Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Α’. Δύο επιστολές του Ρένου Αποστολίδη από την Αθήνα προς τον ποιητή και κριτικό Τάκη Γκοσιόπουλο στη Θεσσαλονίκη, 1952. Β’. Επιστολή του Ρένου προς τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, 1951 (το μεγαλύτερο τμήμα της επιστολής έχει δημοσιευτεί στη «Νέα Εστία»).



Α’. Δύο επιστολές του Ρένου Αποστολίδη από την Αθήνα προς τον ποιητή και κριτικό Τάκη Γκοσιόπουλο στη Θεσσαλονίκη, 1952.

 Β’. Επιστολή του Ρένου προς τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, 1951 (το μεγαλύτερο τμήμα της επιστολής έχει δημοσιευτεί στη «Νέα Εστία»).



                                      μνήμη Νίκης [Ελπινίκης] Ζαμπέλη (εκ Λευκάδος)

















Ρένος Η. Αποστολίδης. Η φωτογραφία έχει αναπαραχθεί από την ιστοσελίδα: «Ρένος, η αναρχική πνευματική φωνή της σύγχρονης Ελλάδας (1924-2004)» (http://www.renosapostolidis.gr/ )



Α1. Η πρώτη επιστολή Ρένου προς Γκοσιόπουλο.



13-3-52



Φίλε κ. Γκοσιόπουλε,



Καταχάρηκα την ομογνωμία και την συμπαράσταση. (Μόνο μην τον…πεθάνετε σεις τον «ανεκδιήγητο κριτικό1» - γιατί μου είπαν φίλοι πως ήταν…ανθρωπίνως σκληρό εκ μέρους μου… Τι να γίνει όμως; Πρέπον.).

Τα κατά το θέατρο2; Ναι. Είπα ό,τι ενόμισα σωστό. Άρεσαν δεν άρεσαν στους εδώ, δε μ’ ενδιαφέρει. Χαίρω που σας βρίσκουν σύμφωνο.

Έδωσα για την «Ανθολογία» τα ποιήματά σας στον πατέρα μου. Βλέπει πρώτος κάθε συνεργασία σχετική με την ανθολόγηση. Θα σας γράψω σχετικώς.

Περιμένω κι άλλη συνεργασία σας – ό,τι κρίνετε καλό για ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ.

Δώστε τα χαιρετίσματά μου στον Γ. Κιτσόπουλο.

Δικός σας

Ρένος

Υ.Γ. Προσωπικά βρίσκω καλό το ανέκδοτο – αν και ανώτερό του το «Ζεϊτενλίκ3». Στείλετέ μου όμως κι άλλα σας ποιήματα. Έχω δει ανώτερα και του «Ζεϊτενλίκ» κατά τη γνώμη μου.



Α2. Η δεύτερη επιστολή Ρένου προς Γκοσιόπουλο.



10-7-52

Αγαπητέ μου Γκοσιόπουλε,

Προ παντός άλλου θέλω να άρω, αν γίνεται, την πικρία σου για το γεγονός της μη ανθολογήσεώς σου από τον πατέρα μου.

Είδε όλα σου τα δημοσιευμένα ποιήματα, και τη συλλογή σου - αλλά δεν έκρινε κάτι ανθολογήσιμο. Συχώρα τον αν έσφαλε στην κρίση του – στην κρίση του όμως, όχι στην ευσυνειδησία και την επιμέλειά του να λαβαίνει σχολαστικά γνώση παντός δημοσιευμένου κειμένου, είτε του έχει σταλεί είτε όχι.

Έχεις – και μου είναι αποδεδειγμένο – προϋποθέσεις γενναιότητας που θα σου επέτρεπαν ν’ αποτιμάς αντικειμενικά τον εαυτό σου – γι’ αυτό και είσαι άξιος καλύτερης τύχης από μια συμβατική ανθολόγηση λόγω φιλίας. Η φιλία μας, άλλωστε, σχεδόν συμπτωματική μεν, αλλά ως την ώρα στέρεη, ξέρεις εσύ πόσο δεν βασίστηκε σε κανένα do ut des4. Δεν πρέπει να είσαι πικραμένος με τον πατέρα μου – είναι άνθρωπος που λογαριάζει και τιμά τη φιλία πάνω απ’ όλα, μα και την αλήθεια εξίσου.

Προσπάθησε να πιστέψεις την ειλικρίνεια που υπάρχει στη στάση του. Είναι δύσκολο, το ξέρω – σήμερα μάλιστα, που μας περιζώνουν τόσοι αχρείοι και τόσοι Φιλισταίοι. Σε βεβαιώνω πως ο πατέρας μου, που δε σε ανθολόγησε γιατί δεν το έκρινε, κι’ εγώ, λογαριάζουμε την επτάμηνη συμπαράστασή σου στον αγώνα «Των Νέων Ελληνικών» σα φαινόμενο σπάνιο – μπορεί και μοναδικό. Κι ακόμα, πως οι Αποστολίδηδες «μέμνηνται», εσαεί.

Για τ’ άλλα…-περιττεύουν πια. «Τα Νέα Ελληνικά», καθαρή και απόλυτη έκφραση δυο ανθρώπων καθαρών και απόλυτων, ακριβώς γιατί το καθαρό και το απόλυτο εξορίζονται ολοένα και μακρύτερα από τη ζωή μας, διέκοψαν την έκδοσή τους.

Άκουσέ με, φίλε μου: Στον τόπο αυτό, που η γνησιότερη συνισταμένη του πολιτιστικού του επιπέδου είναι ο κ. Π. Καρανικόλας5, και οι πλημμελειοδίκες έχουν το στερνό λόγο περί ελευθερίας της κριτικής – στον τόπο αυτόν, δηλαδή, που οι χωροφύλακες έχουν το λόγο όχι μόνο περί ελευθερίας γενικά, αλλά και περί πνευματικής ελευθερίας ειδικότατα – «Τα Νέα Ελληνικά» δεν έχουν θέση. Εγώ – κι ας με συγχωρήσουν όποιοι άλλοι – δε γράφω με χειροπέδες στα χέρια, μήτε μιλώ φιμωμένος, μήτε εκφράζω την εκδήλωση της ελευθερίας μου όταν μήτε το minimum ελευθερίας δεν υφίσταται, όταν παραφυλάει στη γωνιά ο «Νόμος», το «Κράτος», η «Δικαιοσύνη» - ο «μπασκίνας»  μ’ ένα λόγο…Όοοχι!.

Γράψε λάθος!

Φυσικά, «Τα Νέα Ελληνικά», τόξεραν πως αυτό περίπου θάταν το τέρμα. Μολοντούτο, επεθύμησαν να διαγράψουν τη λαμπρή τροχιά τους – να διαβούν έτσι, μες απ’ τη χθαμαλότητα, «σαν το συρμένο αστέρι6»… Απορούσαν, μάλιστα, πώς είχαν αργήσει τόσο οι αχρείοι να συνέλθουν, να συνασπισθούν  και να πράξουν τις πράξεις τους.

Καλέ μου φίλε, κι αν συμβαίνει να μην καταλαβαίνεις τις πράξεις δυο ανθρώπων φύσει ανένδοτων και στην ελαχιστότερη μείωση της ελευθερίας, τουλάχιστον σκέψου το ανάποδο: Τι θα ήσαν Τα Νέα Ελληνικά, στερούμενα δισεκατομμυρίων (που θα χρειαζόντουσαν να πληρώνουν) όταν δε θα τολμούσαν πια όσα έπρεπε να τολμώνται απ’ όλους; Ή – επειδή θα συνέχιζαν να τα τολμούν, αν δεν έκλειναν - τι θάβγαινε που ο Ηρ. και Ρ. Αποστολίδης θα εξασφάλιζαν 10, 20, 30 χρόνια φυλακή; Για ποιους, καλέ μου άνθρωπε; Να προβάλουν τι με το παράδειγμά τους; Σε ποιους να το προβάλουν;

Λάθος δεν ήταν. Επαναλαμβάνω: ήταν ένα λαμπρό μετέωρο, που διέγραψε τη φωτεινή τροχιά του, με 4.400 φύλλα – ήτοι το διπλάσιο όλων μαζί των άλλων λογοτεχνικών περιοδικών. Κι αυτά τα 4.400 φύλλα του 6ου τεύχους (5.800 του 1ου) κατακτημένα μόνο από δύο ανθρώπους, με καθολική σχεδόν αποχή όλων, με δεινή πολεμική όλων – πλην …  σου κ’ ένα δυο καλών ανθρώπων…

Ομολογώ πως χαίρομαι σήμερα για κάτι: ότι κλείνω ένα περιοδικό με τη μεγαλύτερη επιτυχία και με κυκλοφορία που άλλοι αν είχαν θα θεωρούσαν το εαυτό τους πράγματι θεό. Κι ακόμα: ότι κανείς στον τόπο αυτό δεν έχει τόσο τεκμηριωμένη όσο εγώ τη διάσταση όλων προς ό,τι πιστεύει.

Θα σε παρακαλούσα, σαν τελευταία φιλική χάρη: να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ το γράμμα μου αυτό για έντυπη χρήση. Δεν εδώσαμε, ούτε θα δώσουμε, σε κανέναν καμιά εξήγηση του γιατί κλείνουμε «Τα Νέα Ελληνικά». Είναι αυτό η μόνη γνήσια απόκρισή μας: καμιά φωνή, ό,τι κι αν πουν, ό,τι κι αν γράψουν,  ό,τι κι αν ψευδολογήσουν. Καμιά παρουσίαση σε δικαστήρια, όσες μηνύσεις κι αν κάνουν, όσες κι αν αποσύρουν.

Καμιά απάντηση. «Τα Νέα Ελληνικά» έκλεισαν, γιατί στον τόπο αυτό δεν υπάρχει το minimum  ελευθερίας που απαιτούσε το ανένδοτο πνεύμα τους. Κ’ οι διευθυνταί τους, δε θ’ αξιώσουν απαντήσεως ή εξηγήσεως κανέναν.

Σε παρακαλώ θερμά, μη χαλάσεις την τελευταία μας τούτη απόκριση – την κάπως παράξενη, μα ολότελα δικιά μας (πιο δικιά μας κι απ’ τα 8 μαζί τεύχη Των Νέων Ελληνικών).

Έφεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου δια την εξύβριση του Καρανικόλα, δεν θα ασκήσουμε. Κι αν ο Καραγάτσης επιμείνει να εκδικάσει τη 2η μήνυσή του για την ανθολόγηση, πάλι δε θα τιμήσουμε τα ελληνικά δικαστήρια με την παρουσία μας. Κι αν όλοι οι άλλοι, όσοι θέλουν, υποβάλουν μηνύσεις ας έχουν βέβαιη την καταδίκη μας γιατί εμείς πάλι δε θα παρουσιαστούμε ενώπιον κανενός δικαστού για να κρίνει στο πρόσωπό μας την απόλυτη ελευθερία της κριτικής…

Αυτά…Ξέρω τι θα πουν όλοι. Το περισσότερο ποιο; Ότι ο Ρένος Αποστολίδης…εκάμφθη; Ναι. Μόνο μη ξεχνούν: Μπορεί κανείς κάποτε ν’ αηδιάσει τόσο και να πεισθεί τόσο για την αχρειότητα των νικημένων αντιπάλων του, που ν’ αποστρέψει το πρόσωπο και να φύγει με το σπαθί του αμόλυντο απ’ το φόνο πτωμάτων.

Αλλά, έννοια σου. Θυμάσαι εκείνο το: «Όψει δε με περί Φιλίππους7…»;

Σ’ αφήνω.

Μια ακόμη παράκληση: όσο ακόμα κρατήσει ο «σάλος» στέλνε μου τα σχετικά αποκόμματα. Δεν έχω άλλον καλό φίλο εκεί.

Αν θελήσεις να κάμεις χρήση «πληροφοριών» που δίδει το γράμμα τούτο, γράψε τα εξ ιδίων σου. Αλλά, παρακαλώ και πάλι μη κάμεις αναφοράν εις εμέ.

Αν σ’ ενδιαφέρει και μια «είδησις»: Το γραφόμενον εις «Βραδυνές», Αθηναϊκές», «Έθνη» κ.λ.π. ότι δήθεν απεδέχθημεν την ανάκλησιν της μηνύσεως του Καραγάτση είναι ψέμμα. Απλώς δηλώσαμε γραπτώς δια του δικηγόρου Λ. Δαράκη, ότι: αδιαφορούμε δια την μήνυσιν όσον και δια την ανάκλησιν της μηνύσεως του κ. Καραγάτση.

Χαιρέτισέ μου το Γ. Κιτσόπουλο και ευχαρίστησε τον κ. Δεδούση και όποιον άλλον κρίνεις φίλο.

Με την αγάπη μου

και τους χαιρετισμούς του

πατέρα μου


Ρ


Τάκης  Π. Γκοσιόπουλος. Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο  Νέστορος Καββαδά.





















Επίμετρο

1. Στο αρχείο Νέστορος Καββαδά απόκεινται 5 επιστολές και μία carte visite σταλμένες από τον Ρένο Αποστολίδη  (οδός Τήνου 16) στον Τάκη Γκοσιόπουλο, στην οδό Τάσκου Παπαγεωργίου στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη επιστολή είναι χρονολογημένη στις 13-3-52 και η πέμπτη στις 30-3-57. Οι ενδιάμεσες φέρουν τις παρακάτω χρονολογίες: 15-5-52, 26-6-52 και 10-7-52.  Εκτός από την πέμπτη, οι άλλες είναι γραμμένες σε δίφυλλα διαστάσεων 13Χ21cm, με την ένδειξη (τυπωμένη επάνω αριστερά σε δύο αράδες): ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, ΤΗΝΟΥ 16 – ΑΘΗΝΑΙ.  Η πέμπτη είναι γραμμένη σε επιστολόχαρτο της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου του Υπουργείου Προεδρίας.

Από τις επιστολές δημοσιεύονται δύο, αυτές με τις ημερομηνίες 13-3-52 και 10 -7-52. Στη πρώτη, περιγράφεται η διαδικασία (και η δοκιμασία) στην οποία πρέπει να υποβληθούν τα ποιήματα που ο Γκοσιόπουλος είχε προηγουμένως στείλει στον Ρένο προς κρίσιν για την Ανθολογία Αποστολίδη. Mε τη δεύτερη δημοσιευόμενη επιστολή, ο Ρένος ενημερώνει τον Γκοσιόπουλο για το αποτέλεσμα της κρίσεως του πατέρα του, Ηρακλή Αποστολίδη· επί πλέον, σε αυτήν, ο Ρένος παραθέτει μαχητικά (αλλά και αναλυτικά) τις σκέψεις και τις εκτιμήσεις του πατέρα του καθώς και αυτού του ιδίου για το γεγονός της, προ ολίγων μόλις ημερών, διακοπής της εκδόσεως«Των Νέων Ελληνικών8».  Στο δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος της επιστολής, ο Ρένος αναφέρει όσα, σχετικά με το γεγονός,  κρίνει σκόπιμο ότι πρέπει να γνωρίζει και ο Γκοσιόπουλος. Αυτά θα τα διαβάσετε με τα δικά του λόγια - εδώ αξίζει να υπογραμμιστεί ο τρόπος με τον οποίον ο Ρένος χαρακτηρίζει τον εαυτό του και τον πατέρα του: πρόκειται, δηλώνει, για δύο ανθρώπους  «φύσει ανένδοτους και στην ελαχιστότερη μείωση της ελευθερίας», σαν να έχουν δηλαδή από την κοιλιά της μάνας τους το σημάδι εκείνο της ελευθερίας που αδιαλείπτως τους χαρακτηρίζει στο καθημερινό βίο τους.  Μοιάζει η δημόσια, τουλάχιστον, παρουσία των Αποστολίδηδων, πατέρα και γιου, να ρυθμίζεται απολύτως από «αδυναμία» να ελιχθούν ή να παρεκκλίνουν στο παραμικρό, από τον τρόπο και την στάση ζωής που πιστεύουν ότι δικαιούνται -  και μαζί τους αξίζουν.

2. Στοιχεία για τον Ρένο Αποστολίδη δεν χρειάζεται να σημειώσω εδώ, καθώς υπήρξε και παραμένει ένα πολύ γνωστό - και σπουδαίο - όνομα στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και φιλολογίας, αλλά και της δημοσίας ζωής του τόπου.

Και για τον Τάκη Γκοσιόπουλο υπάρχουν αρκετά στοιχεία σε διάφορα έντυπα καθώς και στο διαδίκτυο. Στο τελευταίο, αναφέρεται ως ένας «από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης9» -  αλλά αυτό δεν είναι αληθές. Υπήρξε ένας από τους ελάσσονες ποιητές της Βορείου Ελλάδος, ο οποίος όμως έζησε ως ποιητής και υπηρέτησε με αφοσίωση, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, την λογοτεχνία γενικότερα και το προσωπικό του έργο ειδικότερα. Στην Επιθεώρηση Τέχνης, ο Αλέξανδρος Αργυρίου στο κείμενο «η λογοτεχνική ζωή της Θεσσαλονίκης στα τελευταία 30 χρόνια» αναφέρεται και στον Τ. Γκοσιόπουλο10· στο ίδιο τεύχος ανθολογείται ποίημά του  από το «Γυμνό της Νύχτας», συλλογή που εκδόθηκε το 1961. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης [1962] και της Μουσικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος [1973], μέλος του Ομίλου Συνεργατών και Υποστηρικτών των «Μορφών» [1952] και διευθυντής της πρώτης εγκυκλοπαίδειας της Θεσσαλονίκης, της «Βασικής Εγκυκλοπαίδειας Κοντέου» [1969]. Ίσως, η σοβαρότερη από τις  εργασίες του Γκοσιόπουλου στο χώρο των γραμμάτων ήταν η κριτική βιβλίου και η επιμέλεια της  φιλολογικής σελίδος11 του «Ελληνικού Βορρά», την οποία  είχε αναλάβει το 1950 και την διατήρησε έως το 1969. Η θέση του αυτή, σε μία περίοδο με εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες ανακοινώσεως (και παρουσιάσεως) των νέων εκδόσεων, του δημιούργησε πλήθος σχέσεων με τους εκδότες και τους συγγραφείς, οι οποίοι επιζητούσαν να γνωστοποιήσουν στους αναγνώστες της εφημερίδος τα έντυπα που κάθε φορά εξέδιδαν.

3. Στα «Μακεδονικά Γράμματα» του 1949, στο ίδιο τεύχος12, στο οποίο δημοσιεύεται ποίημα του Γκοσιόπουλου, δημοσιεύεται και εκτεταμένη κριτική του Στ. Βασιλειάδη, συνεργάτη του περιοδικού, για το βιβλίο του Ρένου Αποστολίδη: Τρείς σταθμοί μιας πορείας, Αθήνα, 1945. Θεωρώ ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση.  Στο πρώτο τεύχος «Των Νέων Ελληνικών» και στις σελίδες με τίτλο «Το Χρονικό του Μηνός», πρώτη – πρώτη παρουσιάζεται η παρακάτω εγγραφή: «Για τους κριτικούς και την κατάντια τους, πολύ σωστά τα όσα γράφει σε ιδιωτική του επιστολή προς τον κ. Τ. Γκοσιόπουλο, συντάκτη των λογοτεχνικών νέων του “Ελληνικού Βορρά” Θεσσαλονίκης (11-11-51), ο κ. Γ. Πράτσικας…».  Και στο τεύχος 4 - στη στήλη «Τι λεν οι άλλοι για τα ίδια ζητήματα» - ο Ρένος σημειώνει: “Ο κ. Τάκης Γκοσιόπουλος πάλι μας γράφει στις 3-3-52”. «Είμαι ενθουσιασμένος απ’ το περιεχόμενο, ειδικά δε με τα όσα λέτε για τη Θεσσαλονίκη και το Θέατρο, μα προπαντός για το φραγγέλωμα που κάνετε στον “ανεκδιήγητο” κριτικό, που δεν ξέρει τι του γίνεται και ο εγωϊσμός του έχει καταντήσει για τη Θεσσαλονίκη η σύγχρονη πνευματική χολέρα, που πάει να παραλύσει κάθε ικμάδα του τόπου μας…Στα σχόλιά μου για το 3ο τεύχος σας θα παραθέσω αποσπάσματα του χρονικού σας για τον Σπανδωνίδη, για να τον μάθουν όλοι, να πέσει η λεοντή πια…». Οι παραπάνω αναφορές συνδέουν έμμεσα ή άμεσα τους Ρένο και Γκοσιόπουλο πριν από τη χρονολογία της πρώτης επιστολής (αυτής της 13-3-52) του πρώτου προς τον δεύτερο, που δημοσιεύεται εδώ. 

3α. Ο Ρένος, στη προσφώνηση  της πρώτης επιστολής, αποκαλεί τον Γκοσιόπουλο «φίλο»· προφανώς, οι προηγούμενες επιστολές του Ρένου προς τον Γκοσιόπουλο είτε δεν διασώθηκαν είτε περιήλθαν σε άλλο αρχείο. 

Από την ανάγνωση της επιστολής – στο τμήμα της έως το υστερόγραφο - προκύπτει ότι σε αυτήν ο Ρένος εξηγεί, δι’ ολίγων, την διαδρομή που ακολουθείται για «κάθε συνεργασία σχετική με την ανθολόγηση». Ο πρώτος λόγος ανήκει (αλλά και παραχωρείται από το γιο) στον πατέρα, Ηρακλή Αποστολίδη. Η προσθήκη, όμως, του υστερογράφου οδηγεί σε δύο διαπιστώσεις. Η πρώτη: Ο Ρένος διάβασε (ή «κοίταξε») τα ποιήματα του Γκοσιόπουλου πριν τα δώσει στον πατέρα του, και η δεύτερη: εκφράζει, αμέσως ή εμμέσως, τη προσωπική του άποψη για δύο από αυτά, το «καλό», ανέκδοτο ποίημα και το ποίημα με τον τίτλο «Ζειτενλίκ». Κλείνει, προσθέτοντας έναν ακόμη αναβαθμό αισιόδοξης αναμονής στον αποστολέα των ποιημάτων, καθώς σημειώνει ότι έχει δει ποιήματά του «ανώτερα και του «Ζειτενλίκ». Με άλλα λόγια ο Ρένος, χωρίς να προεξοφλεί ευνοϊκή εξέλιξη ή, ακόμη περισσότερο, χωρίς να παρέχει θετική απάντηση στο αίτημα του Γκοσιόπουλου,  αφήνει εν τούτοις  να διαφανεί  η διάθεση του ιδίου, τουλάχιστον, για την τελική έκβαση της κρίσεως σε ότι αφορά την ανθολόγηση των ποιημάτων του φίλου του ποιητή. 

4. Η εκτεταμένη δεύτερη επιστολή της 10-7-52 καταλαμβάνει περίπου 10 σελίδες, από τις οποίες δυόμιση αναφέρονται στην απόφαση του Ηρακλή Αποστολίδη αναφορικώς με τα ποιήματα του Γκοσιόπουλου και περισσότερες από επτά στην διακοπή της κυκλοφορίας «Των Νέων Ελληνικών» – ως εκ τούτου αποτελείται από δύο διακριτά και δύσκολα, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο Ρένος ανακοινώνει στον Γκοσιόπουλο ότι, σύμφωνα με την απόφαση του πατέρα του, δεν θα ανθολογηθεί κάποιο από τα ποιήματα που τους απέστειλε για τον σκοπό αυτό. Οι επί μέρους αναφορές του Ρένου στον πατέρα του θεωρώ ότι συνοψίζονται στη παρακάτω φράση του: «είναι άνθρωπος που λογαριάζει και τιμά τη φιλία πάνω απ’ όλα, μα και την αλήθεια εξίσου.». Εν συνεχεία, αποδίδει στον αλληλογράφο του «προϋποθέσεις γενναιότητας» προκειμένου να αποτραπεί, ακόμη και η σκέψη,  δυνατότητος οιασδήποτε χαριστικής ανθολογήσεως, λόγω φιλίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Ρένος, στην επιστολή, δεν διατυπώνει την δική του κρίση για το έργο του Γκοσιόπουλου. Συμφωνούσε, άραγε, πάντοτε – επομένως και σε αυτή τη περίπτωση – με τον πατέρα του13; Αν δεν συμφωνούσε, υπήρχε πιθανότητα, ενίοτε, να ανακοινώσει την δική του, διαφορετική, κρίση στον ενδιαφερόμενο; Πάντως, εδώ, στηρίζεται στη κρίση του πατέρα του ή ακριβέστερα στην ευσυνειδησία και στην ειλικρίνειά του – ιδιότητες από τις οποίες προκύπτει, κάθε φορά, η κρίση του. Πολύ πιθανόν, η στενή επαφή πατέρα και γιου να είχε συμβάλει στην δημιουργία μιας, λίγο ή πολύ, κοινής αντιλήψεως για την ποιότητα και τις αξίες στο χώρο της λογοτεχνίας με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, να προκύπτει και μία κοινή ή παραπλήσια κρίση των δύο ανδρών για τα λογοτεχνικά πρόσωπα και το έργο τους.  

5. Στο δεύτερο μέρος της επιστολής, ο Ρένος αναφέρεται στην απόφαση που πήρε προκειμένου να διακόψει την έκδοση «Των Νέων Ελληνικών».

Η έκταση που καταλαμβάνει καθένα από τα δύο θέματα που θίγονται, αναδεικνύει και την  διαφορά που αυτά παρουσιάζουν, από την άποψη του ενδιαφέροντος, για τον συντάκτη-αποστολέα αλλά και, κατ’ αντίστροφη φορά, για τον παραλήπτη της επιστολής: Ο Γκοσιόπουλος, αποδεδειγμένα ενδιαφέρεται για το περιοδικό, αλλά όμως «καίγεται» για την ανθολόγηση των ποιημάτων του και η προσοχή του, ασφαλώς, εστιάζεται σε αυτό τον στόχο· ο Ρένος, αφού μεταφέρει στον φίλο του την δυσάρεστη είδηση της απορρίψεως, ξεσπά με οργή και πάθος καθώς καταγράφει το ζήτημα που «καίει» αυτόν τον ίδιο – και σημαδεύει εκείνους τους παράγοντες που τον οδήγησαν να αποφασίσει την διακοπή της πολλαπλώς επιτυχημένης εκδόσεως «Των Νέων Ελληνικών». Είναι τόση η ένταση μάλιστα που τον διακατέχει όταν θυμάται πρόσωπα και συμπεριφορές, ώστε, μολονότι ευγενής κατ’ ουσίαν, παρασύρεται και δεν υπολογίζει τον χώρο της επιστολής που παραχώρησε στο πρόβλημα του φίλου του, σε σχέση με το χώρο που αφιερώνει στο δικό του ζήτημα. Στο τέλος της 8ης σελίδας εκτίμησε, προς στιγμήν, ότι είχε γράψει όσα έπρεπε και ετοιμάζεται να κλείσει την επιστολή. Προς τούτο γράφει «Σ’ αφήνω», ώστε περιμένει κανείς να ακολουθήσουν οι συνήθεις καταληκτικές λέξεις με τις οποίες κλείνει μία επιστολή προς φίλο. Αντ’ αυτού όμως, ο Ρένος αισθάνεται την ανάγκη να συμπληρώσει ορισμένα ακόμα για το φλέγον ζήτημα, επανέρχεται, και προσθέτει επί πλέον  μιάμιση σελίδα κειμένου στην επιστολή. Θα κλείσει οριστικώς προσθέτοντας στη δική του αγάπη προς τον παραλήπτη και τους χαιρετισμούς του πατέρα του. 

6. Την Κυριακή 6 Ιουλίου 1952 ο Τ. Γκοσιόπουλος στη στήλη του στον Ελληνικό Βορρά  «Κάθε Κυριακή – Λογοτεχνικά νέα της Βορ. Ελλάδος», την οποία υπογράφει με το ψευδώνυμο Στέφανος Χρυσός, αναφέρεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού των Αποστολίδηδων με τον εκτενέστερο δυνατόν τρόπο. Γράφει: «Εκυκλοφόρησε το 7ο τεύχος, Ιουλίου, “Των Νέων Ελληνικών” με 72 σελίδες εκλεκτή ύλη. Μεταξύ των περιεχομένων τρία κείμενα εξόχως ενδιαφέροντα: 1.Το…δράμα του Ευρυπίδη “Τρωάδες”…2. Η ξένη δημοτική ποίησι: «Δύο σκωτσέζικα τραγούδια του 14ου αιώνα…». 3. Ανοιχτή επιστολή του Ρένου Αποστολίδη προς τους «φθασμένους» και τους «νέους»… Στη συνέχεια σημειώνει το σύνολο, σχεδόν, των περιεχομένων του τεύχους. Αμέσως, ακολουθεί μία δεύτερη εγγραφή, στην οποία αποτιμάται η μέχρι τότε συνολική πορεία του περιοδικού: «Γενικά “Τα Νέα Ελληνικά” σε κάθε τους έκδοση παρουσιάζονται και ανώτερα ποιοτικά και σημαδεύουν με τις ανθολογίες του ποιητικού και πεζού λόγου ό,τι καλύτερο έχει να δώση η λογοτεχνία μας. Αλλά και στον κριτικό τομέα το περιοδικό αγωνίζεται να δώση τις σοβαρότερες μορφές του είδους, αντικειμενικές και δοκουμενταρισμένες.».

Αργότερα, στην αντίστοιχη στήλη της 3ης Αυγούστου 1952, θα γράψει:  «Στην πρόσφατη ιστορία των περιοδικών δύο μονάχα περιοδικά άφησαν εποχή με την έκδοσή τους. Ο χρόνος δεν παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή των. Αλλά η ποιότητά των και η έντασή των στη διαγραφή της πραγματικότητας της εποχής των. Ο «Κοχλίας στη Θεσσαλονίκη και «Τα Νέα Ελληνικά» [=ΤΝΕ] στην Αθήνα…το περιοδικό αυτό [ΤΝΕ] όπως πληροφορηθήκαμε κλείνει, παρά την μεγάλη του κυκλοφορία που αν την είχαν άλλοι θα εθεωρούσαν τον εαυτό τους ευτυχισμένον…Σπάνια στην Ελλάδα λογοτεχνικό περιοδικό γνώρισε τέτοια δόξα και πέθανε τόσο νέο.». Θεωρώ ευρηματική την σύνδεση των δύο αυτών λογοτεχνικών περιοδικών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους, τα οποία όμως χαρακτηρίζει η ποιότητα των κειμένων και η υψηλή αισθητική τους·  επί πλέον, και τα δύο επέδρασαν συγχρονικά στο χώρο τους - και τα δύο άφησαν θετικό αποτύπωμα από την συνολική διαδρομή τους.     

Επειδή πρόκειται για τον Ρένο, μπαίνω στον πειρασμό να αντιγράψω ακόμη μία εγγραφή από τη στήλη του Γκοσιόπουλου: «Στο τεύχος των «Μορφών» που κυκλοφορεί τις μέρες αυτές αρχίζει η δημοσίευση ενός αριστουργήματος του Κάφκα, η «Δίκη» κατά μετάφρασι του Δημ. Στ. Δήμου που κατέχει ειδικά και μελέτησε το όλο έργο του Κάφκα14.».

6α. Η πέμπτη επιστολή είναι γραμμένη πέντε χρόνια αργότερα, στις 30 Μαρτίου 1957, και σε αυτήν ο Ρένος αναγγέλλει στον Γκοσιόπουλο ότι «Τα Νέα Ελληνικά» … θα ξαναεκδοθούν – αυτή τη φορά ως γενικώτερο πνευματικό όργανο και πιθανώς με συνδιεύθυνση και άλλων, έτσι ώστε το  τυπικό κύρος τους να είναι, ας πούμε, ηυξημένο.».  Εν συνεχεία τον διαβεβαιώνει ότι παρά τις προσπάθειες «των καλοθελητάδων», εξακολουθεί να τον θεωρεί «σταθερό φίλο». Πάλι από το ύφος  της επιστολής και τον τρόπο που αυτή είναι γραμμένη προκύπτει ότι, μάλλον, δεν υπήρξε διακοπή της μεταξύ των επικοινωνίας κατά το διάστημα των 5 ετών που μεσολάβησαν από το 1952, έτος αποστολής των 4 προηγουμένων επιστολών του Ρένου. Νομίζω ότι χρειάζεται εδώ να υπογραμμισθεί η αξιοπρεπής στάση του Γκοσιόπουλου απέναντι στους Αποστολίδηδες και στο περιοδικό τους, «Τα Νέα Ελληνικά». Ήταν υποχρεωμένος να χειριστεί το ζήτημα της απορρίψεως των ποιημάτων του από τους καθ’ ύλην  αρμοδίους και να αποδεχθεί την θέση στην οποία τον περιόριζε, με το μέχρι τότε έργο του, η κρίση, τουλάχιστον, του Ηρακλή Αποστολίδη. Ταυτοχρόνως, η αρνητική αυτή απόφαση δυσκόλευε τη θέση του απέναντι στους συμπολίτες του ποιητές, των οποίων ποιήματα είχαν ήδη περιληφθεί (ή συνέχιζαν να περιλαμβάνονται) στην Ανθολογία. Επομένως, ήταν ανθρωπίνως δύσκολο, να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση και να παραμείνει φίλος του Ρένου και «Των Νέων Ελληνικών», όμως φαίνεται ότι αυτό πράγματι συνέβη.  

6β. Στην ίδια, την πέμπτη επιστολή, ο Ρένος σημειώνει: «Πολύ παρακαλώ, στέλνε μου τα σχετικά αποκόμματα.»· επιζητεί, προφανώς, τα αποκόμματα των εφημερίδων και των περιοδικών τα οποία, εν όψει και  της επανακυκλοφορίας του περιοδικού, δημοσιεύουν οιαδήποτε πληροφορία, είδηση ή κρίση για «Τα Νέα Ελληνικά» και τους Αποστολίδηδες. 

Μια εβδομάδα περίπου αργότερα, στις 7-4-57, ο Ρένος αποστέλλει μία carte visite στον Γκοσιόπουλο με το παρακάτω περιεχόμενο: «Αγαπητέ μου φίλε, ήρθε δέμα σου με εφημερίδες, αλλά δε μου το έδωσε το ταχυδρομείο γιατί περιείχε αντικανονικώς και γράμμα σου λέει μέσα. Έρχεται πίσω σ’ εσένα. Ξαναστείλε μου το – περιμένω γράμμα σου. Δικός σου, Ρένος.».

Η κάρτα φανερώνει ότι ο Γκοσιόπουλος, επειδή γνώριζε την επιθυμία του Ρένου να συγκεντρώνει τις ειδήσεις που τον αφορούσαν, φρόντισε και του έστειλε, πολύ πιθανόν πριν ακόμα λάβει την τελευταία (πέμπτη) επιστολή του, δέμα με εφημερίδες που ασφαλώς θα τον ενδιέφεραν. Το μικρό κείμενο της κάρτας δείχνει, επίσης, ότι η σχέση των δύο ανδρών παρέμεινε αλώβητη κατά το διάστημα της τελευταίας πενταετίας και, ίσως, κατά το ίδιο διάστημα να είχε διατηρηθεί μεταξύ τους και κάποιας μορφής επικοινωνία.

7. Επιλογικά: Στις δύο δημοσιευόμενες επιστολές περιλαμβάνεται η μαρτυρία του Ρένου για το γεγονός της πρώτης διακοπής εκδόσεως «Των Νέων Ελληνικών»· επίσης, σε αυτές παρουσιάζονται συνοπτικά τα στάδια τα οποία θα έπρεπε να διέλθει ένα έργο προκειμένου να συμπεριληφθεί στην Ανθολογία Αποστολίδη. Ιδιαίτερη σημασία έχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ποιητής του οποίου την συμπαράσταση «στον αγώνα  “Των Νέων Ελληνικών”»  οι Αποστολίδηδες λογαριάζουν «σα φαινόμενο σπάνιο – μπορεί και μοναδικό», παρ’ όλα αυτά δεν ανθολογείται. Ακόμη και τότε! Ακόμη και αυτός!

Ο Ρένος έκλεισε «Τα Νέα Ελληνικά» όταν, όπως σημειώνει, από το 6ο τεύχος είχαν διατεθεί 4.400 αντίτυπα «ήτοι το διπλάσιο όλων μαζί των άλλων λογοτεχνικών περιοδικών.»

Η άκαμπτη στάση των Αποστολίδηδων στο ζήτημα της ανθολογήσεως, εδώ αποδεδειγμένη  εκ των πραγμάτων, καθώς και η διακοπή εκδόσεως του περιοδικού τους στο υψηλότερο δυνατόν επίπεδο κυκλοφορίας ενός τέτοιου εντύπου, είναι πραγματικά γεγονότα που στοιχειοθετούν την ειλικρίνεια, αν μη τι άλλο, του συνόλου των θέσεων και των εκτιμήσεων που ο Ρένος διατυπώνει στις επιστολές αυτές.





Β’. Επιστολή Ρένου προς Χριστιανόπουλο.



Στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Ρένο Αποστολίδη και υπό τον τίτλο «Πενήντα χρόνια επιστολογραφίας», δημοσιεύονται 20 επιστολές του, οι οποίες «απευθύνονται σε γνωστά πρόσωπα και αναφέρονται αποκλειστικά σε πνευματικά θέματα.». Η πρώτη από τις επιστολές έχει ως παραλήπτη τον Ντίνο Χριστιανόπουλο· ωστόσο, από το σχέδιο της επιστολής αυτής (που υπάρχει στο αρχείο Αποστολίδη και δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία) «έχει χαθεί» το αρχικό τμήμα της. Η συγκεκριμένη επιστολή ευρίσκεται πλήρης στο αρχείο Νέστορος Καββαδά απ’ όπου την αντιγράφω και την δημοσιεύω ολόκληρη εδώ. Το ελλείπον τμήμα της φαίνεται εξίσου ενδιαφέρον με το τμήμα της που δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, επιπλέον δε πλήρης η επιστολή ανακτά το ακριβές βάρος που είχε τότε, ευθύς μόλις την ολοκλήρωσε και την απέστειλε ο Ρένος.    



                                                                                  

      Αθήνα, 6-10-51

      Κε Ντ. Χριστιανόπουλε

ασυνήθιστο, βέβαια, να γράφει κανείς στους επικριτές του. Μάλιστα, όταν συμβαίνει να συμφωνεί (από ιδιοσυγκρασίας) πάντοτε και μόνο με τον εαυτό του – ποτέ με τους όποιους άλλους.  Εντούτοις, συμβαίνει επίσης, εγώ τουλάχιστον, ν’ αδιαφορώ και για τις «συνήθειες», και για τους «κοινώς παραδεδεγμένους» τρόπους συμπεριφοράς, και για τις πιθανές, δυσάρεστες ή ευχάριστες, εκπλήξεις που προκαλούν –ή: δεν προκαλούν – στους άλλους τα φερσίματά μου. Προτιμώ να κάμνω εκείνο που εγώ βρίσκω σωστό – έντιμα και απροκάλυπτα – αφήνοντας αυτούς τους άλλους, φίλους ή εχθρούς, να λογαριάζονται όπως αυτοί θέλουν μαζί μου: εκπλησσόμενοι, ή όχι, όσο θέλουν, κρίνοντας με όπως νομίζουν…Στη συγκεκριμένη περίπτωση διαφωνώ ριζικά μαζί σας – όχι μόνο στα επικριτικά σημεία των τριών κριτικών σας αλλά και σε πολλά καταφατικά, ο δια των οποίων έπαινος δεν βρίσκω πως μου ανήκει. Θα υποθέτετε, ίσως να γνωρίζετε κιόλας, τα λεπτομερή σημεία της διαφωνίας μου αυτής. Μολαταύτα, εγώ προσωπικά, με τις τρεις κριτικές σας15 πείσθηκα για κάτι: ότι εσείς – με τον τρόπο σας βέβαια, από τη «θέση» σας, με τις δικές σας δυνατότητες και ποιότητες πρόσληψης – αντιμετωπίσατε πράγματι, «κατά μόνας», τα τρία βιβλία μου. Το αν εντέλει τ’ αρνηθήκατε – ή και όχι απολύτως – λίγο ενδιαφέρει. Ενδιαφέρει μόνο – εμένα, πάντοτε – ότι τ’ αντιμετωπίσατε καθεαυτά – όχι, απλώς, «για να γράψετε», που κανείς, άλλωστε, δεν σας υποχρέωνε. Δεν μπορώ, κατά συνέπειαν, παρά να σας το γνωρίσω αυτό, να σας βεβαιώσω ότι το διαπίστωσα – έτσι, σαν κάποια δίκαιη ανταμοιβή (αλλά και…αυτοτιμωρία μου!) για τους … επαίνους που γράψατε. (Λέω «επαίνους» πια, γιατί, γίνεται μεγαλύτερος έπαινος απ’ αυτόν; Να πείθεσαι ότι σε αντιμετώπισαν πράγματι, έστω και μέσα από τη σφοδρότατη άρνησή τους;)

     Τώρα…-να πέσουμε σε κουβέντα για την ολόκληρη κατάφαση ή για την ολόκληρη άρνηση; Για το: «Ναι. Ναι. Ου.ου»; Φοβάμαι πως θα μου κηρύσσατε ένα «Ου» - βλέπετε, δεν σας αποδίδω, επ’ ουδενί λόγω, το «Ναι»! – και θα σας αντέτασσα ένα «Ναι» εις τους αιώνας των αιώνων! Είμαστε, για την ώρα, σε κάποιους ιδανικούς αντίποδες: Σεις, πιστεύετε. Ή, τουλάχιστο:

Πιστεύετε στην πίστη. Ή, το πιθανότερο: προσπαθείτε να πείσετε τον εαυτό σας πως: «και πιστεύετε και πιστεύετε και στην πίστη»! <Βοήθει μοι τη απιστία…» λέει κάπου το Ευαγγέλιο!....> Εγώ, μήτε πιστεύω, μήτε πίστεψα ποτέ μου σε τίποτα, μήτε στην πίστη, μήτε στην απιστία πρώτου βαθμού! Γι’ αυτό δε και δεν «διακηρύσσω» – δικό σας ρήμα, όχι δικό μου! – παρά την απιστία μου τρίτου βαθμού, μη «επαγγελόμενος», τίποτα σε κανέναν! Δηλώνω, απλώς, ότι εγώ είμαι – τώρα είμαι – ελεύθερος! Αν μπορείτε, το συλλαμβάνετε – έστω, αν θέλετε, και σαν το βαρύτερο των αμαρτημάτων (πα’ να πει: το ελευθερωτικότερο!) Αν όχι, βέβαια εγώ θάμαι ο τελευταίος που θα πάψω να εκτιμώ την αληθινή αγωνία και των πιστών, όλων των πιστών – φυσικά και τη δική σας, που, όσο κι αν λυσσαλέα την απωθήτε στα κρησφύγετα του εαυτού σας, όμως, αυτή βρίσκει ακόμη τον τρόπο ν’ αναφαίνεται και να σας βοηθεί να βλέπετε πράγματι, παραπέρα απ’ όσο θα μπορούσε να σας φέξει το λιγνό κεράκι οποιασδήποτε ορθοδοξίας…

   Απόδειξη δε: οι τρεις κριτικές σας για τα βιβλία μου.

Να σας πείσω; …Μήτε το ελπίζω. Μήτε το θέλω καν…Μόνο, έτσι, - μιλάμε απ’ τόνα αστέρι στ’ άλλο…

  «Ποιος σ’ ακούει τι ψιθυρίζεις εσύ μες στη θύελλα;…16»

                                                           Ρ. Αποστολίδης

ΥΓ. Θα σας ήμουν υπόχρεως αν μου στέλνατε από 2 φύλλα των ημερομηνιών:20/8/51, 3/9/51, 1/10/51 της «Νέας Αλήθειας», όπου οι 3 κριτικές σας, γιατί, παρά της επίμονες επικλήσεις μου, ο καλός φίλος μου Μ. Αναγνωστάκης – με τον οποίο ριζικότατα επίσης…διαφωνώ! – δε μου τα έστειλε, από αμέλεια βέβαια.- Η δ/σις μου είναι: Ρένος Αποστολίδης, Τήνου 16, Αθήνα. – Ευχαριστώ.

Σας στέλνω τα 2 πρώτα βιβλία – έστω και a posteriori. «Πυραμίδα 67» ατυχώς δεν έχω πια.

 Ρ.                                                          



Σημείωση στην επιστολή του Ρένου προς τον Ντ. Χριστιανόπουλο.



Το 1951 ο Ρένος είναι 27 ετών, ο Χριστιανόπουλος 20 και ο Αναγνωστάκης 26. Ο Χριστιανόπουλος, τον προηγούμενο χρόνο [1950], είχε εκδώσει την «Εποχή των ισχνών αγελάδων». Το 1951, δημοσιεύει στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης τρείς κριτικές για τρία βιβλία του Ρένου και φροντίζει να τον ενημερώσει για το γεγονός   – οι δυο τους δεν γνωρίζονται προσωπικά. Ο Ρένος του απάντησε με την παραπάνω επιστολή. Ο Χριστιανόπουλος δεν κρίνει μόνο την «Πυραμίδα 67», η οποία είχε εκδοθεί πριν από ένα χρόνο περίπου, και τα «Ποιητικά γράμματα», τα οποία είχαν εκδοθεί δύο χρόνια πριν, αλλά ακόμη και τους «Τρεις σταθμούς μιας πορείας17», βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει πριν από 6 χρόνια, τον Οκτώβριο του 1945.

Μοιάζει σαν ο Χριστιανόπουλος να επέλεξε έναν ισχυρό, δύσκολο και απρόβλεπτο «αντίπαλο» στο χώρο της κριτικής αλλά και γενικότερα στον χώρο της λογοτεχνίας. Και ο Ρένος, χωρίς δισταγμό, αποδέχτηκε την πρόκληση και του απάντησε. Στην αρχή της επιστολής αυτοσυστήνεται, ενώ, αμέσως μετά, δεν έχει κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσει στον «αντίπαλό» του ένα προσόν που εκείνος επέδειξε κατά την άσκηση της κριτικής του: αντιμετώπισε τα τρία βιβλία «καθεαυτά» - και αυτό ο Ρένος  το θεωρεί ως τον μεγαλύτερο έπαινο για το έργο του. Αλλά δεν θα σταματήσει εδώ. Θα αντιπαραθέσει την «πίστη» του Χριστιανόπουλου – ακριβώς την προσπάθειά του να πιστέψει και να πιστέψει στην πίστη - στην δική του απιστία και θα ορίσει τελικώς τη θέση και των δύο: ευρίσκονται σε δύο διαφορετικά αστέρια, και συνομιλούν «απ’ τόνα αστέρι στ’ άλλο…».  Τέλος, βέβαια, δεν θα παραλείψει, διαβάζοντας με καίριο τρόπο το δημοσιευμένο έργο του Χριστιανόπουλου –λογοτεχνία και κριτική - να διαπιστώσει την αγωνία του τελευταίου (αυτήν που δεν μπορεί να καλύψει η «πίστη» του), την αγωνία εκείνη που  τον οδηγεί, όπως του γράφει, «παραπέρα απ’ όσο θα μπορούσε να» του «φέξει το λιγνό κεράκι οποιασδήποτε ορθοδοξίας…».

Τότε ο Ρένος ήταν 27 και ο Χριστιανόπουλος 20 ετών: μοιάζει σαν ο ένας να βρήκε στο πρόσωπο του άλλου τον κατάλληλο «αντίπαλο». Σήμερα 70 χρόνια περίπου μετά από την ανταλλαγή κριτικών και επιστολής, μπορούμε να δούμε πόσο εύστοχη και ενδιαφέρουσα υπήρξε για τον καθένα τους αυτή η επιλογή.  Στους δύο πρόσθεσα και το όνομα του Αναγνωστάκη γιατί τόσον ο Ρένος όσον και ο Χριστιανόπουλος εκτιμούσαν το έργο του18, και οι δύο - ο ένας χωριστά από τον άλλο - τον θεωρούσαν φίλο τους· εξ άλλου ο Ρένος τον αναφέρει στην επιστολή, δηλώνοντας μάλιστα ότι διαφωνεί  μαζί του «ριζικότατα».  Αλλά και για έναν επί πλέον λόγο: Στο φάκελο της επιστολής Ρένου προς Χριστιανόπουλο, στη θέση της διευθύνσεως του παραλήπτη σημειώνεται: «Κον Ντίνον Χριστιανόπουλον – ευγενεστάτη φροντίδι  Μ. Αναγνωστάκη -.».

Κλείνοντας αξίζει να υπογραμμισθεί το εξής: αυτά που αναφέρθηκαν μέχρις εδώ – σχέσεις μεταξύ προσώπων και κρίσεις ή εκτιμήσεις του ενός για το έργο του άλλου -  ίσχυσαν, τότε, κατά τα πρώτα έτη της δεκαετίας του ’50. Συνήθως, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων (και των λογοτεχνών) δοκιμάζονται και όχι σπανίως ατονούν ή  εξαντλούνται και τελειώνουν. Αυτό ενδιαφέρει, όσο είναι στη ζωή, τους ιδίους και ενδεχομένως τους οικείους τους ή μερικούς κοινούς στενούς τους φίλους. 

Ενίοτε όμως συμβαίνει να τροποποιείται ή να αλλάζει ριζικά η εκτίμηση του ενός για το έργο του άλλου19 – τότε, αυτό ενδιαφέρει και όλους εμάς, τους υπολοίπους. Αυτές οι τελευταίες αλλαγές –όσες υπήρξαν – συνέβησαν αρκετό καιρό αργότερα από τα γεγονότα των επιστολών που δημοσιεύονται παραπάνω και ως εκ τούτου η αναφορά σε αυτές (τις αλλαγές) δεν είναι απαραίτητη, καθώς υπερβαίνει το πλαίσιο της παρούσης μελέτης.



 Υ.Γ. Σχετικά με την κριτική του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τα τρία πρώτα βιβλία του Ρένου Αποστολίδη.

Ο ίδιος ο Ρένος, το 2001, θα χαρακτηρίσει   τα κείμενα των «Τριών σταθμών» ως «πρωτόλεια δοκίμια20» και θα αποδώσει στον πατέρα του, κυρίως, τις ιδέες και τις τάσεις οι οποίες τα διέπουν. Φυσικά, οι ιδέες του Ηρακλή Αποστολίδη δεν είναι όλες «πρωτογενείς» - σε αυτές υπόκεινται ιδέες του Νίτσε, «κυριώτατα», αλλά και των Κρισναμούρτι, Ντοστογέβσκι, Μπέρξον, Στίρνερ, Τολστόϊ, Ηρακλείτου, Καβάφη, Ίψεν και άλλων. Η συνολική αποτίμηση του Ρένου είναι ότι «στη συνείδησή» του δεν σώζονται «τα τρία» του «εκείνα δοκιμιακά πρωτόλεια20…». Θα σημειώσει, εν τούτοις, ότι βασικές του ιδέες «αργότερα προηγμένες κι αναπτυγμένες, υπάρχουν εν σπέρματι και δυνάμει εκεί20», στα τρία αυτά κείμενα.  Αλλά και στον «Αντί για πρόλογο», της εκδόσεως του 1945, πάλι ο ίδιος ο Ρένος θα υπογραμμίσει  όλα όσα θεωρεί πως δεν πραγματοποίησε (ή δεν ολοκλήρωσε) με τον τρόπο που θα ήθελε στους «Τρεις σταθμούς», γεγονός που τον αφήνει ανικανοποίητο για το συνολικό αποτέλεσμα.      

Στο πρώτο από τα δοκίμια με τον ενδεικτικό τίτλο «Ο Βραχνάς», γραμμένο τον τελευταίο Αύγουστο της Κατοχής, ο Ρένος περιγράφει την εποχή και τον κόσμο στον οποίο ζει αυτός και οι συνομήλικοί του. Σκληρή εποχή, γεμάτη με αίματα, πόνους και πίκρες – ο παλιός και ο νέος κόσμος είναι «Ένας βούρκος, ένας ρόγχος του θανατά!21..». Και είναι «Τέτοιος ο κόσμος μας· η ψυχή μας τέτοια – Τέτοια και η Τέχνη μας21»: αναπλάθει τον κόσμο αυτό στη ζωγραφική, τη γλυπτική,  την ποίηση, το λόγο . Ένας νεκρός κόσμος στον οποίο αξίζει να βάλουν «Φωτιά!» μόνο «Φωτιά!21», προτρέπει ο Ρένος, για να αποφύγουν το   «μαύρο Μεσαιώνα που φρικτός ζυγώνει21.».

Το δεύτερο δοκίμιο δημοσιεύτηκε, προηγουμένως, στα «Γράμματα» με τίτλο «Καιρός του Είναι!» τον Οκτώβρη του 1944. Ο Ρένος υποστηρίζει ότι η ομαδική αυτοπραγμάτωση, θα προκύψει σαν συνέπεια της ατομικής, καθώς ο καθένας θα κινείται μόνος του έξω από κάθε είδους κλουβί,  έτοιμος  να αποφύγει την ακύμαντη επιφάνεια των πραγμάτων και να αποκτήσει μία βιωματική εμπειρία του βάθους των, αποφασισμένος ακόμη να αισθανθεί την κατάσταση των βυθών και τις  δυσκολίες που το γεγονός αυτό συνεπάγεται.  Συμπεραίνοντας θα γράψει: «Ο άνθρωπος που φροντίζει να βρη μια μέθοδο πράξης κ’ ένα σύστημα γνώσης, να κλειστή δηλαδή εκούσια μες σε φυλακή, είναι ζωντανόνεκρος22.». Η υποταγή οποιουδήποτε σε κάθε είδους πίστη, σε αρχές και εξουσίες, στα δόγματα, στην ορθοδοξία, αφεύκτως τον  οδηγούν στην αδράνεια, ζει σε κλουβιά – τάφους. Και «αφανίζουν την αξία και τη λευτεριά του μεστού Τώρα, πούναι ζωή22.».                                                                                         

Το τρίτο δοκίμιο23 οι «Διπλοσταυρωμένοι», έχει γραφτεί μερικούς μήνες αργότερα από τα δύο πρώτα, την Μεγάλη Εβδομάδα του 1945. Ο Ρένος όταν το γράφει έχει ζήσει, τα γεγονότα των Δεκεμβριανών και εκείνα που ακολούθησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Στις εμπειρίες της Κατοχής προστίθενται τώρα και οι ημέρες ενός σκληρού εμφυλίου που διεξήχθη στα οικοδομικά τετράγωνα και στις οδούς του κέντρου και των συνοικιών της  Αθήνας. Ο Ρένος αισθάνεται την ανάγκη να καθορίσει τη θέση του: Δεν είναι με τη δεξιά, ούτε με την αριστερά αλλά ούτε και με τους «αναμέσους24».  Επιλέγει να μείνει στην «αντίπερα όχθη», ένας από τους «αληθινά τρίτους24», «πραγματώνοντας από τώρα Λευτεριά εσωτερικά ωλοκληρωμένη24»,  έτοιμος να αναλάβει, στον κατάλληλο χρόνο τον ρόλο ενός εκ των αληθινά τρίτων - αυτών που θα σταθούν επάνω στο σταυρό προκειμένου να κατακτήσουν «τη χάρη της Λευτεριάς και Προκοπής σε κόσμο αρμονίας τρίτης!24».    



Ο Χριστιανόπουλος φροντίζει να διευκρινίσει ότι τα κείμενα που γράφει για τα τρία βιβλία του Ρένου αποτελούν «όχι κρίσεις – προς Θεού – αλλά εντυπώσεις κι’ απόψεις25.». Για τους «Τρεις σταθμούς» διαπιστώνει ότι το ύφος τους είναι άτσαλο και ακατάστατο αλλά ζωντανό και γεμάτο πάθος, η γλώσσα τους άταχτη και πληθωρική ενώ ακαταστασία διακρίνεται στη διάρθρωση του κειμένου. Πρόκειται, σημειώνει, για ένα ντοκουμέντο – κάτι σαν καφτή λάβα – στο οποίο «θαυμάσιες λυρικές σελίδες διαδέχονται πολλές φορές μιαν αφόρητη ρητορεία25.». Συμφωνεί με τις διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει ο συγγραφέας, αλλά διαφωνεί μαζί του όταν ο Ρένος  χαρακτηρίζει «ζωντανόνεκρους» όλους εκείνους που κυνηγώντας τη σιγουριά βρήκαν μια μέθοδο πράξης κι’ ένα  σύστημα γνώσης, με αποτέλεσμα να έχουν ενταχθεί σε ένα σχήμα.

 Είναι η περίοδος κατά την οποία ο Χριστιανόπουλος ως μέλος  της Εκκλησίας  μένει αμετακίνητος «επί την πέτρα» της χριστιανικής πίστεως και ως εκ τούτου δεν δύναται να ακούσει – και περισσότερο να εκτιμήσει - όσα εκθέτει  μία ισχυρή φωνή της εγωτικής αναρχίας. Είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να αντιπαραθέσει, απέναντι σε όσα έγραψε ο Ρένος για το Τώρα και το Μέλλον, την δική του βεβαιότητα: θα υποστηρίξει ότι «σκλαβώνοντας τον εαυτό σου στο Χριστό, αυτόματα γεννιέσαι ελεύθερος άνθρωπος, σε μια ελευθερία όχι ουτοπιστική, αλλά εντελώς συγκεκριμένη και δικαιωμένη25.».

Η κριτική του Χριστιανόπουλου για τα «Ποιητικά γράμματα» είναι η πιο συνοπτική από τις τρεις: oυσιαστικά πρόκειται για μερικές γραμμές κειμένου στις οποίες έχει προστεθεί μικρό απόσπασμα  από ένα ποίημα της συλλογής· ο Χριστιανόπουλος εδώ εκφράζει με έμφαση και με απόλυτο τρόπο την άποψή του για την ποίηση του Ρένου: «Αναμφισβήτητα ο κ. Ρένος δεν είναι ποιητής, ή μάλλον έχει την αδυναμία να μη μπορεί να εκφραστεί ποιητικά26». Εντούτοις, ξεχωρίζει ένα ποίημα «δυνατό και υποβλητικό27» καθώς και «μερικά όμορφα και λιτά κομμάτια28» αλλά και σκόρπιους στίχους που σώζονται ποιητικά. Η απόλυτη απόρριψη του Ρένου ως ποιητή παρουσιάζει μία εσωτερική αντινομία στο ίδιο το κείμενο της κριτικής: πως είναι δυνατόν ένας «κακός ποιητής – ένας μη ποιητής», στη πρώτη συλλογή του, να δημοσιεύσει ένα σπουδαίο ποίημα μαζί με καλά κομμάτια άλλων ποιημάτων αλλά και σκόρπιους στίχους που σταμάτησαν τον αναγνώστη – κριτικό; Το απόλυτο της διατυπώσεως, σε αυτή τη περίπτωση, μετρά μόνο την αστοχία της κριτικής. Τέσσερα από τα ποιήματα των «Ποιητικών γραμμάτων» περιλαμβάνονται στην Ανθολογία Αποστολίδη της 5ης εκδόσεως [1954]29 ενώ σε αυτά προστίθενται και τα «Αποσπασματικά» της συλλογής που εκρίθησαν δημοσιεύσιμα30. Το στημόνι των ποιημάτων συγκροτείται από την στρατιωτική θητεία του Ρένου· οι ιδέες του, οι οποίες παρουσιάζονται στα άλλα δύο βιβλία, (κυρίως στο πρώτο), εδώ περιορίζονται σημαντικά. Μένει η καλή – ως επί το πλείστον - ποίηση για να καλύψει τις 92 σελίδες του βιβλίου.  Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι ο Χριστιανόπουλος αστόχησε στο χώρο εκείνο στον οποίον, εκ των πραγμάτων, διέθετε την καλύτερη πρόσβαση, ώστε να κρίνει εύστοχα και να παρουσιάσει τα «Ποιητικά γράμματα» όπως ακριβώς άξιζε στην ποιητική συλλογή του Ρένου Αποστολίδη.

Ο Ρένος στρατεύτηκε αναγκαστικά και υπηρέτησε τη θητεία του στο 4ο Λόχο του 524 Τάγματος Πεζικού της 9ης Μεραρχίας, από την 29η Ιουνίου 1947 έως την 8 Δεκεμβρίου 1949.

Όσα, θεωρητικά, έγραψε στους «Τρεις σταθμούς» το 1945, δύο χρόνια αργότερα, θα τα υποστήριζε με την ίδια του τη ζωή. Είχε αποφασίσει «εξαρχής» να μη ρίψει ούτε σφαίρα σε ένα πόλεμο τον οποίο έζησε καθ’ όλη τη διάρκειά του  ως μία αλληλοκτονία - έναν εμφύλιο  ανάμεσα στους «μεν και τους δε» - ενώ ο ίδιος παρέμεινε «επιθετικά εναντίον31» και των δύο παρατάξεων.

Φέρει πάντα μαζί του, τα δικά του όπλα: στυλό, μελάνι και συρμάτινα μπλοκ – τα όπλα του στρατού, το μάνλιχερ, οι σφαίρες και οι χειροβομβίδες του είναι άχρηστα καθώς αυτά τον βαραίνουν μόνο και τον δυσκολεύουν στις ατελείωτες πορείες. Στην αρχή γράφει απλώς «έτσι για να στείλει ένα γράμμα» αλλά γρήγορα διαπιστώνει πως ζει για να γράφει – γράφει και παραμένει ζωντανός. Σκέφτεται πως «ό, τι και να γίνη, και τούτο θα γραφτή!32». Στο πόλεμο αρκετοί, εθίζονται στο αίμα και συμμετέχουν σε αυτόν με ενεργητικό τρόπο - ο Ρένος στηρίζεται στο γράψιμο και περιμένει «νάρθουν, νάρθουν κι άλλα, να γραφτούν!32». Γράφει ευθύς μόλις σταματούν οι εξουθενωτικές πορείες, γράφει σε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάζεται, όταν μπορεί να τραβήξει από το χιτώνιο το μπλοκ και να κρατήσει το στυλό, γράφει μέσα στο αμπρί του, γράφει ακόμα και κατά την διάρκεια της μάχης. Μάλιστα συμβαίνει σε μία από αυτές να φεύγει τελευταίος από το πεδίο εκείνος που έγραφε.  Σταδιακά αποκτά «συνείδηση ληξιάρχου33» που κρατά «διαρκώς κατάστιχο33» και γράφει, γράφει συνεχώς τι συμβαίνει. Έτσι στη Πυραμίδα 67 αποτυπώνεται από το ένα μέρος η ωρίμανση της συνειδήσεως ενός νέου μέσα σε συνθήκες θανάτου και από το άλλο η εξιστόρηση της εμφύλιας κολάσεως, αυτής που στη συνέχεια θα «προσδιορίση τη ζωή όχι μόνο τη δική του παρά και του Τόπου όλου πάνω από πενήντα χρόνια34».`  

Ο Ρένος θα δώσει στην ελληνική γλώσσα σπουδαίο έργο σε είδος «μεικτό αλλά νόμιμο»: θα εξιστορήσει τα συμβάντα του Εμφυλίου στα οποία συμμετείχε και ταυτοχρόνως θα γράψει μέρη αμιγώς λογοτεχνικά.  Με μία απαραίτητη διευκρίνιση: η εξιστόρηση των γεγονότων, σχεδόν πάντα, συμπλέκεται με την τέχνη του λόγου, με αποτέλεσμα η Πυραμίδα 67 να είναι στο σύνολο της, πρωτίστως, καλή λογοτεχνία. Αποφάσισε να γράψει, εν θερμώ, «το βιβλίο της αλήθειας του Εμφυλίου35» και επέτυχε να δημιουργήσει ένα  κείμενο που ταυτοχρόνως διδάσκει και λυτρώνει..

   Οι πορείες, οι σκοπιές, η νύχτα, το κρύο, το χιόνι, η πείνα, η δίψα, ο φόβος, η (ανίκητη) αγωνία, τα βλήματα και οι σφαίρες, οι όλμοι, οι φυτεμένες νάρκες, συνιστούν τη πραγματικότητα του Ρένου - και των συστρατιωτών του - στα τρία χρόνια του Εμφυλίου, όταν όλοι, και από τα δύο στρατόπεδα, ευρίσκονται στη δικαιοδοσία του θανάτου. Η Κλωθώ, η Λάχεσις, η Άτροπος ενεργοποιούνται και ρυθμίζουν κάθε στιγμή το μερίδιο του καθενός εκ των αντιμαχομένων, στρατιωτών και ανταρτών. Οι μοίρες αποφάσισαν, εν τέλει, να ζήσει ο Ρένος – σε αυτό συνέβαλε και η πολύ αγάπη που έδινε (και έπαιρνε) από συγκεκριμένα πρόσωπα: τους γονείς, τον αδελφό και μια νέα γυναίκα.     

Ο Χριστιανόπουλος στην κριτική του θα δηλώσει ότι άρχισε να διαβάζει τη Πυραμίδα 67 με προκατάληψη και την τελείωσε με ενθουσιασμό. Το βιβλίο τον κέρδισε αν και του «ανατάραξε ολόκληρο τον κόσμο36» του. Διαπιστώνει ότι μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «περνάει όλος σχεδόν ο συμμοριτοπόλεμος36» - ο συγγραφέας κατάφερε να δώσει το χρονικό του πολέμου «και να μας αποκαλύψει το δράμα του σ’ όλη την έκτασή του36». Η βασική  θέση του Χριστιανόπουλου είναι ότι «έτσι σα χρονικό, το βιβλίο μπορεί να πει κανείς, είναι συνέχεια της «Ζωής εν τάφω», σα λογοτέχνημα όμως, όχι.36».

Όπως και στους «Τρεις Σταθμούς» έτσι και στη Πυραμίδα 67 ο Χριστιανόπουλος δεν μπορεί να κατανοήσει τις ιδέες του Ρένου και, επομένως, να καταλάβει τις πράξεις του. Κρίνοντας τη Πυραμίδα 67 αναρωτιέται «πως μπορούσε ο κ. Ρένος ν΄αμφιβάλλει για το νόημα του αγώνα πάνω στο Γράμμο, αφού ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε νίκη του συμμοριτισμού;37».  Παρ’ όλη όμως την αντίθεση του όσον αφορά τη θέση του Ρένου, τόσο για τον πόλεμο όσο και για  τον ελληνικό εμφύλιο, θα τελειώσει την κριτική του για την Πυραμίδα 67 υπογραμμίζοντας: «Τούτο μόνο έχω να πω: καιρόν πολύ είχα να διαβάσω τέτοιο βιβλίο37».

Οι Ήρκος και Στάντης στην εισαγωγή τους38 κατατάσσουν τον Χριστιανόπουλο σε αυτούς που πολέμησαν την Πυραμίδα 67, αντιθέτως, ο Ρένος θεώρησε την κριτική του «υμνητική39». Και έχει δίκιο. Χαρακτηρίζοντας με αυτό τον τρόπο το κείμενο της κριτικής,  ο Ρένος εννοεί πως αυτό ήτανε το θετικότερο που θα μπορούσε να γράψει για το βιβλίο του ένας κριτικός με τα χαρακτηριστικά που είχε τότε ο εικοσαετής Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Επομένως, συνοψίζοντας: ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έγραψε μία συμβατική κριτική για τους «Τρεις σταθμούς», αστόχησε στην κρίση του για τα «Ποιητικά γράμματα» και αναγνώρισε έγκαιρα (και πρώιμα) την σπουδαιότητα της Πυραμίδας 67, διατυπώνοντας έστω γι’ αυτήν, επί μέρους επιφυλάξεις.   





Σημειώσεις

.

1. Αναφέρεται στον κριτικό Πέτρο Σπανδωνίδη, τον οποίον ο Ρένος «περιέλαβε» - μαζί με τον Τίμο Μαλάνο - στο τεύχος 3 Των Νέων Ελληνικών [εφεξής ΤΝΕ].

2. Στο τεύχος 3 ΤΝΕ και στη στήλη «Το Χρονικό του Μηνός», ο Ρένος  δημοσιεύει ένα εξαιρετικό κείμενο με τίτλο «Το ζήτημα Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης» -  σε αυτό αναφέρεται, ο ίδιος, εδώ.

3. Ζέϊτενλικ: η περιοχή της Θεσσαλονίκης στην οποία  ευρίσκονται τα συμμαχικά νεκροταφεία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τ. Γκοσιόπουλος θεωρούσε το ποίημά του με αυτόν τον τίτλο (γραμμένο: Ζέϊντιλικ) ως ένα από τα καλύτερα που έγραψε ποτέ. Περιλαμβάνεται στη συλλογή: ΓΚΟΣΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑΚΗΣ, Φωτεινά Κυκλάμινα. Ποιήματα, Θεσσαλονίκη, 1948, σ.45. 

4. σημαίνει: «(σου) δίνω ώστε να (μου) δώσεις».

5. Σύμφωνα με τον Ρένο, ο Πάνος Καρανικόλας υπήρξε νομικός σύμβουλος του Μυριβήλη, συνήγορος του Καραγάτση και δικηγόρος του Πέτρου Χάρη. Περισσότερα στην έκτακτη έκδοση ΤΝΕ– τεύχος 6α της 15ης Ιουνίου 1952.

6. «σαν το συρμένο αστέρι»: από την Πυραμίδα 67, στη σ.98, στη σ.508 καθώς και στη σ.273  - «σκόνη από συρμένο αστέρι» - της δωδεκάτης εκδόσεως, Αθήνα, «Εστία, 2017.

7.  Πλούταρχος. Το φάσμα του Καίσαρος προς τον Βρούτο:  «‘Όψει δε με περί Φιλίππους…» και η απάντηση του Βρούτου: «Οψόμεθα».

8. Η έκδοση ΤΝΕ διεκόπη στις 4 Ιουλίου 1952 - η πληροφορία από την Νέα Εστία, Αφιέρωμα: Ρένος Αποστολίδης, Ιούνιος 2018, στη σελίδα 315.  


10. Επιθεώρηση Τέχνης…, Αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη, αριθ.94-95, Αθήνα, Οκτώβριος- Νοέμβριος 1962, σ.387-558

11. Ακριβέστερα: στη τρίτη σελίδα  του κυριακάτικου Ελληνικού Βορρά ο Τάκης Γκοσιόπουλος κρατούσε τη στήλη «Κάθε Κυριακή – Λογοτεχνικά νέα της Βορ. Ελλάδος», την οποία υπέγραφε με το ψευδώνυμο Στέφανος Χρυσός.

12. Μακεδονικά Γράμματα…, τόμος Γ’, αριθμός φύλλου 1 (7), Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1948.

13. «Η οξύτητά μου προσδιορίζεται από τους βασικούς κριτικούς άξονες του Ηρακλή Αποστολίδη, του πατέρα μου. Με τον οποίον δεν διαφώνησα ποτέ.». Από την συνέντευξη που έδωσε ο Ρένος στον Μιχάλη Κατσίγερα και δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή της 03.06.2001 με τίτλο: «Ρένος Αποστολίδης, ο αντάρτης γραφιάς».             

14. Όπως φαίνεται και από την «Ελληνική βιβλιογραφία Φραντς Κάφκα» του Λάμπρου Μυγδάλη, ο Κάφκα μεταφράζεται στα ελληνικά για πρώτη φορά στον Κοχλία, αρ. 10, Σεπτέμβριος 1946 – ένα μικρό απόσπασμα από τη Δίκη. Από τη Δίκη μεταφράζει  εκτενές απόσπασμα ο Δημ. Στ. Δήμου στις Μορφές από το τεύχος 70-71, Ιούλιος – Αύγουστος 1952 έως τεύχος 87-89, Δεκέμβριος 1953- Φεβρουάριος 1954.

15. Ο Χριστιανόπουλος στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» κρίνει: τους «Τρεις σταθμούς μιας πορείας» στις 20.8.1951, τα «Ποιητικά γράμματα» στις 3.9.1951 και την «Πυραμίδα 67», την 1.10.1951.

16.  «Ποιος σ’ ακούει τι ψιθυρίζεις εσύ μες στη θύελλα;…». Από την Πυραμίδα 67,  στις σ.θ’ και 25. Και με τη μορφή «ποιος μορέ σ’ ακούει πια τι ψιθυρίζεις πάλι εσύ μες στη θύελλα;..» στο διήγημα του Ρένου, Ο Κοροπούλης, δημοσιευμένο στα «Τετράμηνα», τεύχος 8-9, Άνοιξη και Καλοκαίρι 1976.

17. Ειδικά για την έκδοση του Ρένου οι «Τρεις σταθμοί μιας πορείας», έχει δημοσιευτεί (σε έντυπα της Θεσσαλονίκης) κριτική στον «Κοχλία» - αριθμός τεύχους 9, Αύγουστος 1946 -   καθώς και από τον Βασ. Δεδούση στις «Μορφές», τεύχος 4, Χριστούγεννα 1946 - Ιανουάριος 1947. Τις κριτικές στον «Κοχλία», στις «Μορφές» και στα «Μακεδονικά Γράμματα» είναι βέβαιον ότι τις γνώριζε ο Χριστιανόπουλος.

18. Στο τεύχος 2 ΤΝΕ (Φεβρουάριος 1952) και στις σελίδες που διατίθενται για την Ανθολογία,  ανθολογείται, για πρώτη φορά, ο Αναγνωστάκης: πρώτο ποίημα το «Χάρης 1944». Στο ίδιο τεύχος, ο Ρένος «εγκαινιάζει» τη στήλη «η κριτική του βιβλίου» με το κείμενο «Κάποιοι στίχοι, ένας άνθρωπος, μια περίπτωση», στο οποίο κρίνει το έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη, «μιας θετικής ποιητικής προσφοράς», όπως σημειώνει προεισαγωγικά. Ο Χριστιανόπουλος, σε δύσκολες συνθήκες, θα αναφερθεί με ιδιαίτερα θετικό τρόπο στο έργο του Αναγνωστάκη για πρώτη, ίσως, φορά μέσα από τις σελίδες του «Πυρσού», περιοδικού του Συλλόγου Αποφοίτων του Πειραματικού Σχολείου Θεσσαλονίκης στο φύλλο 9-10, Ιούνιος – Ιούλιος 1954.

19. Δες το κείμενο – σημείωμα: Ρένος Η. Αποστολίδης, Αξιολογία – Μανόλης Αναγνωστάκης, γραμμένο από το Ρένο το 2000 και δημοσιευμένο, μετά τον θάνατό του, στο περιοδικό Δρομολόγιο, τεύχος 7, Σέρρες, Άνοιξη (;) 2005. Επίσης, ο Ρένος αναφέρεται αξιολογικά στον Χριστιανόπουλο σε συνέντευξη που έδωσε στο δημοσιογράφο Βασίλη Καββαθά στις 20/9/1997 – την εκτίμηση του αυτή  μπορείτε να δείτε στη σελίδα https://www.youtube.com/watch?v=7PabshL4_D4 μετά το 21 λεπτό.

20. Φράσεις από εκτεταμένο σχόλιο του Ρένου (γραμμένο το 2001) που δημοσιεύει ο Ήρκος στην Εισαγωγή των «Τριών σταθμών» της επανεκδόσεως «Των Νέων Ελληνικών», το 2016.

21. Φράσεις από το δοκίμιο «Ο Βραχνάς» στο βιβλίο: Ρένος, Τρεις σταθμοί μιας πορείας. Εισαγωγή, σχόλια, επιμέλεια: Ήρκος και Στάντης Ρ. Αποστολίδης, Αθήνα, «Τα Νέα Ελληνικά», 2016, σ.104.

22. Φράσεις από το δοκίμιο «Ανάδεμα» στο βιβλίο: Ρένος, Τρεις σταθμοί…

23. Ειδικά για το τρίτο δοκίμιο έχει σωθεί όψιμη επανεκτίμηση του Ρένου καταχωρισμένη στο αρχείο του στις 10-6-2001 και δημοσιευμένη στην εισαγωγή των Στάντη και Ήρκου για την δωδεκάτη έκδοση  της «Πυραμίδας 67», στην Εστία – εκεί γράφει: «…Ανόητες οι θέσεις και τάσεις που διέπουν το τρίτο δοκίμιο…».  

24. Φράσεις (ή λέξεις) από το δοκίμιο «Διπλοσταυρωμένοι» στο βιβλίο: Ρένος, Τρεις σταθμοί…

25.. Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» [Θεσσαλονίκης], στη στήλη Κριτική του βιβλίου: Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, «Τρεις σταθμοί μια πορείας», 20.8.1951, σ.3-4

26. Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» [Θεσσαλονίκης], στη στήλη Κριτική του βιβλίου: Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, «Ποιητικά γράμματα (ποιήματα)», 3.9.1951, σ.3

27. Πρόκειται για το εμβληματικό «Ο Λοχίας της Αλλαγής»

28. Στο ίδιο φύλλο [3.9.1951], στη σ.4

29. Καλά – ή πολύ καλά - ποιήματα της συλλογής, κατά τη γνώμη μου,  είναι και τα παρακάτω: «Η Εβδομηνταοχτώ», «Ξένε, πες εκεί κάτω…», «Μια χάντρα σε κομπολόϊ», «Τα του Καίσαρος…» και το «Θάρθει μια νύχτα…». Ερωτηματικό, ωστόσο, δημιουργεί το γεγονός ότι δεν ανθολογείται το ποίημα «Ο Λοχίας της Αλλαγής» είτε ολόκληρο – όπως θα έπρεπε – είτε στίχοι του στις σελίδες με τα «Αποσπασματικά».

30. Από το ποίημα «Στο κατώφλι της μικρής αχυρώνας» [σ.48-53] επιλέγεται στα  «Αποσπασματικά»  το μεσαίο μέρος του, που καταλαμβάνει δύο σελίδες της συλλογής [σ.50 – σ.51] και το οποίο, από μόνο του, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο πολύστιχο ποίημα εξαιρετικής πυκνότητας και έντασης.  Ακόμη, εκτεταμένο τμήμα – σημαντικός αριθμός στίχων – δημοσιεύεται  και από το «Είναι κάποιοι», το πρώτο ποίημα της συλλογής του Ρένου Αποστολίδη.

31. Φράση του Ρένου από το ντοκυμανταίρ «Ο εμφύλιος μέσα μας» των Κώστα Φέρρη - Ρένου Αποστολίδη.

32. Πυραμίδα 67, σ.275.

33. Πυραμίδα 67, σ.276.

34. Από την εισαγωγή των Ήρκου και Στάντη στη Πυραμίδα 67, σ.κγ’

35. Από την εισαγωγή των Ήρκου και Στάντη στη Πυραμίδα 67, σ.ιδ’

36. Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» [Θεσσαλονίκης], στη στήλη Κριτική του βιβλίου: Ρένου: «Πυραμίδα 67», Δευτέρα 1/10/1951, σ.3.

37. Στο ίδιο φύλλο [1.10.1951], στη σ.4

38. Εισαγωγή των Ήρκου και Στάντη Αποστολίδη στη Πυραμίδα 67, σ.κε’

39. Στη διάρκεια της συζητήσεως του Ρένου με τον Αντώνη Καρκαγιάννη, το 1997,  μετά το 4ο λεπτό στο τμήμα διαρκείας 9.12 λεπτών – στη σελίδα:

















Εικόνα 1. Η πρώτη σελίδα της επιστολής του Ρένου προς Χριστιανόπουλο. Στο δημοσιευμένο κείμενο της «Νέας Εστίας» προστέθηκαν, εδώ,  οι 13 γραμμές μετά την προσφώνηση και μέχρι τις λέξεις «Μολαταύτα, εγώ…».





Εικόνα 2. Η δεύτερη σελίδα της επιστολής του Ρένου προς Χριστιανόπουλο. Στο ΥΓ. της επιστολής  έχουν προστεθεί επί πλέον δυο φράσεις σε σχέση με το δημοσιευμένο κείμενο στη «Νέα Εστία».