περιτυλίγματος καπνού από το φυτό γιούτα (σ.185).
[10] Σύμφωνα με τον Κ. Χιόνη (Ιστορία της Καβάλας, Καβάλα 1968, σ. 96), οι Βούλγαροι συγκέντρωσαν τους επιφανείς Έλληνες της Καβάλας και τους κράτησαν ομήρους όταν κηρύχτηκε ο Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.
[11]Τατάρ Παζαρτζίκ σημαίνει «μικρή αγορά των Τατάρων». Πρόκειται για βουλγαρική πόλη στην νότια Βουλγαρία, στις όχθες του Έβρου. Η σημερινή της ονομασία είναι Πάζαρτζικ (Пазарджик) (goo.gl/DxXTbg). Το 1903 κατοικούσαν εκεί 310 Έλληνες (goo.gl/b5Wc4q).
[12] Μητροπολίτης Δράμας τότε (1913) ήταν ο Αγαθάγγελος Β΄ Κωνσταντινίδης. Ο Αγαθαγγελος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Μαγνησία της Μ. Ασίας στις 27 Δεκεμβρίου 1864. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1886, σπούδασε νομικά στο Βερολίνο και στο Παρίσι, ενώ πήγε και στο Λονδίνο για ένα χρονικό διάστημα, για την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας. Έως την εκλογή του ως μητροπολίτη Γρεβενών το 1901, δίδασκε νομικά στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Όσο έμεινε μητροπολίτης Γρεβενών, στήριξε τον Μακεδονικό Αγώνα και βοήθησε την τότε ακριτική του μητρόπολη. Τον Μάρτιο του 1910 μετατίθεται ως μητροπολίτης Δράμας στην ομώνυμη επαρχία, για τη συμβολή του στην απελευθέρωση της οποίας του απονεμήθηκε το παράσημο των Ταξιαρχών. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη αναγκαστικά, αφού δεν του επιτρεπόταν η επάνοδος στη Δράμα λόγω των πολιτικών του φρονημάτων (ήταν βασιλόφρων). Στη Δράμα επανήλθε τον Ιούνιο του 1919. Το 1922 μετατέθηκε στη μητρόπολη Νεοκαισάρειας, το 1924 στη μητρόπολη Πριγκηποννήσων και το 1927 στη μητρόπολη Χαλκηδόνος. Το 1932 υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας και του απονεμήθηκε τιμητικά ο τίτλος του μητροπολίτη Εφέσου. Απεβίωσε 3 χρόνια αργότερα, στις 16 Αυγούστου 1935 στη Χάλκη όπου και ενταφιάστηκε. (πηγή:goo.gl/X6khrN)
[13] Πιθανότατα, ο Αλή Ναΐπ Ζαδέ βέης (Ali Nayip Zade).
[14] Ο επίσκοπος Μυρέων Αθανάσιος, είχε απαχθεί από τους Βούλγαρους, με άλλους 26 Καβαλιώτες προκρίτους.


Μακεδονία, Τετάρτη 31 Ιουλίου 1913, σ.9