Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

«Η τραγική ιστορία των Εβραίων (από την ζωήν ενός παιδιού)». Ποίημα γραμμένο στις 3 Απριλίου 1945 από τον δεκατριάχρονο μαθητή της Βαρβακείου Σχολής, Μωϋσή Σίδη του Σαμουήλ. * "The tragic story of the Jews (from the life of a child)". Poem written on April 3, 1945 by Mois Sidis, son of Samuel, a thirteen-year- old student of Varvakeios School.


Σήμερον 3/4/45 και υπό του μαθητού Μωϋσή Σίδη του Σαμουήλ γεννηθέντος εν Αθήναις τη 27 Αυγούστου 1932 ήτοι ετών 13 και μαθητού της εν Αθήναις ΒΑΡΒΑΚΕΙΟΥ ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΣΧΟΛΗΣ τάξις Δ’ Ν.Τ. [Νέου Τύπου] εγράφη το παρόν ποίημα έχον 27 στίχους [στροφές] και υπό τον τίτλον:

Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

(από την ζωήν ενός παιδιού)



           1                                                                    14             

Ξημερώνει μια ημέρα                                   Εις την ξάδελφή της πήγε

που και πριν ο ήλιος βγει                             την ΛΟΥΚΙΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΟΥ

ο Εβραϊσμός εχάθη                                       ανηψιά πουν του ΝΑΥΑΡΧΟΥ

μέσα στην συναγωγή                                   και μιλήσανε γι’ αυτούς       

           2                                                                      15    

Εικοσιτέσσερεις Μαρτίου                             Κι η αρχόντισσα αυτή

ήτανε η μέρα κείνη                                       μέσα στ’ αρχοντόσπιτό της  

και χωρίς στιγμή να μείνη                            με αγκάλη ανοικτή

χάθηκ’ ο Εβραϊσμός                                     τους εκράτησε εκεί    

             3                                                                    16

Κι’ ήταν η εννιά η ώρα                                 Μες το βασιλόσπιτό της      

κι ήτανε Παρασκευή                                    πού σαν βασιλιάδες ζούσαν

κι ως τις δέκα και μισή                                δύο μήνες επερνούσαν

είχε τ’ όνομα χαθεί.                                     μια ευχάριστη ζωή

             4                                                                      17      

Στην πλατεία Ασωμάτων                            και στις δώδεκα Ιουνίου 

Γυναικόπαιδα προσμένουν                         και τα τρία τα παιδιά

και τους βλέπουν                                        στο Πεντελικόν τα στείλαν       

να τους πέρνουν                                        για να ζήσουν σε χαρά

            5                                                                       18    

Σ’ αυτοκίνητα τους βάλαν                             Εις τ' αναρρωτήρια πήγαν

στο Χαϊδάρι τους επήγαν                             εις της Φ.Ε.Ν. τα ξακουστά

κι από κει πού τους επήγαν;                        και κει ζήσαν έξι μήνες 

ποιος θα ξέρη να το πή;                              και περάσαν μια χαρά   

                6                                                                   19 

Εις το άγνωστο τους πήγαν                          Και στις δέκα οκτώ τ' Οκτώβρη  

Πολωνία, Γερμανία;                                      εξημέρωσε μια μέρα

που τα μάτια τους δεν είδαν                         που η Αθήνα ήτο ελευθέρα

μέχρι τώρα ξένη χώρα                                  από τόνα άκρο ως πέρα

                7                                                                   20                   

Και οι άνανδροι δεν φτάνει                           Και τα τρία τα παιδιά            

που τους άνδρες τους επήραν                     κατεβήκανε με χάρι 

σαν τα πρόβατα απ' τη στάνη                      εις το σπιτικό τους πάλι

                                                                     μα όχι με καλή καρδιά

                8                                                                   21                                              

Γυναικόπαιδα εβάλαν                                   Διότι ο δυστυχής πατέρας                       

εις το νού τους να συλλάβουν                      μένει ακόμη εκεί πέρα       

κι απ' αυτούς όσοι σωθήκαν                        μα είναι αμφίβολο αν ζή   

τρέχουνε για να προλάβουν                        κι' αν μπορεί να ξαναρθή

                     9                                                              22

Κι ο εχθρός που τους επήρε                        Και θερμά ευχαριστούνε         

ήτ' αυτός ο Γερμανός                                   τους σωτήρες της ζωής τους

που σ' αυτήν την εποχή                               και δεν ξέρουν πώς να κάμουν    

είχε κάνει κατοχή                                         δια να τους ευχαριστήσουν            



           

            10                                                                      23  

Και σ’ αυτό στο μεταξύ                                    Κι' όμως εις τις 18 τ' Οκτώβρη

κείνη την Παρασκευή                                       καταφθάνει από κει πέρα

τρία ’δέλφια μία/με μητέρα                               ένας μόνο απ' τους πολλούς

έμειναν χωρίς πατέρα

             11                                                                     24

Μα οι καλοί οι Χριστιανοί                              Και διηγείται τυρρανείες

σαν αγγέλοι ζωντανοί                                   κι' ιστορίες τραγικές

σαν μητέρες τους προσλάβουν                    που τραβήξαν εκεί πάνω

στις αγκάλες τους τούς λάβουν                    εις τις θλιβερές στιγμές

              12                                                                   25

Και η κόρη ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΟΥ                   Όλ' αυτά ας ξεχαστούνε      

η τρανή η ΛΑΜΠΡΙΝΟΥΔΗ                         κι' οι Εβραίοι ευχαριστούνε  

σαν θεόσταλτο αγγελούδι                           τους σωτήρες της ζωής του[ς]  

τους ανέλαβε αυτή                                      εις αυτήν την εποχήν

              13                                                                    26

Και μεγάλη προθυμία                                     Ζήτω κείνοι οι χριστιανοί                   

και μανία είχε βάλει                                        που με σώμα και ψυχή

να τους σώση και να δούνε                           εβοηθήσαν τους Εβραίους

μια ΕΛΛΑΔΑ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ                          εις αυτήν την εποχήν                   

                                                     27

                               Ζήτω κι η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ

                               π’ αναδείχτηκε και πάλι

                               με ανδρεία πιο μεγάλη

                               κι εις αυτήν την εποχήν.









Εικόνα 1: Η πρώτη σελίδα  του ποιήματος [σ.1]







Επίμετρο:

 Ένα παιδί, ο Μωϋσής, γράφει σε 27 στροφές την ιστορία της οικογενείας του κατά την διάρκεια της Κατοχής, ως μέρος της ιστορίας του εβραϊσμού της Ελλάδας. Ο πατέρας συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται ενώ η μητέρα και τα τρία αδέλφια διαφεύγουν και σώζονται με την βοήθεια, κυρίως, μελών της οικογενείας του ναυάρχου Κουντουριώτη. Οι στίχοι αποτελούν μία εξαιρετικά πρώιμη καταγραφή σχετική με το ολοκαύτωμα και είναι ενδιαφέρον ότι τους έγραψε, τις πρώτες ημέρες του Απριλίου 1945,  το χέρι ενός παιδιού δεκατριών μόλις ετών.

Την Παρασκευή 24 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί περικύκλωσαν τη Συναγωγή Μπεθ Σαλώμ επί της οδού Μελιδώνη 5 στο Θησείο και συνέλαβαν όλους τους Εβραίους – κυρίως άνδρες-  που ευρίσκονταν σε αυτή. Στη Συναγωγή συγκέντρωσαν και  όσες γυναίκες και παιδιά εντόπισαν στα σπίτια τους και από εκεί, το εσπέρας του Σαββάτου, τους μετέφεραν με καμιόνια και τους έκλεισαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Μέχρι τέλος Μαρτίου 1300 περίπου Εβραίοι της Αθήνας συγκεντρώθηκαν από τους Γερμανούς στο Χαϊδάρι, σε αυτούς προστέθηκαν και οι Εβραίοι όμηροι από την Πάτρα, το Αγρίνιο, την Πρέβεζα  και την Άρτα. Στις 2 Απριλίου, την Κυριακή  το μεσημέρι, τους μετέφεραν στο σταθμό του Ρουφ και τους επιβίβασαν στα τραίνα του θανάτου. Ο συρμός σταμάτησε στη Λάρισα και παρέλαβε τους Εβραίους των Ιωαννίνων, του Βόλου και των Τρικάλων. Συνολικά 5.200 άτομα σε 84 βαγόνια ταξίδευσαν προς το Άουσβιτς, στο οποίο έφτασαν στις 10 Απριλίου 1944.   

                                           **

Ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης είχε τρία τέκνα: τη Δέσποινα, το Θεόδωρο και τη Λουκία – η Δέσποινα είχε παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λαμπρινούδη. Κόρη του Ιωάννη Κουντουριώτη, αδελφού του ναυάρχου, ήταν η Λουκία Κουντουριώτου στο σπίτι της οποίας, σύμφωνα με το ποίημα, έμειναν, η μητέρα και τα τρία τέκνα της, δύο μήνες πριν μετακινηθούν προς τις εγκαταστάσεις του αναρρωτηρίου του ΠΙΚΠΑ στη Πεντέλη1.

Ο Μωϋσής περιγράφει σωστά και με ακρίβεια τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν στη Συναγωγή, καθώς και όσα επακολούθησαν – αναφέρει όλα εκείνα τα οποία συνέβαλαν ώστε να σωθεί ο ίδιος, τα αδέλφια του και η μητέρα τους. Στο κείμενό του, σημειώνει λανθασμένη μόνο την ημέρα απελευθερώσεως των Αθηνών, γράφει 18 Οκτωβρίου, αντί της 12ης που απεχώρησαν οι Γερμανοί.

Στις δύο συνεχόμενες στροφές 23 και 24 ο Μωϋσής δίνει μία «περίεργη» πληροφορία: Στις 18 Οκτώβρη [1944] ένας Εβραίος φθάνει – επιστρέφει -  «από κει πέρα» και διηγείται ιστορίες φρικτές και τραγικές. Όμως, ο πρώτος διασωθείς από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως Εβραίος που έφθασε στην Ελλάδα  ήταν ο Λεών Μπατής, ο οποίος αφίχθη στη Θεσσαλονίκη «γύρω» στις 15 Μαρτίου 1945 και  η μαρτυρία του  δημοσιεύτηκε στην «Ανεξαρτησία2» των Αθηνών, στο φύλλο της 20ης Μαρτίου 1945. Φαίνεται ότι, ο Μωϋσής πληροφορήθηκε το κείμενο του Μπατή και, μάλλον, συνέδεσε την άφιξη (και την εξιστόρηση) του τελευταίου με την απελευθέρωση των Αθηνών και τη σωτηρία των τεσσάρων μελών της δικής του οικογένειας.  

Ο Μωϋσής γράφει το ποίημά του σε τετράστιχες3 στροφές, οι οποίες από την άποψη της μορφής παραπέμπουν στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού. Είναι λογικό καθώς μετά την απελευθέρωση, ως μαθητής, θα μπορούσε να διαβάσει και συχνότερα να ψάλει τον Ύμνο, ιδιαίτερα τις δύο πρώτες από τις 24 στροφές που αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας. Στις στροφές 1-10 του ποιήματος παρουσιάζονται τα γεγονότα στη Συναγωγή, η μεταφορά στο Χαϊδάρι και ο εκτοπισμός των ομήρων Εβραίων προς το «άγνωστο», στη Πολωνία ή τη Γερμανία· στις επόμενες 11-20 περιγράφεται η διάσωση της οικογένειας Σίδη με τη βοήθεια της κόρης του ναυάρχου Κουντουριώτη  Δέσποινας Λαμπρινούδη, της ανεψιάς του Λουκίας Κουντουριώτου καθώς και των μελών των αναρρωτηρίων στη Πεντέλη. Στη στροφή 21 φαίνεται η αγωνία για την τύχη του απόντος πατέρα του η οποία υπόκειται, δυσοίωνη, και στις στροφές 23 - 24. Στις τρεις στροφές 22, 25 και 26 ο Μωϋσής αναλύεται σε ευχαριστίες προς όλους εκείνους τους χριστιανούς οι οποίοι βοήθησαν να σωθούν Εβραίοι «εις αυτήν την εποχήν». Και το ποίημα κλίνει – τελευταία στροφή, 27 - με θριαμβευτικό χαιρετισμό προς την Ελλάδα, την Μεγάλη Ελλάδα όπως την αποκαλεί, η οποία  με την ανδρεία της αναδείχτηκε και πάλι «πιο μεγάλη» από κάθε άλλη φορά – πιο μεγάλη από κάθε άλλη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Μωϋσής Σίδης γράφει το ποίημα στις 3 Απριλίου 1945 όταν ο πόλεμος έχει κριθεί αλλά δεν έχει τελειώσει ακόμη. Καθώς θα χρειαστεί να περάσουν αρκετοί μήνες μέχρις ότου, οι ενδιαφερόμενοι τουλάχιστον, πληροφορηθούν για την τύχη των εκτοπισθέντων Εβραίων της Ελλάδας  και ακόμη περισσότερος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν τα φρικτά γεγονότα, (εάν αυτό μπορεί να συμβεί ποτέ), ο αφανισμός των ομοθρήσκων του δεν έχει την κεντρική θέση στο ποίημα. Μοιάζει σαν ο ανήλικος Εβραίος να ελπίζει κάτι, φαίνεται πως περιμένει – αυτός, αλλά και όλοι οι διασωθέντες εντός της Ελλάδας Εβραίοι  – να επιστρέψουν, αν όχι όλοι, πάντως, οι περισσότεροι από τους εκτοπισθέντες ομοθρήσκους τους.

Επομένως, είναι φυσικό στο ποίημα - μέσα στην αγωνία της προσμονής για το πλήθος των απόντων - να παρουσιάζονται δύο σειρές γεγονότων: όσα έλαβαν χώρα κατά το διάστημα που μεσολάβησε, ανάμεσα στις πρώτες συλλήψεις έως και την αναχώρηση του συρμού των τραίνων, και εκείνα τα οποία επακολούθησαν και  αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο διεσώθησαν τα 4 μέλη της οικογένειας του Σαμουήλ Σίδες. Τα πρώτα είναι τα κοινοτικά  και τα δεύτερα τα οικογενειακά.

Συμπληρωματικά, καταγράφονται και οι ευχαριστίες προς τους χριστιανούς,  εκείνους που συνέδραμαν ώστε να σωθούν Εβραίοι συμπολίτες,  ενώ, τέλος, ο Μωϋσής υμνεί την πατρίδα του την Ελλάδα, αισθάνεται υπερήφανος για όσα νομίζει ότι έχουν συμβεί, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην ανδρεία των Ελλήνων – σταθερό χαρακτηριστικό στοιχείο της σχολικής παιδείας σε κάθε εποχή,  ιδιαιτέρως τονισμένο, μάλιστα, αμέσως μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την απελευθέρωση του τόπου από τις  δυνάμεις κατοχής.



                                         ***

Είχα αναρτήσει παλαιότερα στο διαδίκτυο μερικές στροφές από το ποίημα όταν ο Theo Grecque πρόσθεσε, ως σχόλιο, μία φωτογραφία του Σαμουήλ Σίδη καθώς και τον αριθμό στρατοπέδου  που αυτός έφερε στο βραχίονά του. Ζήτησα, πρόσφατα, να με ενημερώσει για τις πηγές του σχολίου του και αμέσως μου απέστειλε περισσότερα στοιχεία από όσα προσδοκούσα. Η φωτογραφία του Σαμ Σίδη απεδείχθη το κλειδί για να υπάρξουν απαντήσεις σε  όλες τις απορίες που προέκυπταν από την ανάγνωση του ποιήματος. Στο επάνω περιθώριό της ήταν σημειωμένο ένα όνομα: Irma Samouelidou. Την αείμνηστη  Ίρμα Σαμουηλίδου – «κυρία Ίρμα» για μας τότε και για πάντα – την γνώρισα για διάστημα περισσότερο από 40 χρόνια. Η συνέχεια προήλθε από την κόρη της, Αλίκη Σαμουηλίδη, η οποία εκτός των άλλων, μου υπέδειξε το βιβλίο του Ιωσήφ Βεντούρα που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο χρόνο4.

Ο Ιωσήφ Βεντούρας δημοσιεύει μαρτυρίες αναφορικά με τους Εβραίους της Κρήτης κυρίως όμως αυτές των μελών της ευρύτερης οικογενείας του. Καθώς μητέρα του Μωϋσή Σίδη ήταν η Ευτυχία Βεντούρα, θεία του Ιωσήφ, οι δυο τους (Μωϋσής και Ιωσήφ) ήταν πρώτα εξαδέλφια.   Ο Μωϋσής Σίδης (παππούς του Μωϋσή του ποιήματος) είχε νυμφευθεί τη Μαλκά Σαμουηλίδου και έκαμαν 6 τέκνα. Το μικρότερο ήταν ο Σαμ [Σαμουήλ], του οποίου αδελφή ήταν η Ραχήλ Σίδη - Ματαθία, μητέρα της «κυρίας Ίρμας». Επομένως η Ίρμα και ο Μωϋσής ήταν πρώτα εξαδέλφια.  Με τη δημοσίευση του βιβλίου  διαθέτουμε μία εκτεταμένη μαρτυρία του Μωϋσή (Μωρίς) Σίδη και μία της μικρότερης αδελφής του, Εύας Σίδη - Tzur. Το όνομα της άλλης αδελφής του Μωϋσή είναι Λευκή – Μαλκά.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1943, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μωϋσή, οι συγγενικές εβραϊκές οικογένειες Σίδη, Βεντούρα και Κωστή αποφασίζουν να φύγουν από την Αθήνα και να ευρεθούν σε περιοχές που ελέγχουν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ. Αρχικός προορισμός τους ήταν ο Κάλαμος και στη συνέχεια, προκειμένου να αποφύγουν αναμενόμενη επιδρομή των Γερμανών, ανέβηκαν ψηλότερα στο χωριό Λιάτανη ενώ, μερικές μέρες αργότερα, φοβούμενοι πιθανή παρουσία των Γερμανών και σε αυτό, οδηγήθηκαν, με τη βοήθεια μελών της Αντίστασης, ακόμα ψηλότερα στο βουνό.   Εκεί, ο Σαμ Σίδης εκτιμώντας τη κατάσταση στην Αθήνα από πληροφορίες που είχε και πιεζόμενος από καθημερινές πιεστικές ανάγκες πήρε την απόφαση να επιστρέψουν οικογενειακώς στην Αθήνα – σε αυτή θα βρεθούν την Παρασκευή,  24 Μαρτίου 1944.

Το ποίημα που έγραψε ο Μωϋσής το Απρίλιο του 1945, παρουσιάζει τη διαδρομή των 4 μελών της οικογενείας Σίδη από την 24η Μαρτίου έως την απελευθέρωση των Αθηνών, στις 12 Οκτωβρίου 1944 . Τη μαρτυρία του στο βιβλίο του Ιωσήφ Βεντούρα την απέστειλε στις 21 Αυγούστου 2016,  γραμμένη, πιθανότατα, αρκετές δεκαετίες μετά την κατοχή και μετά το παιδικό του ποίημα. Τα ονόματα των κυριών Λαμπρινούδη και Κουντουριώτη που αναφέρονται στο ποίημα υπάρχουν και στη γραπτή μαρτυρία καθώς επίσης και η περιγραφή της κρίσιμης συνδρομής τους στη διάσωση των Σίδη. Στις διαφορές η σημαντικότερη είναι αυτή που αναφέρεται στο γεγονός ότι, μετά τη παραμονή των παιδιών επί δεκαήμερο στην οικία της Λουκίας Κουντουριώτη, χρειάστηκε αυτά να χωρισθούν και να φιλοξενηθεί το καθένα για δύο βδομάδες στο σπίτι Αθηναίας κυρίας – συνέδραμαν δηλαδή στη διάσωση των παιδιών  τρεις επί πλέον κυρίες,  γνωστές των εξαδέλφων Κουντουριώτη. Οι κύριες αυτές ανήκαν στο σύλλογο «Φιλική Εταιρεία», του οποίου πρόεδρος ήταν η Δέσποινα Λαμπρινούδη.        

Έτσι, τώρα, μπορούμε να κατανοήσουμε τους δύο πρώτους στίχους της 18ης στροφής «Εις τ’ αναρρωτήρια πήγαν/ εις της Φ.Ε.Ν. τα ξακουστά» καθώς τα κεφαλαία Φ.Ε. πρέπει να είναι τα αρκτικόλεξα της «Φιλικής Εταιρείας» και το Ν. μάλλον της λέξεως «Νέων».

Στη συνέχεια τα τρία παιδιά μετακινήθηκαν και έμειναν στα αναρρωτήρια της Φιλικής Εταιρείας στη Νέα Πεντέλη – μία σειρά ιδιωτικών παραθεριστικών οικιών τις οποίες είχαν παραχωρήσει οι ιδιοκτήτες για τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας. Σε αυτά τα σπίτια φιλοξενούνταν ομάδες παιδιών που έπασχαν από ασιτία, ήταν καχεκτικά ή προφυματικά. Η κάθε σειρά από αυτές  τις ομάδες παρέμενε είκοσι ημέρες στο χώρο των αναρρωτηρίων και οι υπεύθυνοι φρόντιζαν να παρέχουν στα παιδιά την καλύτερη, κατά το δυνατόν, τροφή που μπορούσαν να εξασφαλίσουν σύμφωνα με τις συνθήκες της εποχής. Τα τρία αδέλφια, προκειμένου να δικαιολογηθεί η μόνιμη παραμονή τους στο χώρο των αναρρωτηρίων, παρουσιάστηκαν ως μικροί πρόσφυγες – Έλληνες χριστιανοί από τη Μακεδονία. Θα επιστρέψουν στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου και θα ζήσουν στο Θησείο τις σκληρές μέρες των Δεκεμβριανών με ιδιαίτερα έντονο τρόπο καθώς το σπίτι τους «ήταν μέσα στην εμπόλεμη ζώνη των αντίπαλων παρατάξεων5».

Ο πατέρας της οικογένειας, ο Σαμ Σίδης, δεν επέστρεψε από το Άουσβιτς. Είχε επιβιώσει σχεδόν μέχρι το  τέλος για να πεθάνει στη μαρτυρική πορεία των ομήρων προς το εσωτερικό της Γερμανίας, στην «Πορεία Θανάτου6». Ήταν Έλληνας - Εβραίος ρωμανιώτης, ελληνόφωνος, και είχε γεννηθεί στα Τρίκαλα το 1904.

Ο Μωϋσής Σίδης τελείωσε το τετρατάξιο δημοτικό σχολείο το 1940, στη συνέχεια γράφηκε στο Βαρβάκειο «το πιο σοβαρό γυμνάσιο της Ελλάδας για αγόρια…», όπως υπογραμμίζει ο ίδιος στη μαρτυρία του, και τελειώνει τις τρεις πρώτες τάξεις του Σχολείου υπό κατοχική διοίκηση της χώρας. Με την κατάρρευση των Ιταλών, το Σεπτέμβριο του 1943, τα σχολεία στην Αθήνα έκλεισαν και ο Μωϋσής επέστρεψε στο Βαρβάκειο και στην Δ΄τάξη το 1945, τότε που έγραψε και το ποίημα. Προκειμένου μάλιστα να κρίνει κανείς την σύνταξη και την ορθογραφία του κειμένου πρέπει να λάβει υπ’ όψιν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ένα εβραιόπουλο παρακολουθεί τα μαθήματα τριών διαδοχικών ετών φοιτήσεως του σχολείου του κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο Μωϋσής τελείωσε τον Ιούνιο του 1949 και ήταν ο μόνος Εβραίος στην εποχή του που φοίτησε και αποφοίτησε από το Βαρβάκειο. Μερικές μέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου  1949, με τη μητέρα του και την αδελφή του Λευκή επιβιβάστηκαν στο «Νεπτούνια» και έφτασαν στη Χάϊφα στις 19 του μηνός. Νυμφεύτηκε, απέκτησε δύο τέκνα και έζησε στο Ισραήλ μέχρι το 2017.

Το χειρόγραφο ποίημα προέρχεται από το αρχείο του Γιάννη Μέγα. Με τη σειρά βοήθησαν να ετοιμασθεί το συνοδευτικό κείμενο ο Theo Grecque, η Αλίκη Σαμουηλίδη και ο Ιωσήφ Βεντούρας, στο καλό βιβλίο του οποίου δημοσιεύεται η μαρτυρία του Μωϋσή Σίδη. Τους ευχαριστώ πολύ όλους.








Εικόνα 2. Η τελευταία σελίδα του ποιήματος [σ.5].








Εικόνα 3. Σαμουήλ Σίδης, φωτογραφία από το USC Shoah Foundation, την οποία εντόπισε ο Theo Grecque και πιθανότατα παρεχώρησε στο ίδρυμα η «κυρία Ίρμα» - η Ίρμα Σαμουηλίδου. 



Σημειώσεις



1. Στη διεύθυνση  http://www.kkppa.gr/?page_id=25 σημειώνεται ότι « Το Αναρρωτήριο Πεντέλης ιδρύθηκε το 1937 και αποτελούσε περιφερειακή υπηρεσία του ΠΙΚΠΑ». Και στην http://www.paidon-pentelis.gr ότι «Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 δημιουργήθηκαν οι κτιριακές εγκαταστάσεις του ΠΙΚΠΑ στις οποίες λειτουργούν με τη σημερινή μορφή τους το Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Πεντέλης και το Αναρρωτήριο Πεντέλης.».  

Ο Μωϋσής Σίδης στη μαρτυρία του παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες για τα αναρρωτήρια στη Πεντέλη καθώς και για το Σύλλογο που είχε, τότε, την ευθύνη της λειτουργίας τους.

2. ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, καθημερινή πρωϊνή εφημερίς που αγωνίστηκε επί κατοχής, Αθήναι. Έτος 3ον, αριθ.153, 20 Μαρτίου 1945, σ.4. Στην πρώτη σελίδα: Ο Ελληνικός αγών Αντιστάσεως εις την Επαρχίαν και τας πόλεις * Το δράμα των Εβραίων. Ο πρώτος από τους ολίγους διασωθέντας Ισραηλίτας της Ελλάδος [Λέων Μπατής] έφθασεν εις Θεσσαλονίκην - Η συνταρακτική αφήγησίς του.

3. Δύο από τις 27 στροφές, οι 7 και 23, απαρτίζονται από 3 στίχους η κάθε μία.

4. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ, ΙΩΣΗΦ, Ibbur  - Οι Εβραίοι της Κρήτης  1900-1950, Αθήνα, Μελάνι, 2018, σ.257.

5. ό.π., σ.147.

6. Ο Μωϋσής έγραψε τη μαρτυρία του με τίτλο «In memoriam», αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του και σε αυτή σημειώνει ότι  την επόμενη μέρα από τις συλλήψεις στη Συναγωγή, συνοδεύει τη μητέρα του, μεταμφιεσμένη σε νοσοκόμα, σε μία απαραίτητη «επίσκεψη» στο σπίτι τους, στο Θησείο – εκεί, όπως γράφει, συνέβησαν τα παρακάτω: «Η μητέρα μου μπήκε στο σπίτι, γέμισε γρήγορα μια σακούλα με ρούχα και πήρε χωριστά ένα κοστούμι του πατέρα μου. Μ’ έστειλε στον τσαγκάρη για να πάρω τα παπούτσια μου διορθωμένα ή αδιόρθωτα, και η ίδια πήγε στην απέναντι γειτόνισσα, για να της αφήσει το κοστούμι του πατέρα μου, εάν εμφανιζόταν.»…. «Δυστυχώς, μετά την Απελευθέρωση, η γειτόνισσα μας επέστρεψε το κοστούμι του πατέρα…».

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Γερμανικά ποίμνια» στο νομό Καστοριάς κατά τους κατοχικούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1944. * Flocks of sheep used to feed the German occupation forces in the prefecture of Kastoria during July/August 1944



Κείμενο: 
Χρήστος Καββαδάς,
Ζωή Πολυζοπούλου


C:\Users\XRISTOS\Pictures\6570.jpg

Εικόνα 1. Απόδειξις πληρωμής δρ.7.000.000, εν Καστορία τη 22 Ιουλίου 1944.

Επιλέγοντας υλικό από το αρχείον Νέστορος Καββαδά για μία δεύτερη μελέτη σχετική με την παρουσία των Εβραίων στη Καστοριά, εντοπίσαμε δύο μικρές σειρές εγγράφων τα οποία θεωρήσαμε ότι είναι καλόν να δημοσιευτούν προηγουμένως εδώ. Η πρώτη είναι  οι «αποδείξεις πληρωμών» των εργασθέντων ως βοσκών στα γερμανικά ποίμνια ενώ η δεύτερη, που θα ακολουθήσει, περιλαμβάνει μερικά έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο Δημοτικόν Ωδείον της πόλεως.

Σε ένα γραμμένο και διπλωμένο φύλλο καταστίχου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε σαν «φάκελος», σημειώνεται στο πλάι με κόκκινο μολύβι: «Φάκελλος βοσκών». Μέσα σε αυτόν, ευρέθησαν οι σχετικές «αποδείξεις πληρωμής» των δικαιούχων κτηνοτρόφων.

Η κάθε απόδειξη δημιουργήθηκε από ένα κομμάτι χαρτιού επάνω στο οποίο ο αρμόδιος υπάλληλος αποτύπωσε το σταθερό τμήμα μιας ειδικής σφραγίδας  – κείμενο - και εν συνεχεία ο ίδιος συμπλήρωσε τα στοιχεία της συγκεκριμένης κάθε φοράς συναλλαγής

ΟΙ διασωθείσες αποδείξεις φέρουν, στο επάνω περιθώριό τους, αρίθμηση με μολύβι ή μελάνι, η οποία περιλαμβάνεται ανάμεσα στους αριθμούς 38 και 127 (χωρίς να καλύπτεται το σύνολον των περιεχομένων αριθμών)  και – όλες, εκτός από μία - αναφέρονται στο διάστημα από 6 Ιουλίου έως 25 Αυγούστου 1944: καλύπτουν δηλαδή, περίπου τους δύο τελευταίους μήνες της γερμανικής κατοχής στην Καστοριά. Οι περισσότερες από αυτές αφορούν την πληρωμή «βοσκών των γερμανικών ποιμνίων», εντοπίων πολιτών δηλαδή, που εφύλαξαν (και βόσκησαν) ποίμνια των γερμανικών αρχών του νομού.

Στη πρώτη από αυτές [αριθ.38] σημειώνεται: «Απόδειξις πληρωμής δρ. 7.000.000. Ο υπογεγραμμένος Κωνσταντίνος Σ. έλαβον παρά του [Ταμείου του Δήμου] δια 7 ημερομίσθια μου εις την βοσκήν των γερμανικών ποιμνίων δραχμές επτά εκατομμύρια. Εν Καστορία τη 22 Ιουλίου 1944.». Οι επόμενες (και συνεχόμενες) έως και την υπ’ αριθ. 48 δεν αναφέρουν την αιτιολογία της καταβολής ποσού αλλά δύο από τους δικαιούχους  θα πληρωθούν και αυτοί, μερικές ημέρες αργότερα, δια την βοσκή των γερμανικών ποιμνίων. Επομένως, οι αναφερόμενοι σε αυτές δικαιούχοι αποζημιώθηκαν επειδή εργάστηκαν ως βοσκοί των γερμανικών ποιμνίων.
Ακολούθως παρεμβάλλονται 3 αποδείξεις  με τα οδοιπορικά έξοδα τα οποία έλαβαν 3 επίσημα πρόσωπα της πόλεως για την μετάβασή τους στη Θεσσαλονίκη [μητροπολίτης, δήμαρχος, νομαρχών διευθυντής ή διευθυντής νομαρχίας (;)].
Με την υπ΄αριθ.96 εξοφλείται δικαιούχος «δια αξίαν 52½ οκάδων άρτου δια τους ποιμένας των Γερμ. ποιμνίων από 24-7 μέχρι 6-8-44».
Με την υπ’ αριθ.97 αποζημιώνεται δικαιούχος «δια την αξίαν δέκα σαρώθρων προς χρήσιν των Γερμανικών αρχών Κατοχής». Με την υπ’ αριθ. 109 απόδειξη εξοφλείται ο Παναγιώτης Ω. για το «αντίτιμον  μιας οκάς και ¼ κρέατος δια το γεύμα προς τον Γερμανόν Φρούραρχον». Με τις αποδείξεις υπ΄ αριθ. 104 και 124 καταβάλλεται το αναφερόμενο σε αυτές ποσό «δια αντίτιμον άρτου βοσκών γερμανικών ποιμνίων». Με δύο αποδείξεις πληρώνεται ο Κοσμάς Α. «δια…την μεταφοράν γάλακτος του Γερμανικού Φρουραρχείου», «δια της λέμβου» του - όπως διευκρινίζεται στην δεύτερη από αυτές. Τέλος, σε δύο αποδείξεις σημειώνεται το βοήθημα το οποίον δίδεται σε δύο δικαιούχους δημότες, έναν άνδρα και μία γυναίκα αντιστοίχως.
Σε μερικές από τις  αποδείξεις σημειώνεται η υπηρεσία η οποία καταβάλλει τα ποσά και αυτή είναι το Ταμείον του Δήμου [Καστορίας] – το ίδιο ταμείο εκτιμούμε ότι εξοφλεί και τις αποδείξεις στις οποίες δεν συμπληρώνεται το σχετικό πεδίο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο υψηλός αριθμός των απασχολουμένων στην φύλαξη και βόσκηση των γερμανικών ποιμνίων:  5 βοσκοί εργάζονται καθ’ όλο το δίμηνο διάστημα [6/7 έως 26/8] στο οποίο αναφέρονται οι αποδείξεις πληρωμών και 3 κατά το διάστημα ενός μηνός [ή περισσότερο], συγκεκριμένα από τις 6/7 έως τις 5/8 (δύο περιπτώσεις) και  από τις 6/7 έως τις 14/8 (μία περίπτωση). Σε αυτούς προστίθενται 5 βοσκοί οι οποίοι εργάστηκαν από 16 έως 24 ημερομίσθια ο καθένας κατά το διάστημα 6 έως 29 Ιουλίου 1944 και ακόμη 6 που εργάστηκαν 12 ημέρες τον ίδιο μήνα. Ο σημαντικός αριθμός των βοσκών σημαίνει ότι θα ήταν, αντιστοίχως, μεγάλος και ο αριθμός των ζώων που περιλαμβάνονταν στα γερμανικά ποίμνια είτε αυτά αποτελούσαν ανεξάρτητα «τμήματα», είτε είχαν προσκολληθεί στα ποίμνια των αναφερομένων στις αποδείξεις κτηνοτρόφων – βοσκών της περιοχής. Όπως μάλιστα προκύπτει από την κατάσταση των αποδείξεων πληρωμών περισσότεροι ήταν οι βοσκοί (και οι ημέρες που εργάστηκαν) τον μήνα Ιούλιο από αυτούς του Αυγούστου 1944. Το τελευταίο αυτό πρέπει να έχει σχέση με το γεγονός ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν από την Καστοριά (και από την Ελλάδα) και πλέον δεν θα είχαν την ανάγκη των τοπικών ποιμνίων.         
Τα γερμανικά ποίμνια – ίσως, κυρίως, ποίμνια προβάτων – είχαν σχηματιστεί ή από κατασχέσεις ζώων που έλαβαν χώρα σε βάρος των κτηνοτρόφων του νομού ή από αγορές, τη δαπάνη των οποίων είχε καταβάλει υποχρεωτικά ο δήμος Καστορίας. Από τις αποδείξεις προκύπτει, επίσης, ότι ο βοσκός Κοσμάς Α. μεταφέρει γάλα, προφανώς από τους χώρους βοσκήσεως, προς το γερμανικό φρουραρχείο σε δύο περιόδους: κατά το διάστημα 11 ημερών [από 12 έως 22 Ιουλίου] και 4 ημερών εντός του πρώτου δεκαημέρου του Αυγούστου. Επομένως, ο κατακτητής εξασφάλισε τις ανάγκες του σε κρέας και γάλα, από την δημιουργία, με τον τρόπο που αναφέραμε παραπάνω,  των «γερμανικών ποιμνίων».
Το ημερομίσθιον κάθε ποιμένος ήταν 1.000.000 μέχρι την 19η Αυγούστου και εν συνεχεία αναπροσαρμόσθηκε, σχετικώς, και  από την 20ήν Αυγούστου ορίσθηκε στο ποσόν των 3.000.000 δραχμών. Γλίσχρα αμείβονταν οι απασχολούμενοι άνδρες· οι ραγδαίες αυξήσεις τιμών, κυρίως κατά το τελευταίο διάστημα της κατοχής, δεν επιτρέπουν να έχουμε έναν ασφαλή τρόπο εκτιμήσεως του ημερομισθίου σε σύγκριση με την τιμήν ενός βασικού προϊόντος διατροφής, όπως είναι επί παραδείγματι ο άρτος. Υπολογίζοντας – κατ’ ανάγκην - την μέση τιμή των 52.5 οκάδων κατά το διάστημα 24/7-6/8 διαπιστώνουμε ότι η τιμή οκάδος ανέρχεται σε 530.000 δρχ., επομένως  το ημερομίσθιο του βοσκού ανερχόμενο αυτό το διάστημα σε ένα εκατομμύριο, αντιστοιχεί στην αξία 2 οκάδων, περίπου, άρτου. Στο τέλος του Αυγούστου η μέση τιμή οκάδος άρτου θα ανέλθει στα 2.353.000 δρχ. περίπου και το ημερομίσθιο των 3 εκ. θα αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από μία οκά άρτου. Για τους ποιμένες, μεγαλύτερη αξία από την αμοιβή τους (σε πληθωριστικά κατοχικά χαρτονομίσματα), αποτέλεσε η εξασφάλιση του καθημερινού τους άρτου, όπως φαίνεται από τις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμών - υπ’ αριθ.96, 104 και 124 - δυνατότητα την οποία τους παρείχε, ακριβώς, η εργασία τους στη φύλαξη και βόσκηση των γερμανικών ποιμνίων.
Συνολικά σε 68  αποδείξεις - καθώς προκύπτει από την δημοσιευόμενη παρακάτω κατάσταση - καταγράφονται τα ονοματεπώνυμα 38 ποιμένων, οι ημέρες εργασίας τους και τα ποσά τα οποία κατεβλήθησαν σε αυτούς από τον Δήμο Καστορίας.
Θεωρούμε ότι κανείς δεν θα μπορούσε τότε – και περισσότερο σήμερα – να καταλογίσει το παραμικρό σε βάρος όσων εργάστηκαν στα ποίμνια. Άλλωστε οι βοσκοί συμφώνησαν με την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου και από αυτήν ελάμβαναν την ημερήσια αντιμισθία τους. Προτιμήσαμε όμως να μην δημοσιεύσουμε τα πλήρη ονοματεπώνυμα γιατί το ενδιαφέρον σήμερα, κατά την γνώμη μας, εστιάζεται στο γεγονός καθαυτό και όχι στο ποια ήταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία, τότε, εργάσθηκαν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες και αδιευκρίνιστες (ακόμη)  συνθήκες, ως βοσκοί των «γερμανικών ποιμνίων».
Στη Θεσσαλονίκη, από τις πρώτες ημέρες της κατοχής, δημιουργήθηκε και στελεχώθηκε με υπαλλήλους του δήμου  η ειδική (δημοτική) Υπηρεσία εξυπηρετήσεως Αρχών Κατοχής, η οποία ήταν υποχρεωμένη να εκτελεί το πλήθος των απαιτήσεων όλων των στρατιωτικών μονάδων της περιοχής.  Στη Καστοριά, πολύ πιθανόν, την εξυπηρέτηση των αρχών κατοχής διεκπεραίωναν οι ίδιες εκείνες υπηρεσίες του δήμου, οι οποίες ρύθμιζαν και τις τρέχουσες δημοτικές υποθέσεις.
Το Ταμείον του Δήμου θα αποζημιώσει τους 38 συνολικά δικαιούχους ποιμένες  που αναφέρονται στις 68 αποδείξεις, όπως εξάλλου θα καταβάλει τις δαπάνες για την μεταφορά του γάλακτος και την προμήθεια άρτου προς τους ποιμένες, επίσης και τα απαιτούμενα ποσά για την αγορά ασβέστη και σαρώθρων «προς χρήσιν των Γερμανικών αρχών Κατοχής»· το Ταμείο επίσης θα αποδώσει τα οδοιπορικά στους 3 επισήμους αλλά και τα βοηθήματα στους δύο - προφανώς αναξιοπαθούντες - δημότες της πόλεως.



C:\Users\XRISTOS\Pictures\6576.jpg

Εικόνα 2. «Κατάστασις πληρωμής …δικαιούχου δι’ εργασίαν προσφερθείσαν υπ’ αυτού προς τας Γερμανικάς Αρχάς Κατοχής, εν Καστορία, 28 Δεκεμβρίου 1943».

Εκτός του «Φακέλλου Βοσκών» εντοπίσαμε,   στο αρχείο Νέστορος Καββαδά, 3 «Καταστάσεις πληρωμής …δικαιούχου/-χων δι’ εργασίαν προσφερθείσαν …προς τας Γερμανικάς αρχάς κατοχής». Στη πρώτη αναφέρεται ως αιτία πληρωμής το «καθάρισμα 2 καπνοδόχων του Γερμανικού Στρατώνος (αποθήκη Επιστρατεύσεως)», στη δεύτερη η «αμοιβή μιας κλειδαργιάς και η κατασκευή ενός κλείθρου του Γ’ Δημοτικού Σχολείου χρησιμοποιουμένου υπό των Γερμανικών Στρατευμάτων Κατοχής» και στην τρίτη η δαπάνη «δια τοποθέτηση 2 θερμαστρών – δια κατασκευήν 3 θερμαστροσωλήνων και μιας γωνίας…- [και] δια την αξίαν ημισείας οκάς καρφοβελονών…».
Παρ’ όλον ότι τα παραπάνω στοιχεία είναι ποσοτικώς περιορισμένα, εν τούτοις προδιαγράφουν και για το νομό Καστοριάς μία κατάσταση όμοια με εκείνη που είναι γνωστόν ότι διαμορφώθηκε, εξ αιτίας της γερμανικής κατοχής, σε ένα μεγάλο νομό  (επί παραδείγματι της Θεσσαλονίκης) – κατάσταση, η οποία υπήρξε (και για τις δύο αυτές περιοχές) το ίδιο εξουθενωτική σε ό,τι αφορά τις οικονομικές και τις εν γένει υλικές ζημίες τις οποίες υπέστησαν καθώς, οι κατακτητές, κατά τρόπο συστηματικό, τις απομύζησαν από την πρώτη έως την τελευταία ημέρα της εξουσίας τους. Βεβαίως οι υλικές επιπτώσεις  έπονται των καταστροφών σε ανθρώπινο δυναμικό τις οποίες επέφεραν οι κατακτητές στους δύο νομούς: η Κλεισούρα υπάγεται στο νομό Καστοριάς και ο Χορτιάτης στο νομό Θεσσαλονίκης. Αλλά ακόμη, κοινή υπήρξε και η μοίρα των δύο σπουδαίων εβραϊκών κοινοτήτων Καστοριάς και Θεσσαλονίκης, οι οποίες εξολοθρεύτηκαν, σχεδόν ολοσχερώς, από τους Γερμανούς κατά την εκτόπισή τους στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως της Κεντρικής Ευρώπης.

Κατάσταση «Αποδείξεων πληρωμής»


ονοματεπώνυμο
ημερομηνία πληρωμής
ημερο
μίσθια
διάστημα εργασίας
αιτία πληρωμής
ποσό πληρωμής
38
ΚΩΝ/ΝΟΣ Σ.
22/7/1944


Βοσκή ποιμνίων
7000000
39
ΧΡΗΣΤΟΣ Ρ.
22/7/1944



12000000
40
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Α.
22/7/1944



12000000
41
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α.
22/7/1944


[ΒΟΣΚΟΣ=64]
12000000
42
ΖΗΣΗΣ Α.
22/7/1944



12000000
43
ΧΡΗΣΤΟΣ Ρ.
22/7/1944



12000000
44
ΑΛΕΞΙΟΣ Ε.
22/7/1944



12000000
45
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ρ.
22/7/1944



12000000
46
ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Ο.
22/7/1944



12000000
47
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ω.
22/7/1944



12000000
48
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α.
22/7/1944


[ΒΟΣΚΟΣ=78]
12000000
49
Μ. ΤΣΑΚΙΡΗΣ
22/7/1944


οδοιπορικά έξοδα
200000000
50
Γ. ΒΟΥΪΤΣΗΣ
22/7/1944


οδοιπορικά έξοδα
200000000
51
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
22/7/1944


οδοιπορικά έξοδα
200000000
52
ΠΕΤΡΟΣ Π.
25/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
53
ΣΤΕΡΓΙΟΣ Α.
25/7/1944
12

Βοσκή ποιμνίων
12000000
54
ΑΡΓΥΡΙΟΣ Α.
26/7/1944
12
6-17/7/44
Βοσκή ποιμνίων
12000000
55
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
56
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
57
ΜΙΧΑΗΛ Π.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
58
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο.
26/7/1944
4
7-10/7/44
Βοσκή ποιμνίων
4000000
59
ΛΑΜΠΡΟΣ Λ.
26/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
60
ΙΩΑΝΝΗΣ Α.
26/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
61
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α.
26/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
62
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ω.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
63
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
64
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α.
27/7/1944
5
11-15/7/44
Βοσκή ποιμνίων
5000000
65
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ.
27/7/1944
14
6-19/7/44
Βοσκή ποιμνίων
14000000
66
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο.
27/7/1944
7
6-12/7/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
67
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
68
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Σ.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
69
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ω.
27/7/1944
17
6-22/7/44
Βοσκή ποιμνίων
17000000
70
ΚΩΝ/ΝΟΣ Ο.
29/7/1944
6
23-28/7/44
Βοσκή ποιμνίων
6000000
71
ΛΑΜΠΡΟΣ Λ.
29/7/1944
7
23-29/7/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
72
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Σ.
29/7/1944
7
23-29/7/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
73
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α.
29/7/1944
7
23-29/7/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
74
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε.
29/7/1944
7


7000000
75
ΙΩΑΝΝΗΣ Α.
29/7/1944
7
23-29/7/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
76
ΠΕΤΡΟΣ Π.
29/7/1944
6
23-28/7/44
Βοσκή ποιμνίων
6000000
77
ΦΙΛΙΠΠΟΣ Ο.
29/7/1944


40 οκάδες ασβέστη
60000000
78
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α.
1/8/1944
5
9-13/7/44
Βοσκή ποιμνίων
5000000
79
ΙΩΑΝΝΗΣ Ζ.
3/8/1944
5

φύλαξη προβάτων
5000000
80
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α.
22/7/1944
7

Βοσκή ποιμνίων
7000000
81
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α.
23/7/1944
10

Βοσκή προβάτων
10000000
82
ΚΟΣΜΑΣ Α.
27/7/1944
11
12-22/7/44
Μεταφορά γάλακτος
11000000
83
ΚΟΣΜΑΣ Α.
29/7/1944
5
23-27/7/44
Βοσκή ποιμνίων
5000000
85
ΠΑΝΤΕΛΗΣ Α.
5/8/1944
10

Βοσκή προβάτων
10000000
86
ΘΩΜΑΣ Α.
5/8/1944
15
6-21/7/44
Βοσκή ποιμνίων
15000000
87
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο.
29/7/1944
7
23-29/7/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
88
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο.
5/8/1944
7
30/7-5/8/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
89
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α.
5/8/1944
7
30/7-5/8/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
90
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε.
5/8/1944
7
30/7-5/8/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
91
ΛΑΜΠΡΟΣ Λ.
5/8/1944
7
30/7-5/8/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
92
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Σ.
5/8/1944
7
30/7-5/8/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
93
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ.
7/8/1944
14

[ΠΟΙΜΗΝ=55]
14000000
94
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ι.
8/8/1944
7

Βοσκή ποιμνίων
7000000
96
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Τ.
6/8/1944

24/7-6/8/44
52,5 οκάδες άρτου
27825000
97
ΜΙΚΗΣ Η.
8/8/1944


10 σάρωθρα
54000000
98
ΧΡΗΣΤΟΣ Π.
8/8/1944
5
06-10/7/44
Βοσκή ποιμνίων
5000000
99
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο.
29/7/1944
7
23-29/07/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
100
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο.
9/8/1944
7
30/7-5/8/44
Βοσκή ποιμνίων
7000000
101
ΚΟΣΜΑΣ Α.
10/8/1944
4

Μεταφορά γάλακτος δια λέμβου
4000000
102
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ.
19/8/1944
14

Βοσκή ποιμνίων
14000000
103
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε.
19/8/1944
14

[Βοσκή ποιμνίων =90]
14000000
104
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Τ.
21/8/1944

10-21/8/44
Αντίτιμον άρτου
24000000
106
ΙΩΑΝΝΗΣ Ε.
23/8/1944
8

Βοσκή ποιμνίων
8000000
107
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Σ.
23/8/1944
14

Βοσκή ποιμνίων
14000000
108
ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ζ.
24/8/1944
8
12-19/8/44
Βοσκή ποιμνίων
8000000
109
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ω.
19/6/1944


1,25 οκά κρέατος
5200000
111
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α.
25/8/1944
24

Βοσκή προβάτων
24000000
112
ΛΑΜΠΡΟΣ Λ.
26/8/1944
9
6-14/8/44
Βοσκή ποιμνίων
9000000
113
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ.
26/8/1944
7
20-26/8/44
Βοσκή ποιμνίων
21000000
114
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Σ.
26/8/1944
7
20-26/8/44
Βοσκή ποιμνίων
21000000
115
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε.
26/8/1944
7
20-26/8/44
Βοσκή ποιμνίων
21000000
116
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο.
26/8/1944
21

Βοσκή ποιμνίων
35000000
122
ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ζ.
26/8/1944
7
20-26/8/44
Βοσκή ποιμνίων
21000000
123
ΙΩΑΝΝΗΣ Ε.
26/8/1944
7
20-26/8/44
Βοσκή ποιμνίων
21000000
124
ΣΤΕΡΓΙΟΣ Τ.
2/9/1944


42 οκάδες + 200 δράμια άρτου
100000000
125
ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ι.
28/8/1944


Βοήθημα
25000000
126
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ.
2/9/1944
7

Βοσκή προβάτων
21000000
127
ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ Α.
25/8/1944


Βοήθημα
25000000

Εικόνα 3. Κατάσταση του συνόλου των αποδείξεων πληρωμής που ευρέθησαν μέσα στον «Φάκελο βοσκών», Ιούλιος και Αύγουστος 1944 [εκτός από δύο].

Υστερόγραφο. Είχαμε τελειώσει το μικρό κείμενο όταν εντοπίσθηκε η φωτογραφία που δημοσιεύεται παρακάτω, στο τέλος της μελέτης. Την προ-δημοσιεύσαμε στο διαδίκτυο και στη σελίδα «Παλιές φωτογραφίες της Καστοριάς». Από τα σχόλια προέκυψε, εν τέλει,  ότι είναι πράγματι φωτογραφία της Καστοριάς. Επί πλέον, δύο μέλη της ομάδος σημείωσαν δύο ενδιαφέρουσες πληροφορίες: ο κ Babis Papathanasiou ότι «Τα πρόβατα [στη φωτογραφία] βόσκουν εκεί που κάποτε ήταν οι μπαξέδες και το έλος του Χασάν κατή» και η κ. Zwh Xatzimaga ότι «υπήρχαν και άλλα πρόβατα κατά το έτος 1956 τα οποία βοσκούσανε στον Προφήτη Ηλία». Η φωτογραφία είναι νεότερη, ίσως,  κατά μία δεκαετία τουλάχιστον από τον χρόνο της δημιουργίας των ποιμνίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής και βεβαίως δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα της μελέτης μας. Εν τούτοις συγκρατεί μια εικόνα που σίγουρα μοιάζει με εκείνη των «γερμανικών ποιμνίων» και γι’ αυτό την δημοσιεύουμε εδώ, στο τέλος του κειμένου.  

C:\Users\XRISTOS\Pictures\6579.jpg

Εικόνα 4. Τοπική Διοίκησις – Παράρτημα Καστορίας, Βεβαίωσις: η αναφερομένη μονάδα δικαιούται να παραλάβει πέντε σάρωθρα.[εγκρίνεται από την Περιφερειακή διοίκηση Φλωρίνης – Παράρτημα], 7-8-1944. Τελικώς αγοράστηκαν 10 σάρωθρα, με δαπάνη του Δήμου, και παραδόθηκαν «προς χρήσιν των Γερμανικών αρχών Κατοχής».  


C:\Users\XRISTOS\Pictures\6580.jpg

Εικόνα 4α. Απόδειξις πληρωμής «δια την αξίαν δέκα σαρώθρων προς χρήσιν των Γερμανικών αρχών Κατοχής, 8 Αυγούστου 1944».


C:\Users\XRISTOS\Pictures\6593.jpg

Εικόνα 5. Απόδειξη πληρωμής για ποσότητα άρτου «χορηγηθέντος εις τους ποιμένας των Γερμανικών Ποιμνίων, 2 Σεπτεμβρίου 1944».

C:\Users\XRISTOS\Pictures\6583.jpg
Εικόνα 6. Καστοριά: πρόβατα βόσκουν σε περιοχή της πόλεως