Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

Αλμπέρτος Ιεσούα Σαούλ: Ένας εβραίος αντιστασιακός από τη Θεσσαλονίκη.

 

Αλμπέρτος Ιεσούα Σαούλ:

Ένας εβραίος αντιστασιακός από τη Θεσσαλονίκη.

Διέφυγε με άλλους τρεις ομοθρήσκους του από τα καταναγκαστικά έργα στο Λιανοκλάδι και πολέμησε με τον  ΕΛΑΣ από τις 5 Ιουλίου 1943 έως

τις 10 Ιανουαρίου 1945.

Albert Jeshua Saul :

A jew of Thessaloniki who took part in the Resistance.

He escaped with three other Jews from a forced labor camp in Lianokladi and fought with ELAS from July 5, 1943 to  January 10, 1945.

 

                                    


                                

Εικόνα 1. Ο Αλμπέρτος Ιεσούα Σαούλ.

 

 

   «Τώρα που είμαστε στο βαγόνι παιδιά, ολότελα άλλαξε η ζωή μας τώρα πια. Και συναντούμε όταν προχωρούμε, Βουλγάρους, Ιταλούς και Γερμανούς. Κάθε λεπτό προχωράει το τρένο και συνεχώς και κάνει σε κάθε χιλιόμετρο σταθμό…».

Στίχοι της Λίλιαν Μενασέ, κόρης του γιατρού Μενασέ, που την είδε ο πατέρας της, καθώς έπαιζε ο ίδιος στην ορχήστρα του στρατοπέδου, να την πηγαίνουν στο κρεματόριο.

 

 

Επιστολή Αλμπέρτου Σαούλ προς το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο σχετική με τη     συμμετοχή εβραίων στην Εθνική Αντίσταση

 

Αλμπέρτο1 Σαούλ

Βασ. Όλγας 69

Θεσ/νίκη

τηλ. 83-13-75

 

 

                                                                                Προς

                                                                               Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο

                                                                               (προσοχή Κα Τίλδα Νέγρη)

                                                                               Σουρμελή 2

                                                                               Αθήνα 10439

 

 

Κύριοι,

            Αναφερόμενος στην ανακοίνωσή σας την οποία δημοσιεύσατε στο ενημερωτικό δελτίο αριθ. 144/15-3-1988, σας δίνω παρακάτω πληροφορίες τόσο για μένα όσο και για διάφορους ομόθρησκους που υπηρέτησαν στις ανταρτικές ομάδες κατά την διάρκεια της κατοχής.

1)        Σαούλ Αλμπέρτο του Ιεσούα. Υπηρέτησα διαδοχικά. α) Στο Λόχο Διοικήσεως της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του Ε.Λ.Α.Σ. με έδρα αρχικώς το Γαρδίκι Ομηλαίων (Φθιώτιδος) και αργότερα στο Καρπενήσι με Στρατιωτικό Διοικητή τον Συν/ρχη Παπαθανασίου. β) Μετατέθηκα αργότερα στο Λόχο Διοικήσεως του 36ου Συντάγματος Ευζώνων της παραπάνω Μεραρχίας με έδρα το Μαυρολιθάρι (Φθιώτιδος)  και Στρατιωτικό Διοικητή τον Συν/ρχη Ευθύμιο Ζούλα. γ) απολύθηκα την 30-11-1944 όταν διαλύθηκε το Σύνταγμα.

2)        Κατάσταση ομοθρήσκων από Θεσ/νίκη που υπηρέτησαν:

α) Στην ΧΙΙΙ Μεραρχία και στο 36ο Σύνταγμα Ευζώνων.

     Καράσσο Ζακ (βιομήχανος [ατμοβαφείον])  Καλοχώρι Θεσ/νίκης.

     Φρανσές Πέππο, έμπορος [φιγουρίνια], Καρόλου Ντηλ 12    

     Καπόν Μωής    (κάτοικος Η.Π.Α. [L.A.]) 

     Περέρα Αβράμ (κάτοικος Η.Π.Α.) 

     Εσφόρμες Σαμουήλ (κάτοικος Ισραήλ)

    Κοέν Μωρίς        (κάτοικος Η.Π.Α.) [πληρ. Ζακ Καράσσο]     

    Μόλχο Σαούλ (απεβίωσε, πρώην Πρόεδρος Ο.Π.Α.Ι.Ε.)

β)  Ομόθρησκοι κάτοικοι Αθηνών που υπηρέτησαν στο 36ον Σύνταγμα Ευζώνων:

    Γιουσουρούμ Ζακ

    Μπέζας Αλφρέδο

    Ηλία Ηλίας (ιατρός)

    Μπεράχα Τζιμ ( απεβίωσε, αδελφός του Ηλία Μπεράχα [και του Κάρολου], ο Τζίμ υπηρέτησε στο 2ο Τάγμα 36ου Συντ. ΧΙΙΙ Μεραρχίας)

γ) Ομόθρησκοι κάτοικοι Αθηνών που αναφέρονται στο Ε.Δ. [Ενημερωτικό Δελτίο] στην παράγραφο Α. χωρίς στοιχεία:

    Μπενρουμπή Αβράμ ή (Αλμπέρτο) ιατρός

δ) Ομόθρησκοι από Θεσ/νίκη που υπηρέτησαν σε άλλες μονάδες

    Φρανσές Σεμτώβ (Ραούλ) του Μεντές (απεβίωσε). Υπηρέτησε διαδοχικά στην 10η Μεραρχία του Ε.Λ.Α.Σ., στο 16 Σύνταγμα Πεζικού και στο 3ο Τάγμα, της παραπάνω Μεραρχίας με περιοχή επιχειρήσεων το Βέρμιο. Αναφέρεται στο Ε.Δ. στην παράγραφο Α χωρίς στοιχεία.  

   Κοέν Τσίτσο (ίδια Μεραρχία)

   Ναχμία Έμμα του Χαΐμ [σύζυγος] (κάτοικος Τελ – Αβίβ, οδός Ριμόβ Μπιαλέκ) [κυλικείο], ίδια Μεραρχία.

   [Φρανσές Σεμτώβ (Ραούλ), Λ. Στρατηγείου 10ης Μερ. – 16ο Σύντ. Πεζικού 10ης Μερ. – 3ο Τάγμα, 16ου Συντ. 10ης Μερ.]

  [αδελφός Σεμαγιά Ροφέλ]

Είμαι στη διάθεσή σας αν χρειασθείτε περισσότερες πληροφορίες τόσο για τα παραπάνω όσο και για οτιδήποτε άλλο που μπορεί να έχετε ανάγκη..

Σας συγχαίρω για το έργο  σας.

 

 

[Συμπληρωματικά]

 

1)        Αλμπέρτο Σαούλ του Ιεσούα

Αναγνωρίσθηκα βάσει της αποφάσεως αρ.62/15-2-1984 που κυρώθηκε με την 670/60/460434/15-2-1984 απόφαση Υπ. Εθνικής Άμυνας..

2. Πήρα το μετάλλιο της Ε.Α. [Εθνικής Αντίστασης] 1941-1944 και 1 [ένα] τιμητικό δίπλωμα από το Υπ. Εθν. Άμυνας την 8 Αυγ. 1985 (υπουργ. Αντ. Δροσογιάννης).

2)        Υπηρεσία: από 10-3-43 μέχρι 30-11-44.

3)        Μονάδα: α) ΧΙΙΙ Μεραρχία, Στρατιωτικός Διοικητής Συν/χης Παπαθανασίου και  καπετάνιο τον συναγ. [συναγωνιστή] Λευτεριά με έδρα αρχικώς το Γαρδίκι Ομηλαίων (Φθιώτιδος) και αργότερα τ Καρπενήσι (Ευρυτανίας) μέχρι 20-9-1943.

                           β) Από 20-9-43 μετατέθηκα στο Λόχο Διοικήσεως του 36ου Συντάγματος Ευζώνων της ΧΙΙΙ Μεραρχίας που είχε έδρα το Μαυρολιθάρι (Φθιώτιδος) με Στρ. Διοικητή το Συντ/ρχη Ευθύμιο Ζούλα και καπετάνιο τον συναγ. Αριστείδη, όπου υπηρέτησα μέχρι 30-11- 44 (στην Επιμελητεία) 

5) Σεμτώβ (Ραούλ) Φρανσές του Μεντές

Υπηρέτησε στο 16ο Σύνταγμα Πεζικού της 10ης Μεραρχίας.

Υπηρέτησε: στο Λόχο Στρατηγείου της 10ης Μεραρχίας με έδρα το Πεντάλοφο του Βερμίου από 5-3-43 μέχρι 10-7-43 με Διοικητή τον καπετάνιο Πέτρο. Από 10-7-43 μετετέθη στο Λόχο Διοικήσεως  του 16ου Συντάγ. Πεζικού με Στρ. Διοικητή τον λοχαγό Οικονόμου και καπετάνιο τον συναγ. Μαρίνο μέχρι 15-9-43 οπότε μετατέθηκε στο 3ο Τάγμα του παραπάνω Συντάγματος με Δ/τή τον καπετ. Κολοκοτρώνη. Έκανε συνεχώς εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Βερμίου, μεταξύ Αγράφων, Καστοριάς, Κοζάνης κ.λ.π. μέχρι 15-11-44 οπότε διαλύθηκε η μονάδα.  

 


Εικόνα 2. Από αριστερά: Ραούλ Φρανσές, η σύζυγός του Εστερίνα, Αιμιλία Κούνιο- Σαούλ και Αλμπέρτος Σαούλ.

 



Εικόνα 3. Η ταυτότητα με τα στοιχεία  του Αλμπέρτου Σαούλ και τον αριθμό εγγραφής – 4534 – κατά την συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας το Σάββατο 11 Ιουλίου 1942.

 

 


            

Εικόνα 3α. Το εσωτερικό δίπτυχο της ταυτότητας, 11/7/1942.


Επίμετρο Ι

 

Α. Στο Ενημερωτικό Δελτίο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος,  αριθ. 144 της 15ης Μαρτίου 1988, δημοσιεύεται ένας κατάλογος με τα ονόματα των εβραίων ανταρτών, κατ’ αλφαβητική σειρά,  χωρισμένα σε δύο κατηγορίες. Στην κατηγορία Α δημοσιεύονται 15 ονοματεπώνυμα ανταρτών για τους οποίους οι συντάκτες του καταλόγου γνωρίζουν ότι  έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση [Ε.Α.], (μεταξύ αυτών και ο Αλμπέρτος Σαούλ), αλλά δεν διαθέτουν στοιχεία για την δράση τους. Στην κατηγορία Β’ δημοσιεύονται 349 ονοματεπώνυμα ανταρτών για τους οποίους διατίθενται στοιχεία σχετικά με την δράση τους στην Ελληνική Αντίσταση. αλλά αναζητούνται περισσότερα, από όσους τυχόν διαθέτουν τέτοια, για τον καθένα από αυτούς. Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο ανακοινώνει ότι  προτίθεται «να προβεί στην έκδοση ολοκληρωμένης μελέτης σχετικά με την συμμετοχή των Ελλήνων Εβραίων στην Εθνική Αντίσταση» και ζητεί από όσους γνωρίζουν ονόματα εβραίων, οι οποίοι συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση και δεν συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο ή όσοι έχουν πρόσθετα στοιχεία για εκείνους οι οποίοι περιλαμβάνονται στον κατάλογο [Πίνακας Α’ και Πίνακας Β’] να επικοινωνήσουν με την υπεύθυνη του Δελτίου και να τα γνωστοποιήσουν σε αυτήν, προκειμένου, εν συνεχεία, τα στοιχεία αυτά να συμπεριληφθούν στην μελλοντική έκδοση της «ολοκληρωμένης» μελέτης.

Διευκρινιστικά, αναφέρεται ότι στον δημοσιευμένο κατάλογο περιέχονται (και στην έκδοση θα συμπεριληφθούν) όλα τα ονόματα και τα στοιχεία των εβραίων ανταρτών  «ανεξάρτητα από οργάνωση και παράταξη» στην οποία εντάχθηκαν, τότε, και από τις γραμμές της οποίας πολέμησαν εναντίον των κατοχικών δυνάμεων. Τέλος, σημειώνεται το όνομα της κυρίας Τίλντα Νέγρη [Νεγρίν(;)] με την οποία μπορεί να επικοινωνήσουν οι ενδιαφερόμενοι και να θέσουν υπ’ όψη της τα στοιχεία για τους εβραίους αντάρτες της Κατοχής.

Β. Ο Αλμπέρτος Σαούλ διαβάζει το Δελτίο (στο αρχείο του σώζεται  το φύλλο) και συντάσσει επιστολή – υπόμνημα  προς το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο, στην οποία καταγράφει πληροφορίες τόσο για την  δράση αυτού του ιδίου, ως μέλους του ΕΛΑΣ κατά την διάρκεια της Κατοχής, όσο και για την δράση μερικών ομοθρήσκων του, οι οποίοι επίσης συμμετείχαν στις ανταρτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ, κατά το ίδιο διάστημα.  Συγκεκριμένα, ο Α. Σαούλ, στις 4 +2 σελίδες του χειρογράφου κειμένου, παραθέτει συνοπτικά στοιχεία για την  δράση του ως μέλους του 36ου Συντάγματος της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ καθώς και για την δράση του φίλου του Σεμτώβ (Ραούλ) Φρανσές του Μεντές, ο οποίος υπηρέτησε στις γραμμές του 16ου Συντάγματος Πεζικού της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Ακόμη, παραθέτει 6 ονοματεπώνυμα εβραίων από την Θεσσαλονίκη και 4 από την Αθήνα, οι οποίοι υπηρέτησαν στο ίδιο με αυτόν Σύνταγμα, το 36ο της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Επιβεβαιώνει το ονοματεπώνυμο ενός εκ των εβραίων ανταρτών, του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται στον Πίνακα Α και το συμπληρώνει με το επάγγελμα και  τον τόπο κατοικίας του αναφερομένου.  Τέλος σημειώνει τα ονόματα δύο εβραίων από τη Θεσσαλονίκη  (εκ των οποίων η μία είναι γυναίκα, η Έμμα Ναχμία σύζυγος Χαΐμ), οι οποίοι  υπηρέτησαν στην 10η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Παραβάλλοντας  τα ονόματα της επιστολής του Αλμπέρτου Σαούλ με τον κατάλογο ονομάτων του Δελτίου διαπιστώνουμε ότι προστίθενται 10 ονόματα εβραίων οι οποίοι υπηρέτησαν στον ΕΛΑΣ και τα ονόματά τους δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο του Δελτίου. Οι 3 από τους 10 αυτούς ομοθρήσκους του Αλμπέρτου, οι Αβραάμ Περέρα, Μωΰς Καπόν και Μιχαέλ Εσφόρμες ήταν εκείνοι οι οποίοι τον ακολούθησαν και διέφυγαν μαζί του από το Λιανοκλάδι· άφησαν πίσω τους τον χώρο των καταναγκαστικών έργων, ανέβηκαν στο βουνό και εντάχθηκαν στις ανταρτικές δυνάμεις, συγκεκριμένα υπηρέτησαν στο 36ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ.

 Β1. Στο βιβλίο του Steven Bowman2 και στο «Παράρτημα I: Kατάλογος Tιμής, Εβραίοι στην Ελληνική Αντίσταση» καταγράφονται οι εβραίοι (όσα ονόματα ανδρών και γυναικών  εντόπισε ο συγγραφέας μέχρι την έκδοση του βιβλίου του), οι οποίοι έλαβαν μέρος στην εθνική αντίσταση. Παραβάλλοντας τα ονόματα, τα οποία περιλαμβάνονται  στο κείμενο με αυτά του Καταλόγου διαπιστώνουμε τα εξής: Στον Κατάλογο του Bowman [εφεξής Κατάλογος] υπάρχει το ονοματεπώνυμο Αλμπέρ Σαούλ στην αναγραφή των ονομάτων των εβραίων ανταρτών κατ’ αλφαβητική σειρά καθώς, επίσης, υπάρχουν και δύο εγγραφές μαχητών με την σημείωση μόνο του μικρού ονόματος του καθενός (Αλμπέρτο) και την συμπληρωματική πληροφορία ότι οι δύο άνδρες (με το ίδιο μικρό όνομα) υπηρέτησαν στο 36ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, ενώ επί πλέον διευκρινίζεται  ότι η παρουσία τους κατέστη γνωστή από μία φωτογραφία βγαλμένη στο Αγρίνιο. Το όνομα Αλμπέρτος είναι συνηθισμένο μεταξύ των Εβραίων· πιθανότατα, με τον τύπο «Αλμπέρ» έχει σημειωθεί  το μικρό όνομα του Α. Σαούλ στον Κατάλογο του Bowman.

Στους 12 συνολικά εβραίους, τους οποίους αναφέρει ο Σαούλ ότι γνωρίζει πως υπηρέτησαν στο 36ο Σύνταγμα, το όνομα Αλμπέρτος φέρει μόνον ο ίδιος ο συντάκτης του κειμένου ενώ θα μπορούσε, ίσως, αυτό να αναφέρεται και ως το μικρό όνομα του Περέρα, να αντιστοιχεί δηλαδή στο μικρό – εβραϊκό -   Αβραάμ του αναφερομένου, όπως συνέβαινε σε όλους όσοι χρησιμοποιούσαν μαζί με το εβραϊκό (Αβραάμ) και δεύτερο μικρό όνομα (Άλμπερτ/Αλμπέρτος). Από τα άλλα ονοματεπώνυμα του κειμένου στον Κατάλογο υπάρχει  αυτό του Ζακ Γιουσουρούμ με μικρό το όνομα Ιακώβ. Επίσης  ο Τσίτσο Κοέν του κειμένου είναι ο Ιωσήφ Κοέν («Τσίτος») του Καταλόγου, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ο Σαούλ σημείωσε ως μικρό όνομα αυτού του Κοέν από την Θεσσαλονίκη, το όνομα Τσίτσος.  Ακολούθως ο Μωρίς Κοέν του κειμένου αναφέρεται και στον Κατάλογο με την συμπληρωματική ένδειξη «αδελφός Τσίτου». Η πληροφορία, σύμφωνα με το κείμενο του Α. Σαούλ, ότι και οι δύο Κοέν  κατάγονται από την Θεσσαλονίκη, ενισχύει την πιθανότητα να είναι αυτοί οι δύο αδελφοί Κοέν, οι οποίοι αναφέρονται και στον Κατάλογο.  Το όνομα του Ζακ Καράσσο του κειμένου υπάρχει και στον Κατάλογο ενώ το όνομα Αλφρέδο Μπέζας του κειμένου αντιστοιχεί στο Άλφρεντ Μπέζα του Καταλόγου, το οποίον συμπληρώνεται με την ενισχυτική ένδειξη του τόπου καταγωγής του αναφερομένου αγωνιστή, την  Θεσσαλονίκη. Ακόμη, στον Κατάλογο υπάρχει το ονοματεπώνυμο Ραούλ Φραντζής (Φρανσής) – χωρίς άλλα στοιχεία - το οποίον πιθανόν να αντιστοιχεί στο Σεμτώβ (Ραούλ) Φρανσές του κειμένου, το όνομα δηλαδή του εβραίου φίλου του Α. Σαούλ με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη.  Τέλος, στο όνομα Σαούλ Μόλχο του κειμένου έχουμε δύο Μόλχο του Καταλόγου. Ο πρώτος, χωρίς κύριο όνομα, και ο δεύτερος μόνο με το αρχικό Α. του κυρίου ονόματός του αλλά και  με δύο  προσθήκες: «Ναπολέων», το ψευδώνυμο και τόπος καταγωγής η Θεσσαλονίκη. Τα άλλα ονόματα του κειμένου Α. Σαούλ δεν αναφέρονται στο Κατάλογο του Bowman.

Β2. Στο βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε με τίτλο «Αυτοί που επέζησαν3…» αναφέρονται και οι αντάρτες αδελφοί Τσίτσο4 και Μωρίς Κοέν, ο Τσίτσο με το μικρό όνομα Σολομών, αντί του Ιωσήφ του Καταλόγου Bowman. Και οι δύο αγωνίστηκαν μέσα από τις τάξεις των ανταρτών στα βουνά, εναντίον των Γερμανών, αλλά υπηρέτησαν σε διαφορετικές μονάδες: ο Τσίτσο στην Χ Μεραρχία του ΕΛΑΣ στη Βόρειο Ελλάδα και ο Μωρίς στην ΧΙΙΙ στην Κεντρική Ελλάδα. Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται και το όνομα ενός ακόμα εβραίου αντιστασιακού, αυτό  του Ραούλ Φρανσές, φίλου του Α. Σαούλ, τον οποίον αναφέρει, φυσικά, και ο Α. Σαούλ  στο κείμενό του.

Και ένα όνομα εβραίου αντάρτη κατά την διάρκεια της Κατοχής, άγνωστο μέχρι σήμερα, να διασώσει κανείς, αυτό είναι  έργο καλό και πολύτιμο - ο Αλμπέρτος Σαούλ με το κείμενό του διασώζει περισσότερα από ένα ονοματεπώνυμα μαχητών. Αρκετά περισσότερα.      

Κλείνω με μία βασική επισήμανση. Όπως φαίνεται, τα ονόματα του κειμένου προέρχονται από δύο πηγές: Ο Αλμπέρτος Σαούλ του Ιεσούα καταγράφει αφενός όσους εβραίους γνωρίζει με καταγωγή από την Θεσσαλονίκη και από την Αθήνα, (συνολικά 12 άνδρες), οι οποίοι υπηρέτησαν στο 36ο Σύνταγμα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και αφετέρου συμπληρώνει αυτόν τον αριθμό των εβραίων ανταρτών με 3 ονόματα ( δύο άνδρες και μία γυναίκα) εκείνων, οι οποίοι υπηρέτησαν στη Χ Μεραρχία του ΕΛΑΣ, πιθανότατα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του φίλου του Σεμτώβ (Ραούλ) Φρανσές του Μεντές

Ο Σαούλ και ο Φρανσές, υπηρέτησαν αντιστοίχως σε τμήματα των δύο αυτών Μεραρχιών και μάλιστα ο καθένας στο λόχο Στρατηγείου της αντιστοίχου Μεραρχίας,  εν συνεχεία ο Αλμπέρτος  στο Λόχο Διοικήσεως του 36ου Συντάγματος ενώ ο Ραούλ στο Λόχο Διοικήσεως του 16ου Συντάγματος και ακολούθως στο 3ο Τάγμα του. Επομένως και οι δύο είχαν την δυνατότητα, ως εκ της θέσεώς των, να γνωρίζουν μερικούς από τους ομοθρήσκους τους, οι οποίοι υπηρέτησαν στις δύο αυτές  μεγάλες μονάδες του ΕΛΑΣ.

 Γ’. Ο Αλμπέρτος Σαούλ το 1989 έδωσε την μαρτυρία του στο τόμο με τις «Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το ολοκαύτωμα» των Κούνιο-Αμαρίλιο – Ναρ5, από την οποία, κυρίως, αντλούμε συνοπτικά στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του, κυρίως, κατά τη διάρκεια της Κατοχής..  

Γεννημένος το 1906, η Κατοχή τον βρίσκει, σε ηλικία 35 ετών, παντρεμένο και πατέρα ενός παιδιού, της τετράχρονης Σιμώνης. Στην Θεσσαλονίκη ζει με τη μητέρα του Ντουντού και τη μία από τις δύο αδελφές του, τη Λουσή, ενώ η άλλη, η Ελίζα, ζει με την οικογένειά της στο Παρίσι.

Υποχρεώθηκε να παρευρεθεί και αυτός στη πλατεία Ελευθερίας, μαζί με τις χιλιάδες των ομοθρήσκων του, στη συγκέντρωση του Σαββάτου της 11ης Ιουλίου 1942. Κατεγράφη την πρώτη ημέρα της συγκεντρώσεως – το Σάββατο – και απέκτησε τον αριθμό 4534, όπως φαίνεται από την «ταυτότητα» που δημοσιεύεται παραπάνω εδώ. Είναι η πρώτη φορά που οι αριθμοί αντικαθιστούν τα πρόσωπα, καθώς με τη δημοσίευση αριθμών θα καλούνται εφεξής οι θεσσαλονικείς εβραίοι από τις γερμανικές αρχές κατοχής, προκειμένου να εργασθούν στα διάφορα καταναγκαστικά έργα. Μερικούς μήνες αργότερα,  οι αριθμοί θα στιγματίσουν ανεξίτηλα τον αριστερό βραχίονα όσων εβραίων παραμείνουν προσωρινά ζωντανοί, κατά την διαδοχική άφιξη των συρμών του τραίνου στο Άουσβιτς.  

Ο Αλμπέρτος, ύστερα από προειδοποίηση που έλαβε από έναν Γερμανό ότι είχε διαταχθεί ο εκτοπισμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Πολωνία, προγραμμάτιζε να δραπετεύσει με την οικογένειά του από τη Θεσσαλονίκη προκειμένου, ταξιδεύοντας με το τραίνο, να εγκατασταθεί προσωρινά στην Αθήνα, όταν συνελήφθη και με άλλους 500 περίπου ομοθρήσκους του μεταφέρθηκε, την 25η Μαρτίου 1943, στα καταναγκαστικά έργα, στο Λιανοκλάδι.    

Όταν, τυχαίως, πληροφορήθηκε πως η οικογένειά του είχε εκτοπισθεί και αυτή από την Θεσσαλονίκη - παρ’ ότι οι Γερμανοί βεβαίωναν τους εργαζομένους στα καταναγκαστικά έργα ότι οι οικογένειές τους παραμένουν στην πόλη και όταν οι άνδρες ολοκληρώσουν την εργασία στο Λιανοκλάδι και επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη θα τις συναντήσουν εκεί, ούτως ώστε όλοι μαζί να ταξιδεύσουν προς την νέα γη της εγκαταστάσεώς τους, «την Κρακοβία» - αποφάσισε να διαφύγει από τον χώρο των έργων  και να συναντήσει τους αντάρτες, οι οποίοι κινούνταν στην περιοχή. Στην απόδραση τον ακολούθησαν 3 ακόμα συγκρατούμενοι του  και έτσι 4 συνολικά δραπέτευσαν στις 2 Ιουλίου 1943 από το Λιανοκλάδι και  ακολούθησαν συγκεκριμένο δρομολόγιο πορείας το οποίο τους υπέδειξε κάτοικος – μέλος, ασφαλώς, του ΕΑΜ  στη περιοχή. Αυτός τους έδωσε και το σύνθημα «Αλαμάνα», το οποίο θα χρησιμοποιούσαν στη συνάντησή τους με τους αντάρτες και καθώς όλα εξελίχθηκαν ομαλά, στις 5 Ιουλίου ευρέθησαν ελεύθεροι στο Γαρδίκι, έδρα του Λόχου Διοικήσεως  της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Εντάχθηκε στην ΧΙΙΙ Μεραρχία, η οποία είχε στρατιωτικό Διοικητή τον Συνταγματάρχη Παπαθανασίου και καπετάνιο τον Βαγγέλη  Παπαδάκη [Τάσο Λευτεριά]. Στην αρχή υπηρέτησε στη Γραμματεία του Στρατηγείου της  Μεραρχίας και  από τον Σεπτέμβριο του 1943 μετετέθη στο 36ο Σύνταγμα, το οποίο είχε  διοικητή τον ταγματάρχη Ευθύμιο [Θύμιο] Ζούλα και καπετάνιο τον Λουκά Καθούλη [Αριστείδη]. Ο Ζούλας εντόπισε τον Α. Σαούλ στο Λόχο Στρατηγείου της Μεραρχίας, διέγνωσε την αξία του, τον απέσπασε και τον τοποθέτησε στο Λόχο Διοικήσεως του 36ου Συντάγματος, υπεύθυνο της διαχειρίσεως της μονάδος. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την λειτουργία και την αποτελεσματικότητα κάθε στρατιωτικού τμήματος, ιδιαιτέρως μίας μεγάλης μονάδος όπως είναι το σύνταγμα. Οι ικανότητες του Αλμπέρτου Σαούλ, (εγγραμμάτου, πολύγλωσσου, απόφοιτου του λογιστικού τμήματος της Alliance Française, πρώην αρχιλογιστή μεγάλης εταιρείας) στην οργάνωση της διαχειρίσεως φάνηκαν νωρίς από τα αποτελέσματα της δουλειάς του και έκαναν τον Αριστείδη, τον καπετάνιο του Συντάγματος, να τον επαινέσει δημοσίως λέγοντας: «Εγώ δέκα σαν εσένα εάν είχα θα είχα το καλύτερο σύνταγμα των ανταρτών». Είναι γεγονός ότι η περίοδος αυτή του αγώνα, ως εικόνα, ταιριάζει περισσότερο στον τύπο του παλικαριού με το ντουφέκι στο χέρι, παραπέμπει περισσότερο στην μορφή ενός νέου αντάρτη, ο οποίος μοιάζει να βγαίνει μέσα  από τις μορφές των αγωνιστών του ’21 σε μία σχέση μεταξύ τους όμοια ακριβώς, όπως αυτή των τέκνων προς τους γονείς.  Αυτό όμως δεν σημαίνει, φυσικά, ότι στη πραγματικότητα επρόκειτο για μία μηχανιστική επανάληψη ενός τρόπου αγώνα ανάμεσα σε δύο  εποχές, οι οποίες απείχαν μεταξύ τους περίπου 120 χρόνια. Με άλλα λόγια η φυσική γενναιότητα, η αντοχή, η γνώση του χώρου, η καλή χρήση του όπλου, η φυσική ευφυΐα  ήταν και τώρα, όπως και τότε, θετικά στοιχεία για τον αγωνιστή και την αγωνίστρια και, αθροιστικώς, για την ποιότητα του στρατεύματος. Η πένα όμως (ή η γραφομηχανή) και η ποιότητα του μυαλού τώρα έπαιζαν σημαντικότερο ρόλο (από ότι στο παρελθόν) στην απόδοση ενός στρατού, τον οποίον διέκρινε ο απόλυτος επαγγελματισμός, όπως ήταν αυτός των κατοχικών στρατευμάτων, αλλά από ένα χρονικό σημείο (και μετά την δημιουργία των μεγάλων σχηματισμών στον ΕΛΑΣ, συνταγμάτων, ταξιαρχιών και μεραρχιών) είχε ιδιαίτερη αξία και για τις οργανωμένες δυνάμεις των ανταρτών.     

Δ’. Ένα δερμάτινο σημειωματάριο διαστάσεων 6Χ9cm μικρό ίσα να χωράει στη παλάμη του χεριού/ (ή στην τσέπη ενός στρατιωτικού αμπέχονου)  έχει  σωθεί στο αρχείο του Α. Σαούλ  και, ευτυχώς, η κόρη του (και από πολλών ετών φίλη μου) Άντυ  Σαούλ εντόπισε τον  θησαυρό, ο οποίος περιέχεται σε τρεις, μόλις, από τις σελίδες του: Σε αυτές ο Αλμπέρτος σημειώνει, με μερικές λέξεις  στα γαλλικά  - σε μία γραμμή -  την άφιξη προς ή την αναχώρηση από ένα τόπο της μονάδος, στην οποία υπηρετεί. Ακριβώς με 40 γραμμές ορίζονται οι τόποι τους οποίους διέτρεξε (ή διέμεινε) από την 2 Ιουλίου 1943, όταν απέδρασε από το Λιανοκλάδι, μέχρι την 11 Μαρτίου 1945 ημέρα κατά την οποία επανήλθε στην Θεσσαλονίκη, στη πόλη του. Ο χρόνος ο οποίος μεσολάβησε ανάμεσα στην απόδραση  και στην επιστροφή είναι 20 μήνες, ενώ ο συνολικός χρόνος της απουσίας από την πόλη έφτασε τους 23 μήνες, σχεδόν δύο χρόνια. Παρακάτω, φαίνονται οι εγγραφές του Αλμπέρτου Σαούλ, μεταφρασμένες από τα γαλλικά στα ελληνικά από τη κόρη του Άντυ Σαούλ.


Εικόνα 4. ΕΛΑΣ, 1943-1945: Δύο από τις σελίδες του σημειωματαρίου του Αλμπέρτου Σαούλ.

2/7/43 απόδραση από Λιανοκλάδι

5/7/43 άφιξη σε Γαρδίκι 

7/9/43 αναχώρηση από Γαρδίκι

8/9/43 άφιξη στο Μ.Λ. [Μαυρολιθάρι]

8/11/43 αναχώρηση από Μ.Λ. [Μαυρολιθάρι]

9/11/43 άφιξη στην Αρτοτίνα

25/11/43 αναχώρηση από Αρτοτίνα

26/11/43 αναχώρηση από Μουσουνίτσα

27/11/43 άφιξη σε Μ.Λ. [Μαυρολιθάρι]

29/2/44 αναχώρηση από Μ.Λ. [Μαυρολιθάρι]

2/3/44 άφιξη σε Τυμφρηστό

9/4/44 αναχώρηση από Τυμφρηστό

14/4/44 άφιξη σε Καστριώτισσα

23/4/44  αναχώρηση από  Καστριώτισσα

30/4/44 άφιξη  σε Πλάτανο

6/5/44  αναχώρηση από Πλάτανο

8/5/44 άφιξη σε Α. Βλάσση [Άγιος Βλάσης]

11/5/44 αναχώρηση και άφιξη σε Καραμανέϊκα

15/5/44 αναχώρηση από ¨ [Καραμανέϊκα]

17/5/44 άφιξη σε Καρπενήσι

15/6/44 αναχώρηση από “ [Καρπενήσι]

16/6/44 άφιξη σε Αετόπετρα

10/7/44 αναχώρηση από Μπερίκο [=Δρυμώνας Αιτωλοακαρνανίας]

20/7/44 άφιξη σε Φραγκίστα

10/8/44 αναχώρηση από “ [Φραγκίστα]

10/8/44 άφιξη σε Μοναστηράκι

25/8/44 αναχώρηση και άφιξη σε Κεράσοβο

27/8/44 αναχώρηση και άφιξη σε Κουφάλα

-/9/44 αναχώρηση από Κουφάλα

11/9/44 άφιξη σε Στρόμη

18/10/44 αναχώρηση και άφιξη σε Παύλιανη

19/10/44 αναχώρηση και άφιξη σε Λαμία

20/10/44 αναχώρηση και άφιξη σε Λιανοκλάδι

5/11/44 αναχώρηση από Λιανοκλάδι

7/11/44 άφιξη σε Ιτέα

15/11/44 αναχώρηση από Ιτέα

17/11/44 άφιξη σε Αγρίνιο

10/1/45 αναχώρηση από Αγρίνιο

11/1/45 αναχώρηση από Μεσολόγγι

¨           άφιξη σε Πάτρα

29/1/45 αναχώρηση από Πάτρα

¨           άφιξη σε Αθήνα

7/3/45  αναχώρηση από Αθήνα

11/3/45 άφιξη σε Θεσ/νίκη

 

 

 


Εικόνα 5. Με τη βοήθεια του Google Earth, η Ζωή Θ. Πολυζοπούλου «σχεδίασε» τις διαδρομές της μονάδας του Αλμπέρτου στο χώρο που αυτή κινήθηκε (και διέμεινε) σύμφωνα με τις εγγραφές του ιδίου στο σημειωματάριό του. Με πράσινο σημειώνεται η διαδρομή Α από την απόδραση έως το Μαυρολιθάρι, με ροζ η διαδρομή Β από την Αρτοτίνα έως την επάνοδο στο Μαυρολιθάρι, με γαλάζιο η διαδρομή Γ από τον Τυμφρηστό έως τον Δρυμώνα, με κίτρινο η διαδρομή Δ από τη Φραγκίστα έως το Λιανοκλάδι και με μπλε σκούρο η διαδρομή Ε από το Λιανοκλάδι έως την Πάτρα.

                                            

Παρατηρώντας τις εγγραφές των 3 μικρών σελίδων διαπιστώνουμε ότι ο Α. Σαούλ μένει δύο μήνες περίπου, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1943, στο Γαρδίκι. Εν συνεχεία, και μετά την απόσπασή του από τη Μεραρχία και την ένταξή του στο 36ο Σύνταγμα, παραμένει για διάστημα 4 μηνών στο Μαυρολιθάρι, έδρα του Συντάγματος. Η μονάδα στην οποία υπηρετεί θα μετακινηθεί από το Μαυρολιθάρι και θα εγκατασταθεί για ένα μήνα, περίπου, στο χωριό Τυμφρηστό. Έπειτα περνώντας και σταθμεύοντας για λίγες ημέρες σε χωριά της περιοχής θα ακολουθήσει μία ορεινή διαδρομή μέχρι να φτάσει στο Καρπενήσι, εκεί όπου οι αντάρτες θα μείνουν, περίπου, ένα μήνα. Σειρά έχουν τα χωριά Αετόπετρα, Φραγκίστα, Μοναστηράκι, Στρόμη στα οποία η μονάδα των ανταρτών του ΕΛΑΣ σταθμεύει στο καθένα από τα τρία πρώτα για διάστημα δεκαπέντε – είκοσι ημερών, ενώ στο τελευταίο, τη Στρόμη, θα παραμείνει σαράντα ημέρες περίπου. Ο Αλμπέρτος θα γράψει στο μικρό σημειωματάριο τις δύο επόμενες φράσεις «18/10/44 αναχώρηση [από τη Στρόμη] και άφιξη σε Παύλιανη» και «19/10/44 αναχώρηση και άφιξη σε Λαμία», οι οποίες κρατούν,  στη διατύπωσή τους, την τυπική ομοιομορφία όλων των φράσεων εγγραφής του κειμένου των 3 σελίδων αλλά  στην πραγματική ζωή είναι πολύ πιθανόν να αντιστοιχούν στις πιο όμορφες, πιο πλούσιες και περισσότερο ενδιαφέρουσες ημέρες της ζωής του μαχητή – αντάρτη του ΕΛΑΣ και μαζί μερικές από τις πιο σημαντικές ημέρες της ζωής του συνολικώς. Για τον Αλμπέρτο ιδιαίτερη αξία πρέπει να είχε και η αμέσως επομένη γραμμή, την οποία σημείωσε στο χαρτί: «20/10/44 αναχώρηση και άφιξη σε Λιανοκλάδι». Εδώ, από τις 25 Μαρτίου του 1943, ήταν όμηρος των Γερμανών και εργαζόταν στα καταναγκαστικά έργα της περιοχής μέχρι τις 2 Ιουλίου 1943, ημέρα κατά την οποία διέφυγε (μαζί με τους άλλους 3 συγκρατούμενους του) και συνάντησε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στην περιοχή, από τις γραμμές του οποίου  πολέμησε επί 16 μήνες, μέχρι την ημέρα της επιστροφής του στον ίδιο χώρο στις 20 Οκτωβρίου 1944. Δραπέτευσε ως όμηρος και επέστρεψε αντάρτης και ελεύθερος. Στο Λιανοκλάδι η μονάδα του Αλμπέρτου θα παραμείνει  δεκαπέντε ημέρες και εν συνεχεία θα μετακινηθεί και μέσω Ιτέας θα  αφιχθεί στο Αγρίνιο στις 17 Νοεμβρίου 1944 όπου και θα σταθμεύσει.

Ε'. Στο Αγρίνιο,  σύμφωνα με το σημειωματάριο, ο Αλμπέρτος μένει περίπου δύο μήνες από τις 17 Νοεμβρίου 1944 έως τις 10 Ιανουαρίου 1945. Εδώ, φαίνεται ότι ο προσωπικός δρόμος του Α. Σαούλ χωρίζεται από τον κεντρικό δρόμο του ΕΛΑΣ. Είναι γνωστά τα πολιτικά γεγονότα, όπως εξελίσσονται από τις 18 Οκτωβρίου μέχρι την παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ από την Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητος στις 2 Δεκεμβρίου  όπως και η ιστορία των  ενόπλων συγκρούσεων, οι οποίες άρχισαν στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 1944 μεταξύ Κυβερνητικών δυνάμεων (μερικές μέρες αργότερα και Αγγλικών στρατευμάτων) από το ένα μέρος και των ανταρτών του ΕΛΑΣ από το άλλο. Ο Α. Σαούλ ευρίσκεται σε δεινή θέση: δεν υπήρξε ποτέ, αλλά δεν έγινε και τώρα κομμουνιστής, αντιθέτως πίστευε ότι η συμμαχία μεταξύ της Αγγλίας και της Ελλάδος συνιστούσε θετικό παράγοντα υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδος, της πατρίδος του. Με άλλα λόγια,  θεωρούσε ως γεγονός εξαιρετικής σημασίας υπέρ της Ελλάδος την συμμαχία της πατρίδος του με την Αγγλία, ιδιαιτέρως, μάλιστα,  κατ’ αυτήν την περίοδο του κοινού αγώνος εναντίον του Άξονος. Σύμφωνα με την δημοσιευμένη μαρτυρία του, παρουσιάστηκε στον αρχίατρο επικαλούμενος λόγους υγείας και στη συνέχεια, μάλλον, στον καπετάνιο του Συντάγματος, στον οποίον είπε χαρακτηριστικά: «Εγώ δεν ήρθα να πολεμήσω τους Άγγλους, ήρθα να πολεμήσω τους Γερμανούς, με τους Άγγλους τι έχω; Αυτοί είναι σύμμαχοι…».

Ο Πόλεμος της Αθήνας διήρκεσε 33 ημέρες και έληξε όταν ο ΕΛΑΣ υπεχώρησε την νύχτα της 5ης Ιανουαρίου 1945 από την Αθήνα. Εν συνεχεία, την 11 Ιανουαρίου, υπεγράφη ανακωχή, εις την οποία οριζόταν ότι η κατάπαυση του πυρός θα ίσχυε από της 15ης του ιδίου μηνός. Ο Αλμπέρτος σημειώνει στο σημειωματάριό του ότι την 10η Ιανουαρίου (μία ημέρα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας) αναχωρεί από το Αγρίνιο, την επομένη αναχωρεί από το Μεσολόγγι και την ίδια ημέρα, 11 Ιανουαρίου, αφικνείται στην Πάτρα. Εδώ είναι απαραίτητη η μαρτυρία του ιδίου για να διευκρινισθεί η πορεία του αυτό το διήμερο του Ιανουαρίου, εν μέσω των εξαιρετικών συνθηκών οι οποίες επικρατούσαν στη χώρα. Όπως έχει αφηγηθεί,  επιβιβάστηκε με άλλους αντάρτες σε ένα καΐκι, στο Μεσολόγγι, με προορισμό τα Σπάτα [Λούτσα] Αττικής. Κατά τη διάρκεια του ταξιδίου, τους εντόπισε ένα πολεμικό, το οποίον  έκανε έρευνα και όταν οι άνδρες του πολεμικού διαπίστωσαν την παρουσία ανταρτών στο καΐκι, τους συνέλαβαν, τους ανέκριναν και «ευτυχώς», (αυτή είναι η λέξη την οποία χρησιμοποιεί ο Α. Σαούλ), τους παρέδωσαν στους Άγγλους.

Πάντα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κατόπιν παρεμβάσεως των Άγγλων στη Ελληνική Χωροφυλακή αφέθησαν ελεύθεροι τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι αντάρτες του ΕΛΑΣ που είχαν συλληφθεί και περιορισθεί  στον ίδιο με αυτόν χώρο, καθώς όλοι αυτοί είχαν «παραδοθεί» πριν από τη 12η ώρα της 11ης Ιανουαρίου – πριν δηλαδή από την υπογραφή της ανακωχής. 

Οι Εγγλέζοι υπεύθυνοι, προφανώς, διέκριναν την προσωπική θέση του Α. Σαούλ απέναντι στις ελληνικές πολιτικές (και πολεμικές) εξελίξεις και φρόντισαν να διευκολύνουν την μετακίνησή του από τη Πάτρα προς την Αθήνα. Στο αρχείο του έχει διασωθεί διαταγή αδείας αεροπορικού ταξιδίου του από την Πάτρα – από το αεροδρόμιο του Αράξου - προς την Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 1945,  την οποία  υπογράφει ο σμηναγός διοικητής Αγγλικής μονάδας της RAF στη Πάτρα.

Ο Αλμπέρτος θα αναγκαστεί να παραμείνει στην Αθήνα μέχρι τις 7 Μαρτίου 1945 – τότε μόνο κατέστη δυνατόν να εξασφαλίσει μέσο προκειμένου να επιστρέψει στη πόλη του, την Θεσσαλονίκη, στην οποία έφτασε μετά από τέσσαρες μέρες στις 11 Μαρτίου 1945.

ΣΤ’. Στο υπ’ αριθ.104 τεύχος των Χρονικών των μηνών Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 1989 περιέχεται και η έκθεση ενός από τους πρώτους αντάρτες του ΕΛΑΣ, του Δημητρίου Νικ. Δημητρίου [Νικηφόρου6], με τίτλο «Η συμμετοχή των εβραίων στην Εθνική Αντίσταση». Ο Δημητρίου στην έκθεσή του αυτή αναφέρεται σε 10 Έλληνες εβραίους αντάρτες, (Θεσσαλονικείς οι δύο από αυτούς), οι οποίοι υπηρέτησαν στα υπ’ αυτόν στρατιωτικά τμήματα κατά την περίοδο της κατοχής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μετά το τέλος του πολέμου, όταν  ο Δημητρίου κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη «διωκόμενος και κρυπτόμενος» και εζήτησε βοήθεια από τους μόλις προ ολίγων μηνών εβραίους αντάρτες της μονάδος του, τον Δαυίδ Μπρούδο και τον Ίντο Σιμσή [Μακαμπή], αυτοί ανταποκρίθηκαν αμέσως με συγκινητικό και αποτελεσματικό τρόπο. Σημειώνεται ότι ο Δημητρίου υπήρξε στρατιωτικός διοικητής του Ιου  τάγματος του 36ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ από το Μάϊο μέχρι των Οκτώβριο του 1943, διάστημα το οποίο καλύπτει και  τον χρόνο κατά τον οποίον υπηρέτησε ο Αλμπέρτος Σαούλ στο Λόχο Διοικήσεως της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Αξία έχει η εκτίμηση του Νικηφόρου όσον αφορά την δράση και την προσφορά του Δαυίδ Μπρούδο, ο οποίος όταν κατετάγη στον ΕΛΑΣ ανέλαβε καθήκοντα στην Επιμελητεία του Αρχηγείου. Σημειώνει ο Νικηφόρος: «Επρόκειτο για υπηρεσία άκρως επικίνδυνη πιο επικίνδυνη ακόμα και από την πολεμική δράση» και παρακάτω συμπληρώνει «πολλές φορές έπαιρνε και ο ίδιος μέρος στις μάχες». Τα παραπάνω σημειώνω γιατί αρκετοί από τους εβραίους αντάρτες, τους οποίους γνωρίζω, υπηρέτησαν στον ΕΛΑΣ στις υπηρεσίες της Επιμελητείας ή της Διαχειρίσεως και απέδωσαν εξαιρετικά αποτελέσματα συνδυάζοντας την καλή λειτουργία του μυαλού με την δύναμη του όπλου τους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Αλμπέρτος Σαούλ στο Λόχο Διαχειρίσεως του 36ου Συντάγματος. Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού Χρονικά, δημοσιεύεται κείμενο από την τελετή, της 16ης Οκτωβρίου 1988, των  αποκαλυπτηρίων του μνημείου «για τους Εβραίους μάρτυρες θύματα της κατοχής», το οποίο ανήγειρε το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο στο Λιανοκλάδι. Στο μνημείο, φωτογραφία του οποίου δημοσιεύεται στο εξώφυλλο του περιοδικού, αναγράφεται: «Στην ιερή μνήμη 500 Ελλήνων Εβραίων που το 1943 εργάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα στις σιδηροδρομικές γραμμές αυτής της περιοχής και μετά υπέστησαν την ίδια τύχη με τα 6.000.000 των εξοντωθέντων Εβραίων της Ευρώπης από τις φασιστικές ναζιστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατοχής του Άξονα.». Στο συνοδευτικό κείμενο αναφέρονται τα ονόματα 4 επιζώντων οι οποίοι παρέστησαν στην τελετή: Σαμ Ιεσουά, Δαυίδ Σιών, Σαμ Ναχμία  και Ιακώβ Καράσσο, ενώ αναφέρονται επίσης τιμητικά τα ονόματα άλλων τεσσάρων επιζώντων, οι οποίοι «για προσωπικούς λόγους δεν παρευρέθηκαν στην τελετή»: Δαυίδ Φλωρεντίν, Πέπο Φρανσές, Αλβέρτος Σαούλ και Ισαάκ Κουένκα.

Ζ’. Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης έγινε με το Νόμο υπ΄ αριθ. 1285/1982 «Για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού Λαού εναντίον των στρατευμάτων κατοχής 1941-19447». Το 1983 δημοσιεύτηκε και το Προεδρικό Διάταγμα8 με το οποίο οριζόταν η σύσταση και η λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Κρίσεως, η οποία θα έκρινε (και θα αποφάσιζε) για τις αιτήσεις που θα υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι πολίτες. 

Ο Α. Σαούλ  στην αίτησή του προς την αρμοδία Επιτροπή Κρίσεως Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης9 περιγράφει, συνοπτικά, την ένταξή του στις γραμμές του ΕΛΑΣ και, στη συνέχεια, την διαδρομή του σε αυτές  κατά την διάρκεια της κατοχής, μέχρι την απελευθέρωση. Υπηρέτησε, διαδοχικά, στις παρακάτω δύο θέσεις: «Από το Μάρτιο 1943 μέχρι 20 Σεπτεμβρίου στο λόχο Στρατηγείου (γραμματεία) της ΧΙΙΙ Μεραρχίας με Διοικητή [της Μεραρχίας] τον συν/ρχη Παπαθανασίου ως στρατιωτικό και καπετάνιο τον συναγωνιστή Λευτεριά. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία, που στην αρχή ονομαζόταν Αρχηγείο Στερεάς Ελλάδας είχε έδρα το Γαρδίκι Ομηλαίων (Φθιώτιδας) και αργότερα το Καρπενήσι (Ευρυτανίας)» . Εν συνεχεία, με τις δικές του λέξεις της αιτήσεως: «Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1943 μετατέθηκα στο λόχο Δοικήσεως (επιμελητεία) του 36ου Συντάγματος Ευζώνων της ΧΙΙΙ Μεραρχίας που είχε έδρα το Μαυρολιθάρι (Φθιωτιδοφωκίδας) όπου υπηρέτησα μέχρι τέλος Νοεμβρίου του 1944. Διοικητής ήταν ο αντ/ρχης Ευθύμιος Ζούλας και καπετάνιος ο συν. Αριστείδης. Καπετάνιος του λόχου Διοικήσεως ήταν ο συν. Αχιλλέας.». Επί πλέον, για την αλήθεια όσων επικαλείται στην αίτησή του, προτείνει ως μάρτυρες δύο συμπολεμιστές του στον ΕΛΑΣ, τον Χαρίλαο Ζαβλανό  και τον Αντώνιο Πολυκράτη, των οποίων τις υπεύθυνες δηλώσεις θα συνυποβάλει προς την αρμοδία Επιτροπή Κρίσεως.

Ο Χ. Ζαβλανός, στρατηγός πλέον του Ελληνικού Στρατού,  βεβαιώνει10: «όταν προσεχώρησα στον ΕΛΑΣ και τοποθετήθηκα τον Ιούλιο του 1943 στο Λόχο Στρατηγείου της ΧΙΙΙ Μεραρχίας…συνάντησα εκεί και τον εκ Θεσ/νίκης φίλον μου Αλμπέρτον Σαούλ υπηρετούντα στη Γραμματεία του Στρατηγείου.

Στην συνέχεια τον ανωτέρω [τον Σαούλ] τον Σεπτέμβριον του 1943 τον μετέθεσαν στο λόχο Διοικήσεως του 36ου Συντάγματος… όπου και παρέμεινε μέχρι που διαλύθηκε το Σύνταγμα… Μετά συναντηθήκαμε και πάλι στη Θεσ/νίκη διατηρουμένης ακόμη της φιλίας μας [1983]». Τα ίδια βεβαιώνει και ο Αντ. Πολυκράτης, οφθαλμίατρος, ο οποίος κατά την διάρκεια της κατοχής υπηρέτησε ως αρχίατρος στο 36ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Η υπεύθυνη δήλωση11 την οποία αποστέλλει από την Αθήνα στον Α. Σαούλ συνοδεύεται από μία εξαιρετική επιστολή12, η οποία καθώς είναι απαλλαγμένη από τον συμβατικό τύπο του δημοσίου εγγράφου, (όπως είναι οι υπεύθυνες δηλώσεις), διακρίνεται από την συγκίνηση του αποστολέα για την  κοινή πορεία των δύο αγωνιστών κατά την διάρκεια της υπηρεσίας τους στον ΕΛΑΣ, συγκίνηση που του επιτρέπει αυτή την συνυπηρέτηση να την περιγράψει ως εκείνες τις «ηρωϊκές ημέρες… ημέρες αγώνα θυσίας και προσφοράς στην υποδουλωμένη πατρίδα μας». Μερικές γραμμές κειμένου επαρκούν προκειμένου να εκφράσουν την υπερηφάνεια για την συμμετοχή - και των δύο - στην εθνική αντίσταση καθώς και την βεβαιότητα ότι η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης στο σύνολό της, αποτελεί την ηθική ικανοποίηση όλων όσοι συμμετείχαν και προσέφεραν στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδος. Αυτή την φορά η αναγνώριση αφορά, κυρίως, το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ,  καθώς τόσο το πρώτο (η πολιτική οργάνωση) όσο και ο δεύτερος (οι στρατιωτικές μονάδες των ανταρτών)  δεν είχαν αναγνωρισθεί από την πολιτεία ως φορείς  εθνικής αντιστάσεως. Αντιθέτως, όσοι οργανώθηκαν στο ΕΑΜ ή υπηρέτησαν στον ΕΛΑΣ και έμειναν πιστοί στις επιλογές των εκείνες και τις υποστήριξαν και στην συνέχεια,  υπέστησαν συνήθως σκληρές  διώξεις, οι οποίες άρχισαν ήδη από τις αρχές του 1945 και συνεχίστηκαν, σε μερικές περιπτώσεις (και σε ορισμένες περιοχές), ακόμα και μετά την μεταπολίτευση, καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του ’70.

Ο Σαούλ Αλμπέρτ του Γιεσούα και της Ντουντούς, όπως φαίνεται από  πιστοποιητικό13 της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, μετά σαράντα έτη από το τέλος της κατοχής,  αναγνωρίζεται – αυτός και πολλοί άλλοι  συμπολεμιστές του - «σαν αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης 1941 – 1944» με το υπ’ αριθ. 3/11-1-1984 πρακτικό «της οικείας επιτροπής κρίσεως»  και συμπεριλαμβάνεται στους σχετικούς πίνακες που κυρώθηκαν με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης.

Ζ1. Ο Αλμπέρτο Σαούλ στην επιστολή – έκθεση την οποία, αρχικώς, απέστειλε προς το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο σημειώνει ότι απολύθηκε από τις τάξεις του ΕΛΑΣ  «την 30-11-1944 όταν διαλύθηκε το Σύνταγμα» στο οποίο υπηρέτησε, δηλαδή το 36ο της ΧΙΙΙης Μεραρχίας. Και στην αίτησή του προς την Επιτροπή Κρίσεως Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης προσδιορίζει το πέρας της θητείας του ως αντάρτη «μέχρι [το] τέλος Νοεμβρίου του 1944». Αυτή η επιλογή εκ μέρους του Α. Σαούλ  του συγκεκριμένου χρονικού ορίου προκειμένου να ορίσει το διάστημα της παραμονής του στο βουνό, προέρχεται, πιθανότατα, από το γεγονός ότι μέχρι τότε – την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς - ίσχυσε η απόφασή του να ακολουθήσει και αυτός με τη θέλησή του, κατά την διάρκεια της Κατοχής, την πολιτική του ΕΑΜ και μαζί την στρατιωτική πορεία του ΕΛΑΣ. Είναι γεγονός ότι η ένταξή του στον ΕΛΑΣ αποτέλεσε, γι’ αυτόν τον Εβραίο – Έλληνα, μία δίοδο διαφυγής, ίσως την μόνη δυνατή στη περίπτωσή του, η οποία του επέτρεψε να αποφύγει την εκτόπιση και τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Επί πλέον, ο αγώνας εναντίον του Γερμανού κατακτητή αποτελούσε για κάθε Έλληνα πατριώτη ένα ισχυρό κάλεσμα για την απελευθέρωση της πατρίδας από τον ζυγό του κατακτητή.

Τώρα βεβαίως, η ημερομηνία απολύσεώς του Α. Σαούλ, επιτρέπει να παραμείνει εκτός της θητείας του η συμμετοχή του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά και ως εκ τούτου η εμπλοκή  ανταρτικών δυνάμεων  και με τις αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες πολέμησαν (μαζί με τις κυβερνητικές) στη μάχη των Αθηνών. Για τον ίδιο λόγο, προκειμένου και για τον στενό του φίλο Σεμτώβ (Ραούλ) Φρανσές, σημειώνει την 15η Νοεμβρίου 1944 ως ημερομηνία απολύσεως του από το 3ο Τάγμα του 16ου Συντάγματος της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στο οποίο ο Ραούλ υπηρέτησε κατά το τελευταίο διάστημα της θητείας του στο βουνό με τους αντάρτες.  

Σύμφωνα με την έκθεση για τη μάχη της Αθήνας του επιτελάρχη του ΕΛΑΣ Κωνσταντίνου Λαγγουράνη14, «Την 28η Δεκεμβρίου στον τομέα Πειραιώς όλες οι επιθέσεις απεκρούσθησαν. Αι εν κινήσει από μακρινούς χώρους εφεδρείαι διατίθενται υπό της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ. […] Το 36 Σύνταγμα [μετακινήθηκε] από Φιλιππιάδα – Αγρίνιο – Άμφισσα.». Επομένως ο Αλμπέρτος Σαούλ δεν ακολούθησε τη μετακίνηση της μονάδος του και παρέμεινε στο Αγρίνιο μέχρι την 10η Ιανουαρίου 1945 οπότε ακολούθησε τη πορεία που σημειώνει στο σημειωματάριό του και διευκρινίζει περισσότερο στη μαρτυρία την οποία έδωσε στους Ε. Κούνιο-Αμαρίλιο και Α. Ναρ,

    

 

Συμπληρωματικά: όσα θυμάται ο κ. Μίμης Γκατένιο για τον Αλμπέρτο Σαούλ και τα οποία αφηγήθηκε στην κόρη του Άντυ Σαούλ το Φεβρουάριο του 2017.

 

Ο κ. Μίμης [Χαΐμ] Γκατένιο12 είναι πρώτος εξάδελφος του Αλμπέρτου Σαούλ – η μητέρα του Αλμπέρτου, Ντουντού, ήταν αδελφή του Ιωσήφ, πατέρα του κ. Μίμη. Καθώς ο Αλμπέρτος είχε γεννηθεί το 1906 και ο Μίμης το 1930 ο πρώτος έβλεπε το δεύτερο σαν μικρό του αδελφό. Προπολεμικά, οι δύο οικογένειες Σαούλ και Γκατένιο συγκατοίκησαν σε ένα μεγάλο διαμέρισμα επί της οδού Ζαλίκη (παρόδου της Βενιζέλου). Επρόκειτο για ένα διαμέρισμα με μεγάλη σάλα και τέσσερα δωμάτια. Σήμερα στην οικοδομή στεγάζεται ένα ξενοδοχείο. Ο Ιεσούα Σαούλ, πατέρας του Αλμπέρτου, ήταν αρτοποιός και ο κ. Μίμης θυμάται ότι, κάθε πρωΐ, ένας εργαζόμενος στο φούρνο έφερνε στο κοινό σπίτι το ψωμί της ημέρας και για τις δύο οικογένειες. Στη μνήμη του έχει ακόμα τα εξαιρετικά σταφιδόψωμα που παρασκεύαζε ο φούρνος με ολόκληρες σταφίδες, του έχει μείνει η εντύπωση μάλιστα ότι οι σταφίδες ήταν περισσότερες από το ψωμί και αυτό του άρεσε πολύ. Ο Ιεσούα Σαούλ επτώχευσε και ο Αλμπέρτος υποχρεώθηκε να εργαστεί από πολύ νέος, από την ηλικία των δεκατριών ετών, προκειμένου να βοηθήσει την οικογένειά του. Αρχικά προσλαμβάνεται απλός υπάλληλος στην εταιρεία πετρελαιοειδών Στεάουα Ρομάνα/Steaua Romana, στην οποία, όταν τελείωσε τη λογιστική σχολή της  Alliance  Française, καταλαμβάνει θέση λογιστή και, αργότερα, προάγεται σε αυτή του αρχιλογιστή. Από τότε, που ήταν πολύ νέος, ο Αλμπέρτος έχαιρε εκτιμήσεως, για τις ικανότητες και την ευφυΐα του, ανάμεσα στους εβραίους, εκείνους που τον γνώριζαν, οικείους και γνωστούς. Ο Αλμπέρτος  ήταν πάντα γελαστός,  αλλά συγχρόνως και αυστηρός.  Είχε δύο αδερφές, τη Λουσή και την Ελίζα, που είχε παντρευτεί νωρίς  με έναν Γάλλο, Κοέν στο επώνυμο, και έφυγε για να ζήσει μαζί του στη Γαλλία – εκεί, αργότερα,  την συνέλαβαν οι Γερμανοί και την δολοφόνησαν στο Άουσβιτς. Η Λουσή (που είχε γεννηθεί το 1904) παντρεύτηκε, μεγάλη, με κάποιον ονόματι Ηλία, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Λάση - αυτοί δεν απέκτησαν παιδιά.  Δολοφονήθηκαν και οι δύο στο Άουσβιτς. Ο Αλμπέρτος έμεινε στο διαμέρισμα της οδού Ζαλίκη μέχρι το  1935 ή το 1936, οπότε νυμφεύτηκε την Ίλντα Εζρατή.  Όταν έγινε ο γάμος, ο Αλμπέρτος έκανε μεγάλο γλέντι στην οικία της οδού Ζαλίκη: έφερε ορχήστρα με οργανοπαίκτες (κι έναν  τραγουδιστή) που έπαιζε τούρκικα και ισπανικά τραγούδια. Ο πεθερός του έκανε κι αυτός ένα γλέντι στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα από το φαρμακείο του. Ο πατέρας της Ίλντας ήταν φαρμακοποιός και είχε φαρμακείο  στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, στο ύψος της οδού Μισραχή,  απέναντι απ’ το  εβραϊκό νοσοκομείο Χιρς, που μετονομάστηκε αργότερα σε Ιπποκράτειο.  Η  Ίλντα  είχε έναν αδερφό, ο οποίος αργότερα μετακόμισε  στις Η.Π.Α.

Το 1937 γεννήθηκε η κορούλα του ζεύγους, η Σιμώνη. Ο Αλμπέρτος τις αγαπούσε πολύ και τις δύο, την Ίλντα και τη Σιμώνη.

Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη, η εταιρία του Αλμπέρτου έκλεισε  κι εκείνος, για να ζήσει την οικογένειά του, άνοιξε ένα μαγαζί στην οδό Τσιμισκή, όπου πουλούσε είδη ρουχισμού. Τον Μάρτιο του 1943 οι Γερμανοί τον έπιασαν σε μπλόκο και τον έστειλαν για καταναγκαστικά έργα στη σιδηροδρομική γραμμή στο Λιανοκλάδι.

Η οικογένεια του κ. Μίμη Γκατένιο διέφυγε στην Αθήνα – μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών τους έκρυψε (και τους φρόντισε) ο Σπύρος Καλοκωστάς. Έτσι, γλύτωσαν από τον χαμό οι γονείς και ο γιος τους, ο Μίμης Γκατένιο.

Στην Αθήνα, μετά την απελευθέρωση συναντήθηκαν με τον Αλμπέρτο - τον έφερε στο σπίτι τους η ξαδέρφη Σάρα, που ήταν κι αυτή αντάρτισσα στο βουνό, είχε παντρευτεί μάλιστα έναν καπετάνιο του ΕΛΑΣ, με τον οποίο έκανε κι ένα παιδί, ένα αγόρι. Ο καπετάνιος  αρρώστησε και πέθανε λίγο μετά την απελευθέρωση,  ενώ το παιδί τους σκοτώθηκε σε τροχαίο  όταν ήταν  17-18 χρονών. Ο Αλμπέρτος έμεινε σ' ένα δωμάτιο στο σπίτι που νοίκιαζαν στην Αθήνα οι Γκατένιο  περισσότερο από ένα μήνα,  αναζητώντας θέση στο πλοίο  προκειμένου να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Όσο έμενε μαζί τους, διηγούνταν ιστορίες από το βουνό. Είχε δραπετεύσει από τα καταναγκαστικά έργα  και είχε ενταχθεί στον ΕΛΑΣ, όπου είχε υπηρετήσει  ως  συντονιστής δράσεων μεταξύ των διαφόρων ταγμάτων. Του είχαν μεγάλη εκτίμηση και τον χρησιμοποιούσαν πολύ,  γιατί  ήταν μορφωμένος  και ήξερε πολλές γλώσσες. Ο Αλμπέρτος, είχε ωραία φωνή, και τα βράδια στην Αθήνα τραγουδούσε  γαλλικά και  ιταλικά τραγούδια, όπως το “Mama son tantο  felice”.

  Όσο έμεινε μαζί τους ήταν πολύ αισιόδοξος, πίστευε ότι ζούσε η οικογένειά του. Άλλωστε, κανείς δεν ήξερε τότε τι πραγματικά είχε συμβεί. Ο Αλμπέρτος ανέφερε συνέχεια τη γυναίκα του και την κόρη του και όλο επαναλάμβανε,  (ίσως γιατί δεν μπορούσε να διανοηθεί  το αντίθετο), ότι σίγουρα εκείνες ήταν  καλά και  αυτός έπρεπε  να γυρίσει το συντομότερο στη Θεσσαλονίκη για να τις συναντήσει και να τις βοηθήσει.  Έκανε ό, τι μπορούσε για να επισπεύσει την αναχώρησή του από την Αθήνα.  Αφού τελείωσαν  τα Δεκεμβριανά, βρήκε επιτέλους μια θέση σε ένα πλοίο και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη.  Δυστυχώς, κανείς δεν είχε επιζήσει από την οικογένειά του, ούτε η γυναίκα του και το παιδί του, ούτε η μάνα του και οι αδερφές του.  Ήταν ο μόνος από την οικογένεια που είχε μείνει ζωντανός.

 

 

 

 

 


Εικόνα 6. Ο Ιεσούα Σαούλ, πατέρας του Αλμπέρτου Σαούλ. Πέθανε πριν τον πόλεμο.

 

 

 


Εικόνα 7. Η Ντουντού Σαούλ, το γένος Γκατένιο, μητέρα του Αλμπέρτου Σαούλ. Δολοφονήθηκε στο ‘Αουσβιτς.

 

 

 


Εικόνα 8.  Η Λουσή και η Ελίζα Σαούλ, αδελφές του Αλμπέρτου Σαούλ.

Δολοφονήθηκαν και οι δύο στο ‘Αουσβιτς.


Εικόνα 9. Η Ίλντα Σαούλ, το γένος Εζρατή, πρώτη σύζυγος του Αλμπέρτου Σαούλ και η κόρη τους Σιμώνη το 1941. Δολοφονήθηκαν και οι δύο στο ‘Αουσβιτς.

 

 

Εικόνα 10. Η Σιμώνη Σαούλ [1937-1943], κόρη της Ίλντας και του Αλμπέρτου Σαούλ. Αυτή ήταν η τελευταία φωτογραφία της μικρής Σιμώνης. Ο πατέρας της, ο Αλμπέρτος, την είχε πάντοτε μαζί του, στο πορτοφόλι του. Αλλά και η Άντυ όταν μου μίλησε για την Σιμώνη και ανέφερε πρώτη φορά το όνομα της, προσδιόρισε την σχέση της με αυτήν με τις λέξεις: «η αδελφούλα μου».

 

 

 

Επιλογικά. Η Μύριαμ ή Αιμιλία Κούνιο – αριθμός βραχίονα 46071 – η δεύτερη σύζυγος του Αλμπέρτου Σαούλ, είχε ακολουθήσει τη δική της διαδρομή. Παντρεμένη με τον Αλμπέρτο Σαλτιέλ όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είχε τη μητέρα της Ελεωνόρα και τρία αδέλφια μικρότερα από αυτήν: τη Μέντη, τον Μωΰς και τον Εντγκάρ - ο πατέρας της είχε πεθάνει το ’42  στη Θεσσαλονίκη. Από την οικογένειά της δολοφονήθηκαν όλοι, έχασε πέντε συγγενείς πρώτου βαθμού, μόνον αυτή γλύτωσε. Από του βαρώνου Χιρς με την αποστολή της 1ης Ιουνίου μεταφέρεται στο Άουσβιτς, στη συνέχεια Μπιρκενάου και πάλι Άουσβιτς και από εκεί στις 18 Ιανουαρίου 1945 στη μαρτυρική πορεία για το Ραβενσμπρούκ και, τέλος – αν έχει τέλος όλο αυτό – στο Νόϊσταντ· από το τελευταίο αυτό στρατόπεδο θα τους απελευθερώσει ο Ρωσικός στρατός την 2α Μαΐου 1945. Η Αιμιλία Κούνιο επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη στις 29 Αυγούστου 1945.  Εδώ θα συναντηθεί με τον Αλμπέρτο Σαούλ.

Οι ελάχιστοι εβραίοι που επέζησαν δεν έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο, απώλεσαν, συνήθως, όλους τους δικούς τους ανθρώπους: γονείς, συζύγους, παιδιά και αδέλφια. Έχασαν ακόμα κάθε βαθμού συγγενείς: θείες και θείους, πρώτα και δεύτερα ξαδέρφια και, ακόμα, έχασαν όλους τους φίλους, παιδικούς φίλους ή φίλους μιας ζωής. Επί πλέον, οι ελάχιστοι επιζώντες απώλεσαν το πλήθος των ομοθρήσκων τους, ριζωμένων στη Θεσσαλονίκη για περισσότερους από τέσσαρες αιώνες, απώλεσαν την ισχυρή κοινότητα με τα ήθη και τα έθιμά της, με τον καθημερινό τρόπο ζωής όλων των εβραίων της πόλεως. Και σε αυτά πρέπει να προστεθεί η κατάσταση την οποία αντιμετώπισαν όσοι - ελάχιστοι – επέστρεψαν. Οι περιουσίες των περισσοτέρων  είχαν χαθεί, καταστήματα και εμπορεύματα είχαν λεηλατηθεί, στα σπίτια τους έμεναν τώρα άλλοι άνθρωποι, επρόκειτο, κυρίως, για οικογένειες χριστιανών από τη περιφέρεια που συνέρρευσαν στη πόλη κατά τη διάρκεια της κατοχής και «τακτοποιήθηκαν» στα εβραϊκά σπίτια. 

Μέσα σε αυτές τις μεταπολεμικές συνθήκες έπρεπε να προσαρμοσθούν οι επιζώντες εβραίοι, έπρεπε να κρατηθούν από κάτι για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους. Το σημαντικότερο που τους έλειπε και αυτό που θα μπορούσε να τους κρατήσει ορθίους ήταν η οικογένεια. Έτσι οι εναπομείναντες «βιάζονται» να συνάψουν γάμους και να δημιουργήσουν οικογένειες.

Ένας από αυτούς τους γάμους ήταν και του Αλμπέρτου Σαούλ με την Αιμιλία Κούνιο: παντρεύτηκαν το 1946, απέκτησαν δύο παιδιά και από αυτά χάρηκαν τέσσερα εγγόνια.

 

 


 

Εικόνα 11. Η φωτογραφία είναι βγαλμένη στη Γερμανία το 1945, μετά την απελευθέρωση από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Τέταρτη από δεξιά στη σειρά με τις όρθιες είναι η Αιμιλία Κούνιο. Πλάι της, δεξιά από την αξιωματικό,  η Πόλα Ουζιέλ (αδερφή του πυγμάχου Ντίνου Ουζιέλ), μετέπειτα σύζυγος Σωκράτη Κέντρου και πρώτη από αριστερά στη δεύτερη σειρά η Ερριέτα  Μόλχο (το επίθετο είναι του μετέπειτα συζύγου της Ραφαήλ Μόλχο), που ήταν  και οι δύο επιστήθιες φίλες της Αιμιλίας. 

 

 



 

 

Εικόνα 12. Αιμιλία Κούνιο – Αλμπέρτος Σαούλ, αρραβώνας, (μάλλον), το έτος 1946.

                  

 

 

 

 


  Εικόνα 13. Ένωσις Ομήρων Ισραηλιτών Πολωνίας, Δελτίον ταυτότητος της Αιμιλίας Σαλτιέλ. [Η Αιμιλία φέρει το επώνυμο του πρώτου συζύγου της Αλμπέρτου Σαλτιέλ, ο οποίος δολοφονήθηκε – και αυτός – στο Άουσβιτς].. 


 


Εικόνα 13α. Το εσωτερικό δίπτυχο του δελτίου ταυτότητος.

 

Επίμετρο ΙΙ

Μετά τον πόλεμο ο Αλμπέρτος Σαούλ εργάστηκε πάλι για ένα διάστημα στη Στεάουα Ρομάνα, τη ρουμανική εταιρεία πετρελαιοειδών στην οποία είχε εργαστεί από την τρυφερή ηλικία των 13 χρόνων ύστερα από την πτώχευση του πατέρα του, και στη συνέχεια στην αγγλική εταιρεία British Petroleum (γνωστή ως ΒΡ) που απορρόφησε την παραπάνω εταιρεία, ανεβαίνοντας σταδιακά όλα τα στάδια της ιεραρχίας και φτάνοντας στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή των εγκαταστάσεων Θεσσαλονίκης. Παράλληλα ανέπτυξε αξιόλογη κοινωνική δράση, συμμετέχοντας ενεργά στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της αποδεκατισμένης Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, που έχοντας χάσει το 96% των μελών της στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατέχει το θλιβερό ρεκόρ του μεγαλύτερου παγκοσμίως ποσοστού απώλειας (από τα 56.000 περίπου μέλη που αριθμούσε πριν τον πόλεμο, απέμειναν μόλις 1.950).

Διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητας δύο φορές, κατά τα έτη 1954-1956 και 1960-1962 και πρόεδρος της επιτροπής διαχειρίσεως ακινήτων επί σειρά ετών. Συμμετείχε επίσης στην επιτροπή που συστήθηκε από την Ι.Κ.Θ. για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Το έτος 1959, μετά την  ψήφιση σχετικού νόμου από την γερμανική βουλή το 1953 και την αναθεώρησή του το 1956,  είχαν υποβληθεί από την Ι.Κ.Θ. και 1.300 ιδιώτες (από τις 13.000 οικογένειες που υπήρχαν πριν τον πόλεμο) αιτήσεις αποζημιώσεως για απώλεια περιουσίας (χρυσού, τιμαλφών, οικοσκευών και εμπορευμάτων). Ακολούθησε μακρόχρονη δικαστική διαμάχη, η οποία διήρκεσε ως το έτος 1973 και είχε ως αποτέλεσμα την επιδίκαση 14.000.000 μάρκων σε ιδιώτες και 5.000.000 μάρκων στην Ι.Κ.Θ. ως αποζημίωση για την κλοπή περιουσιών που η αξία τους υπολογίζεται σε μισό δισεκατομμύριο μάρκα. Τις διεκδικήσεις των αιτούντων ανέλαβε να υποστηρίξει ο δικηγόρος Αμβούργου Δόκτωρ Γεώργιος Κωνσταντόπουλος (G.S.Constant). Ως εντεταλμένος της επιτροπής αποζημιώσεων, ο Α. Σαούλ, με την βοήθεια του μέλους της ίδιας επιτροπής Ισαάκ (Ίνο) Νεφούση, ανέλαβε το τεράστιο καθήκον να διεκπεραιώσει την σχετική αλληλογραφία, η οποία γράφτηκε σε τέσσερις γλώσσες (ελληνικά, γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά) και περιλάμβανε πάνω από 1.000 δακτυλογραφημένες σελίδες. Η αλληλογραφία αυτή σώζεται στο αρχείο του Α. Σαούλ, το οποίο κατέχει η κόρη του ‘Αντυ Σαούλ. 

Μια άλλη σημαντική προσφορά του Αλμπέρτου Σαούλ ήταν η συμμετοχή του ως ισόβιος πρόεδρος στην επιτροπή του φιλανθρωπικού ιδρύματος Χαϊμούτσο Κόβο και η επιτυχής δικαστική διεκδίκηση στη διάρκεια της θητείας του τού περιλαμβανομένου στο κληροδότημα οικοπέδου της οδού Βασ. Όλγας 74, εμβαδού μ.τ. 1.700, το οποίο είχε καταληφθεί μετά τον πόλεμο από το ελληνικό δημόσιο ως αδέσποτο. Τέλος,διετέλεσε ισόβιο μέλος και αντιπρόεδρος της επιτροπής διαχειρίσεως του γηροκομείου «Σαούλ Μοδιάνο», του οποίου το σημερινό πολυώροφο κτίσμα κτίστηκε στη διάρκεια της θητείας του, στο οικόπεδο της οδού Βασ. Όλγας 134.

Ο Αλμπέρτος Σαούλ απεβίωσε  στη Θεσσαλονίκη στις 9-4-1993, σε ηλικία 87 ετών.

 

Υστερόγραφο. Είχα τελειώσει το κείμενο όταν κυκλοφόρησε το καλό βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού με τίτλο: Συναγωνιστές – το ΕΑΜ και οι Εβραίοι της Ελλάδος15, στο οποίο αναφέρεται και η παρουσία του Αλμπέρτου Σαούλ ως αντάρτη στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Μάλιστα, η περίπτωση του Αλμπέρτου επιτρέπει στον συγγραφέα να παρουσιάσει τις ποικίλες ικανότητες καθώς και τη μόρφωση του και να σημειώσει την σημασία που είχαν τέτοιοι άνθρωποι «σε ένα στρατό νεαρών αγροτών» της περιφέρειας, όπως ήταν ο ΕΛΑΣ. Αλλά και στη γενική αναφορά για τη στάση των Εβραίων κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών – «στο μεταίχμιο ανάμεσα στην Απελευθέρωση και στη Βάρκιζα»- ο  Χανδρινός γράφει:  «υπάρχουν αρκετά δείγματα που οφείλονται σε τάσεις αποσιώπησης» του παραπάνω διαστήματος. Ο Αλμπέρτος  Σαούλ «αποσιώπησε» την περίοδο αυτή, αφού όμως πρώτα - κατά την διάρκειά της -  διεκδίκησε το δικαίωμα να μη συμπράττει πλέον σε όσα συμμετείχε η μονάδα του.

Την Άντυ Σαούλ γνωρίζω από τα φοιτητικά μας χρόνια και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να συναντήσω και τη μητέρα της, την Αιμιλία Κούνιο – Σαούλ. Η Άντυ μου έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσω από το αρχείο της τα έγγραφα και τις φωτογραφίες του κειμένου. Έκανε όμως κάτι περισσότερο: συζήτησε με τον συγγενή της Μίμη Γκατένιο και από τη συνομιλία τους προέκυψε το μέρος του κειμένου που περιλαμβάνει «όσα θυμάται ο κ. Μίμης Γκατένιο για τον Αλμπέρτο Σαούλ και τα οποία αφηγήθηκε στην κόρη του Άντυ Σαούλ το Φεβρουάριο του 2017.». Τέλος, έγραψε η ίδια το «Επίμετρο ΙΙ» - το τελευταίο μέρος του κειμένου, στο οποίο παρουσιάζονται συνοπτικά στοιχεία για τη ζωή του Αλμπέρτου Ιεσούα Σαούλ κατά το διάστημα 1945- 1993, αμέσως μετά την απελευθέρωση και ως τον θάνατό του.

  

Σημειώσεις:

1. Ο Α. Σαούλ χρησιμοποιεί για το μικρό του όνομα τον – άκλιτο - τύπο «Αλμπέρτο». Προτίμησα, για λόγους ευφωνίας, να  γράψω το όνομα στις διάφορες περιπτώσεις που αναφέρεται σύμφωνα με τις πτώσεις του ενικού αριθμού: ο Αλμπέρτος, του Αλμπέρτου, τον Αλμπέρτο. Στην ταυτότητά του αναγράφεται Αλμπέρτος.

2. Bowman Steven, Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα. Μετάφραση Ισαάκ Μπενμαγιόρ, Αθήνα, «Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος», 2012, σ.191.

3. Μπενβενίστε  Ρίκα, Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, Αθήνα, «Πόλις», σ.443.

4. Ο Τσίτσο Κοέν είναι ένας από την «ομάδα» των Εβραίων της Θεσσαλονίκης για τους οποίους η Μπενβενίστε δίδει επαρκή στοιχεία για τη ζωή τους, πριν τον πόλεμο καθώς και κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής. Οι περισσότεροι θεσσαλονικείς εβραίοι (και αυτοί που παρακολουθεί η Μπενβενίστε) υπηρέτησαν στις μονάδες του ΕΛΑΣ στη βόρεια Ελλάδα, στη ΙΧ Μεραρχία της Δυτικής Μακεδονίας και στη Χ  της Κεντρικής Μακεδονίας.

5.Κούνιο-Αμαρίλιο Έρικα – Ναρ Αλμπέρτος, Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το ολοκαύτωμα. Επιμέλεια – Επίμετρο: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θεσσαλονίκη, «Ίδρυμα Ετς Αχαΐμ – Παρατηρητής», 1998, σ.494.

6. Ο Νικηφόρος  έδρασε κυρίως στην Κεντρική Στερεά Ελλάδα με επίκεντρο την περιοχή των νομών Φθιώτιδος και, προπαντός, Φωκίδος. Στρατιωτικός αρχηγός της 8ης Ομάδας Ανταρτών Παρνασσού (9-13 άνδρες) από 24 Ιουλίου 1942, ακολούθως υπηρέτησε στο ενιαίο συγκρότημα των τμημάτων του Γενικού Αρχηγείου υπό τον Άρη Βελουχιώτη, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε στρατιωτικός αρχηγός πρώτα, από τον Φεβρουάριο του 1943,  στο Αρχηγείον Ανταρτών Παρνασίδος – Δωρίδος – Λοκρίδος [αρχική δύναμη 140 άνδρες] και, λίγους μήνες αργότερα, από τον Μάïο του ιδίου έτους στο Ι/36 [δύναμη 300 άνδρες]. Ακολούθως, τοποθετήθηκε καπετάνιος κατά σειράν: από τον Οκτώβριο του 1943, στο V/34 [δύναμη 550], από τον Ιανουάριο του 1944 στο 5ο Ανεξάρτητο Τάγμα του ΕΛΑΣ [δύναμη 550 άνδρες]  και, τέλος, από τον Αύγουστο του 1944 στο 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ [1300 άνδρες].

7. Ο νόμος δημοσιεύτηκε στο φύλλο 115Α  της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, της 20ης Σεπτεμβρίου 1982.

8. Το Προεδρικό Διάταγμα 379/83 με τίτλο «Επέκταση ευεργετημάτων Α.Ν. 971/1949 σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και λοιπούς δικαιούχους» δημοσιεύτηκε στο φύλλο 136 Α  της 6ης Οκτωβρίου 1983. - στα άρθρα του 9 και 10 ορίζεται η σύσταση και η λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Κρίσεως, η οποία αποφαίνεται για την αναγνώριση, στους αιτούντες, της ιδιότητας του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης. 

9. Στο αρχείο Α. Σαούλ -  Αίτηση:  Αλμπέρτος Σαούλ, Προς την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Κρίσεως Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, 16 Δεκεμβρίου 1983.

10. Δήλωσις (ή Βεβαίωσις) του Χρήστου Ζαβλανού, συνταξιούχου, κατοίκου   Θεσσαλονίκης, 12 Δεκεμβρίου 1983.

11. Δήλωση (ή Βεβαίωση) του Αντωνίου Πολυκράτη, οφθαλμιάτρου, κατοίκου Αθηνών, 14 Δεκεμβρίου 1983

12. Αρχείο Α. Σαούλ - Ολόκληρη η επιστολή την οποία απέστειλε ο οφθαλμίατρος Αντ. Σ. Πολυκράτης (μαζί με την υπεύθυνη δήλωση) προς τον Α. Σαούλ – τις υπογραμμισμένες λέξεις έχει υπογραμμίσει ο ίδιος ο αποστολέας :

                                                                                  Αθήναι τη 15 Δεκεμβρίου 1983

Αγαπητέ μου Αλβέρτο,

 

Πήρα το γράμμα σου και με συγκίνηση θυμήθηκα τις ηρωϊκές ημέρες που περάσαμε συντροφιά στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας στην κατοχή. Ημέρες αγώνα θυσίας και προσφοράς στην υποδουλωμένη πατρίδα μας.

            Έστω και με το πέρασμα τόσων χρόνων η αναγνώριση αυτής της θυσίας έρχεται σαν ηθική ικανοποίηση της παρεξηγημένης «Εθνικής Αντίστασης» του ελληνικού λαού που τα κόμματα «όλα δυστυχώς τα ελληνικά κόμματα» προσπάθησαν να την εκμεταλλευθούν και να τη δυσφημήσουν.

            Ούτε συ ούτε εγώ έχουμε καμιά ανάγκη οικονομικής εκμεταλλεύσεως της προσφοράς μας αυτής. Μας φθάνει η ηθική αποκατάσταση.

Χαίρω για την επιστημονική και κοινωνική αποκατάσταση των παιδιών σου και εύχομαι κάθε χαρά και ευτυχία στην οικογένειά σου.

            Σου εσωκλείω την υπεύθυνη δήλωση που μου ζήτησες και είμαι βέβαιος πως θα εξυπηρετήσει.


Με τις καλλίτερες ευχές μου για τον καινούργιο χρόνο.

                                                   Σε φιλώ με αγάπη

                                                    Αντώνης

 

13. Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Πιστοποιητικό, 28 Φεβρουαρίου 1984.

14. Δημοσιεύεται και στο LEFT.gr στη σελίδα https://left.gr/news/i-mahi-tis-athinas-i-ekthesi-toy-epitelarhi-toy-elas-konstantinoy-laggoyrani.  «Η έκθεση … συντάχθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 1945 με αποδέκτη τον γραμματέα του ΚΚΕ Γ. Σιάντο.».

15. Χανδρινός, Ιάσονας, Συναγωνιστές. Το ΕΑΜ και οι Εβραίοι της Ελλάδας, Θεσσαλονίκη, «εκδόσεις Ψηφίδες», 2020, σ.334.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Πίνακας ονομάτων – αποδεκτών – της συλλογής του «Ποιήματα 1950-1955», η οποία τυπώθηκε (και κυκλοφόρησε) το έτος 1957.

Στον Γιώργο Κορδομενίδη, συγγραφέα - εκδότη κλπ.

 

Εικόνα 1: Το πρώτο φύλλο του Πίνακα – με την ένδειξη «α» στην επάνω δεξιά γωνία..

 

 

1.    «Ποιήματα 1950-1955.- Χάρισα στους εξής:…»

2. Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα 1950-1955, Θεσσαλονίκη, 1957. Σχ.24,7Χ16,8. Περιέχονται οι συλλογές «Εποχή των ισχνών αγελάδων» (12 ποιήματα) και «Ξένα γόνατα …» (18 ποιήματα). Από την έκδοση αυτή αρχίζει η μόνιμη συνεργασία μου με τον καλλιτέχνη Κάρολο Τσίζεκ και τον τυπογράφο Νίκο Χρ. Νικολαΐδη. Επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ. Τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ν. Νικολαΐδη τον Φεβρουάριο του 1957 σε 750 αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 6.3.1957. Έξοδα: 5.000 δρχ. Τιμή τεύχους δρχ. 20.”.

 

Στον αρχείο Νέστορος Καββαδά υπάρχουν δύο κείμενα τα οποία αναφέρονται στη συλλογή του Ντίνου Χριστιανόπουλου, «Ποιήματα 1950-1955». Στο πρώτο, δύο φύλλα χειρόγραφα, ο ποιητής σημειώνει τα ονοματεπώνυμα  εκείνων στους οποίους απέστειλε, ως δώρο, την συγκεκριμένη έκδοση, [εφεξής Πίνακας]. Το δεύτερο, σε φωτοτυπία, περιλαμβάνει τις εκδόσεις του ποιητή από το 1945 έως το 1973, γραμμένες από τον ίδιο  από τον Ιούλιο του 2008 και μετά, [εφ. Κατάλογος]. Από το δεύτερο κείμενο αντέγραψα το απόσπασμα που αναφέρεται στα «Ποιήματα 1950-1955» και από το πρώτο, τους παραλήπτες της συλλογής. Άλλαξα την σειρά με την οποία αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα και προτίμησα την ονομαστική των ονομάτων από την αιτιατική που χρησιμοποιεί, ορθώς, στο κείμενό του ο Χριστιανόπουλος.

Σύμφωνα με τον Πίνακα έλαβαν αντίτυπο της συλλογής οι παρακάτω:

1. Θεσσαλονικείς λογοτέχνες: Νίκος Μπακόλας, Γ.Θ. Βαφόπουλος, Κ. Τσίζεκ [6], Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Φαίδων Πολίτης, Τόλης Καζαντζής, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ηλίας Πετρόπουλος, Μαν. Αναγνωστάκης, Λούλα  Αναγνωστάκη, Γ. Δέλιος, Ν.Γ. Πεντζίκης, Γ. Θέμελης, Π. Ωρολογάς, Πάνος Θασίτης, Ηλ. Κατσόγιαννης, Μπ. Νίντας, Γ. Κιτσόπουλος, Γ. Ιωάννου, Ζωή Καρέλλη, Τριαντ. Δ. Πίττας, Γ.Κ. Ζωγραφάκης, Γ. Τσιτσιμπίκος, Παρ. Μηλιόπουλος, Κρ. Πολίτης

2.  Άλλοι Έλληνες λογοτέχνες: Αλ. Μπάρας, Γ. Δάλλας, Δημήτρης Παπαδίτσας, Αντ. Σαμαράκης, Τάκης Σινόπουλος, Άρης Δικταίος, Ελ. Βακαλό, Τάκης Παπατζώνης, Γ. Γεραλής, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Νίκος και Ρίτα Παπά, Μελισάνθη, Γ. Κότσιρας,  Οδ. Ελύτης, Μ. Δημάκης, Νικηφ. Βρεττάκος, Μελής Νικολαΐδης, Τάσος Παππάς, Γ. Πιερίδης, Γ. Ρίτσος, Μίλτος Σαχτούρης, Γ. Σφακιανάκης, Κ. Κουλουφάκος, Γ. Σεφέρης, Δ. Δούκαρης, Μιχ. Κατσαρός, Π. Πρεβελάκης, Μάγια Δρόσου, Ροζέ και Τατιάνα Μιλλιέξ, Ι. Δεπούντης, Σωκράτης Καψάσκης [και σκηνοθέτης], Λ. Ραφτόπουλος, Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, Τάκης Γιαννόπουλος, Στ. Βαβούρης, Μαν. Γιαλουράκης, Χριστόφ. Μηλιώνης, Νέλλη Παπαγιαννάκη, Αστ. Κοββατζής, Χρ. Λεβάντας.

3. Κριτικοί - εκδότες:  Μιχ. Περάνθης, Αλκ. Θρύλος, Αλ. Αργυρίου, Η.Ν. Αποστολίδης, Α. Καραντώνης, Mario Vitti, Kimon Friar, Άγ. Φουριώτης, Αιμ. Χουρμούζιος, Π. Χάρης, Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Τ. Μαλάνος, Β. Βαρίκας, Παν. Μουλάς, Π. Σ. Σπανδωνίδης, Π. Ωρολογάς [κυρίως δημοσιογράφος], Μ. Λεοντάρης (Λαμπρίδης) – [Μανόλης Λαμπρίδης, ψευδώνυμο του Μανόλη Λεοντάρη], Κ. Μαρινάκης [εκδότης του περιοδικού Μακεδονικά Γράμματα στη δεύτερη περίοδο της εκδόσεώς του, 1944-1952].

4. Καθηγητές μέσης εκπαιδεύσεως: Β. Χατζηανδρέου, καθηγητής Μιχαλόπουλος [Γεώργιος, φιλόλογος1], Ιω. Ξηροτύρης, διευθυντής του Πειραματικού κατά το διάστημα 1941-1962,  Κ. Μπότσογλου [φιλόλογος2], Λ. Παραράς3, Ηλ. Σπυρόπουλος [φιλόλογος4].

5. Απόφοιτοι του Πειραματικού: Τον Οκτώβριο του 1953 κυκλοφορεί ο «Πυρσός», όργανο του Συλλόγου Αποφοίτων του Πειραματικού Σχολείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον οποίον διευθύνει συντακτική επιτροπή. Από το δεύτερο φύλλο του, στην έκδοση συμμετέχει ενεργά και ο Ντ. Χριστιανόπουλος. Μαζί με τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, καθορίζουν την ύλη του περιοδικού και  διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την ποιότητα του εντύπου. Μαζί τους μία σειρά νέων, οι οποίοι δημοσιεύουν στο περιοδικό - από αυτούς, σύμφωνα με τον Πίνακα, παρέλαβαν αντίτυπο της εκδόσεως οι παρακάτω: Μ. Μαρωνίτης, Γιάννης Μέλφος, Στ. Θεοφανίδης, Κ. Τσόχας, Λ. Βαζάκας, Ελ. Καλλιγέρης, Γ. Παπαράλλης, Τ. Παυλίδης, Γιάννης Μπαμπατζάνης και Γ. Σερεμέτης5 [Δημ. Σερεμέτης].

6. Καθηγητές Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: [Δ.Ν. Μαρωνίτης6], Ι.Θ. Κακριδής, Στ. Καψωμένος, Λ. Πολίτης, Εμ. Κριαράς, Ν. Ανδριώτης, Αγ. Τσοπανάκης, Κ. Μητσάκης, Β. Άτσαλος, Β. Λαούρδας, Κ. Δεσποτόπουλος, Αντ. Μυστακίδης [ποιητής – φιλόλογος – μεταφραστής], Χρ. Φράγκος.

7. Ζωγράφοι: Γ. Παραλής, Ν. Σαχίνης, Χρ. Λεφάκης, Γιάννης Σβορώνος, Γ. Τσαρούχης, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Σούλα Πιτέρη, Γιάννης Μιχαηλίδης, Μαρίνος Παπάζογλου [και διακοσμητής],  Στ. Κατσαμπής [και μεταφραστής], Κ. Ρουτσώνης7.

8. Ηθοποιοί-σκηνοθέτες: Κ. Ματσακάς, Γ. Μοσχίδης, Θάνος Αρώνης, Μ. Λυγίζος [και ποιητής κ.ά.], Λουκάς Σκιπητάρης, Γ. Μετσιόλης [και συγγραφέας], Μπ. Γιωτόπουλος.

9. Συμφοιτήτριες, συνάδελφοι ή φίλες του Ντ. Χρ.: Γ. Ρεπάνης (Νατάσα8), Θωμαΐτσα, Ναυσικά [Ν. Κατάκη, συνάδελφός του ποιητή στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, μετέπειτα Ν. Πετροπούλου – σύζυγος του Ηλία Πετρόπουλου], Αύρα (φίλη της Καίτης), Αμαλία, Ζωζώ (Σταυράκβεη), Λίτσα [την αναφέρει ως «Λίτσα μας»], Ζούζη Οικονομοπούλου [φιλόλογος, καθηγήτρια στη Βαλαγιάννη], Καίτη Κουπατσάρη [καθηγήτρια], Ρίτσα Γεωργούλα [φιλόλογος], Στέλλα Μαραγκουδάκη [φιλόλογος], Αθηνά Βαφειάδου [συνάδελφός του, υπάλληλος της Δημοτικής βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης].

10. Φίλοι: α) της περιόδου της στρατιωτικής του θητείας. Ο Χριστιανόπουλος παρουσιάστηκε στο ΚΕΝ Κορίνθου στις 15 Ιανουαρίου 1955 και απολύθηκε από το στρατό στις 6 Σεπτεμβρίου 1956. Μνήμες από την θητεία του αυτή αφηγήθηκε ο ίδιος στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ3, στον 9,58, και από τη σειρά των σχετικών με το θέμα εκπομπών προέκυψε το βιβλίο του «Εγώ, φαντάρος στο χακί …». Οι φίλοι του στο στρατό είναι είτε οι θεσσαλονικείς συμφοιτητές του που συναντήθηκαν αυτή τη φορά στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων της Κορίνθου είτε πτυχιούχοι από την Αθήνα, οι  νέες γνωριμίες – νέοι φίλοι που οι σχέσεις μεταξύ τους δημιουργήθηκαν μετά την κατάταξή τους στο στρατό. Από την πρώτη κατηγορία είναι ο Χρίστος Γερνάς9 (της νομικής) ενώ από τη δεύτερη ο Άλκης Καράμπελας10 «που εξελίχθηκε σε έναν από τους καλύτερους φίλους» του, όπως σημειώνει για αυτόν ο Χριστιανόπουλος. Φίλοι του στρατού ήταν ακόμα ο Θανάσης Πέτσας11,  ο δόκιμος (αξιωματικός) Βασίλης Ζωίδης12, «φίλος και συμμαθητής» του «από το γυμνάσιο», ο Σταύρος Παπακυριακού13 και ο ποιητής Τάκης Γιαννόπουλος.

Φίλοι: β) από τον πολιτικό βίο. Ο δημοσιογράφος Π. Τόσκας,  ο Παναγιώτης Παπαφράγκος από τις Σέρρες, «ένας άλλος φίλος, και μάλιστα από τους σταθερότερους…Μαζί στη φιλοσοφική, μαζί και στα κατηχητικά…». Επί πλέον ένας φίλος του, ο Γ. Ακκάς, αναφέρεται στο κείμενο του Χρ. για τα 75 χρόνια του Πειραματικού. Εκεί γράφει: «Καμμιά φορά του πήγαινα [του Ξηροτύρη] και κανέναν παλιό μαθητή του και φίλο μου (κυρίως τον Γιώργο Ακκά)». Ακόμη δύο φίλοι του ο Μίμης. Μεϊμάρογλου [συμμαθητής του, λογιστής στην βιομηχανία Ήλιος του Σταύρου Κωνσταντινίδη, Συλλέκτης και δωρητής του Μακεδονικού Μουσείου σύγχρονης τέχνης] καθώς και ο Κ. Καζάζης [βιομήχανος, φίλος του  ποιητή Νίκου Καββαδία, αδελφός του Φιλώτα Καζάζη]. Τα ονόματα όλων αυτών των φίλων του περιλαμβάνονται ανάμεσα σε εκείνα των αποδεκτών του Καταλόγου.

11. περιοδικά – ιδρύματα: [περιοδικό] Επιθεώρηση Τέχνης, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών [2], [περιοδικό] «Εικόνες», Δημ. Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης [2]

12. Τέσσαρες ιδιαίτερες περιπτώσεις: [Μάριος Βαϊάνος * Κ. Μέγας * Κίμων Οικονόμου * Börgen Knös]. «Βαΐάνος» και «Βαϊάνος [5 λευκά]», σημειώνει ο Ντ. Χρ. στον Πίνακα. Ο καλός Μάριος Βαϊάνος υπήρξε φίλος του Ντίνου Χριστιανόπουλου και μαζί με τον Κίμωνα Φράιερ ήταν οι δύο άνδρες που ξεχώριζε ο ποιητής από τους άλλους Αθηναίους φίλους του. Στον Βαϊάνο αποστέλλει ένα κανονικό αντίτυπο της εκδόσεως και 5 «λευκά», αντίτυπα δηλαδή χωρίς το περικάλυμμα [του Τσίζεκ] του οποίου η εκτύπωση κόστιζε ακριβά για τις πάντοτε περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες του Χριστιανόπουλου.     

Ο Χριστιανόπουλος δωρίζει ένα αντίτυπο στον θείο του, τον Κώστα Μέγα. Η σχέση ανεψιού και θείου υπήρξε δύσκολη και για τους δύο άνδρες, ήταν όμως σημαντική, κυρίως, για τον Χριστιανόπουλο. Ο θείος του ήταν διευθυντής του Ξενοδοχείου Κοσμοπολίτ, σοβαρός και συντηρητικός στις απόψεις του πολίτης. Ο Κ. Μέγας εξασφάλισε τα έξοδα σπουδών του ανεψιού και παρέμεινε χορηγός, όταν υπήρχε χρεία, στην οικογένεια του Χριστιανόπουλου.

Στο Κατάλογο με τις δημοσιεύσεις του ο Χριστιανόπουλος σημειώνει για μία από αυτές: «Πρώτες νύξεις (πεζό). Περ. [περιοδικό] “Διαγώνιος”, Θεσ., Καλοκαίρι 1952, σ.9-12. Πολυγραφημένο. Πρωτοβουλία για την έκδοση: Κίμων Οικονόμου». Είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται το όνομα «Διαγώνιος» στις εκδόσεις και τότε συνδέεται με τον Κίμωνα Οικονόμου. Αργότερα, το 1983, ο Χριστιανόπουλος  θα δημοσιεύσει στη δική του «Διαγώνιο» ένα εξ ολοκλήρου θετικό κείμενο για τον Κ. Οικονόμου  σημειώνοντας εκεί14: «Με τον Κίμωνα είχαμε γνωριστεί στο πανεπιστήμιο, όπου εκείνος σπούδαζε νομικά κι εγώ φιλολογία…το 1951 έβγαζε το πολυγραφημένο περιοδικό “Φοιτητικά Νέα” όπου μετείχα κι εγώ στη συντακτική επιτροπή. Το 1952 βγάλαμε μαζί ένα πολυγραφημένο τεύχος με τον προδρομικό τίτλο “Διαγώνιος” (εγώ νουνός!), σε μια προσπάθεια να συγκεντρωθούμε όσοι φοιτητές γράφαμε λογοτεχνία…».

Börgen Knös, Σουηδός συγγραφέας και μεταφραστής – σύστησε την νεοελληνική λογοτεχνία στη Σουηδία. Μετέφρασε Θεοτοκά, Καβάφη, Σεφέρη, Καζαντζάκη. Συνέγραψε μονογραφία για τον Ιανό Λάσκαρι 15.

13. Ορισμένοι ακόμη παραλήπτες για τους οποίους ευρέθησαν κάποια βιογραφικά στοιχεία: Αχ. Μαμάκης, δημοσιογράφος [επί των καλλιτεχνικών], Παν. Μποκοβός [απόφοιτος Πειραματικού 1953, πολιτικός, έγραψε ποίηση- διηγήματα – μυθιστόρημα, επιστημονικά βιβλία16]. Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης υπογράφει, σε τρεις συνέχειες, στην εφ. «Νέα Αλήθεια» τη διάλεξη που έγινε το 1951 στη Γενεύη με τίτλο «Η πνευματική προσφορά της Θεσσαλονίκης».  Ο Ντ. Χρ. σημειώνει γι αυτήν, στην αντίστοιχη εγγραφή του Καταλόγου του: «Το υλικό [της διαλέξεως] βασίστηκε σε μένα, αλλά πολλά κομμάτια δημοσιεύτηκαν αυτολεξεί. Το τμήμα που με αφορά γράφτηκε από τον Γιάννη Κωνσταντινίδη.». Κ. [Κρίτων] Χριστιανόπουλος, Νευρολόγος – Ψυχίατρος, Παιδοψυχίατρος. Α. Μοθωνιός, πιθανόν ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μοθωνιός διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του  Γεωργίου Παπανδρέου, [είχε εκδώσει την ποιητική συλλογή «Στίλβη» με εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη]. Ακόμη, Τώνης Κωνσταντινίδης, Anatolia – απόφοιτος του 1956.   

14. Τέλος, ο Ντ. Χριστιανόπουλος έστειλε την έκδοση και σε άλλους γνωστούς του για τους οποίους δεν κατέστη δυνατόν να βρεθούν βιογραφικές πληροφορίες  - αυτοί είναι οι: κουρέας Σωτήρης Σωτηρόπουλος, Θωμάκος, Σωτ. Μεσσήνης, Μαριάνθη Δαρδακούλη, Θ. Σαρίσκουλη,  Γ. Βαγιάτης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Θωμάς Κωνσταντινίδης, Ν. Παπαδόπουλος, Κ. Γερασίμου, Β. Βαρδακώστα, Χρ. Παπαγεωργίου,  Μαργαρίτα Κωνσταντινίδου, Ιωσήφ,  Δέσποινα Τυροποιού, Θ. Αρταβάνης, Στ. Καφαντάρης, Ασπασία Διβιδή, Παν. Αθανασιάδης, Τάκης Πατσαβούδης, Παν. Κατσαρέας, Β. Κούλης, Τάσος Γιανναράς, Δημ. Σταθόπουλος, Σπ. Αθανασίου, Ι. Γουδέλης, Θ. Σταματιάδης, Κ. Δήμας, Γ. Καραμήτσος, Αναπλιώτης, Γ. Στυλιανός, Π. Νόνας, Γ. Πανάρετος, Βαγιανός, Ν. Βεκρής, Στέφος Παπαδόπουλος, Π. Παπαναούμ, Δημήτρης Καζαντζής, Κ. Χουρμούζης, Αγγελικούλα Νικολάου, Γιάν. Σακελλαρίδης, Σ. Σαραντίδης, Γιάννης Αναστασιάδης, Μάρκος Συριανός, Σωτ. Κατσαρός, Άρης Αγιαννίδης.

Πιθανόν ο Ι. Γουδέλης να είναι ο γνωστός εκδότης και συγγραφέας Γιάννης Γουδέλης [1919-1999].

Εδώ πρέπει να ευχαριστήσω τον ποιητή Κώστα Πλαστήρα, ο οποίος μου γνωστοποίησε  ορισμένα ονόματα, αγνώστων σε μένα, παραληπτών του Πίνακα.

 

 

 

Σχόλιο.

 

Στους «θεσσαλονικείς» συμπεριέλαβα, εκτός εκείνων που γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και όλους όσοι έζησαν σε αυτή και το έργο τους συνδέθηκε στενά με τη πόλη, π.χ, Βαφόπουλος (γεννήθηκε στη Γευγελή), Τσίζεκ (γεννήθηκε στη Μπρέσια της  Ιταλίας).  Αυτή την περίοδο ο Χριστιανόπουλος είχε στενή σχέση με τον Γ. Ιωάννου, τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, τον Φαίδωνα Πολίτη και καλή με τη Λούλα και τον Μανόλη Αναγνωστάκη καθώς και με τη Ζωή Καρέλλη και τον Ν.Γ. Πεντζίκη. Στενή σχέση είχε και με τον Μαρωνίτη το όνομα του οποίου προτίμησα να συμπεριλάβω (με τον τύπο Δ.Ν. Μαρωνίτης)   και στα ονόματα των καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  γιατί με την ιδιότητα του καθηγητή – καλύτερα του πανεπιστημιακού δασκάλου - μένει στην ιστορία της ελληνικής παιδείας και λογοτεχνίας.

Καθώς βρισκόμαστε στις αρχές του 1957, χρονικά πολύ κοντά στη διετή στρατιωτική θητεία και στην εκδοτική πορεία, προηγουμένως, του «Πυρσού» αλλά και στα έτη των πανεπιστημιακών σπουδών του Χριστιανόπουλου είναι φυσικό αρκετοί από τους φίλους του να προέρχονται από αυτούς τους τρεις χώρους. Ακόμη υπάρχουν ευάριθμοι γνωστοί ή φίλοι και από τον χώρο της εργασίας του, καθώς από τον Φεβρουάριο του 1957 ανέλαβε υπηρεσία βιβλιοθηκαρίου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν βεβαίως λογοτέχνες από την Θεσσαλονίκη και από την υπόλοιπη Ελλάδα (κυρίως από την Αθήνα) με τους οποίους είχε προσωπική σχέση αλλά και λογοτέχνες ή άνθρωποι των γραμμάτων στους οποίους ήθελε να γνωστοποιήσει τη δουλειά του, την πορεία του στη ποίηση, χωρίς να έχει προσωπική σχέση μαζί τους.  

Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Χριστιανόπουλος, από τα «Ποιήματα 1950-1955» αρχίζει η συνεργασία του  με τους Κ. Τσίζεκ και Ν. Νικολαΐδη, η οποία θα καλύψει όλη τη μετέπειτα ποικίλη δραστηριότητά του: εκδόσεις Διαγωνίου, εκδόσεις πινακοθήκης «μικρής Διαγωνίου» αλλά και εκδόσεις πλήθους εντύπων (διαφόρων συγγραφέων), την διόρθωση των οποίων αναλάμβανε ο Χριστιανόπουλος, την εκτύπωση ο Νικολαΐδης και την επιμέλεια ο Τσίζεκ – ενίοτε και ο ίδιος ο Χριστιανόπουλος. Η συνεργασία του Χριστιανόπουλου με τον Τσίζεκ ήταν επί ίσοις όροις: επιμέλεια και εξώφυλλο του Τσίζεκ βάρυνε σημαντικά στο τελικό αποτέλεσμα και το γεγονός αυτό μετρούσε πάντα στην εκτίμηση του Χριστιανόπουλου και καθόριζε το είδος της μεταξύ των σχέσεως. Τα 6 αντίτυπα της εκδόσεως που διαθέτει στον Τσίζεκ για να τα δωρίσει εκείνος με τη σειρά του στους δικούς του φίλους, αποτελούν ταυτοχρόνως και  αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας του έργου του σπουδαίου συνεργάτη του. Το ίδιο ισότιμη ήταν και  η πολύχρονη σχέση και συνεργασία του Ντ. Χρ. με τον τυπογράφο Νίκο Νικολαΐδη, τον τρίτο ισχυρό πόλο στο χώρο των κοινών εκδόσεων Χριστιανόπουλου – Τσίζεκ - Νικολαΐδη.  

Το 1957 ό Χριστιανόπουλος είναι 26 ετών και έχει δημοσιεύσει την Εποχή των ισχνών αγελάδων, στις δύο εκδόσεις της, καθώς και τα Ξένα γόνατα. Εν τούτοις, ο τρόπος με τον οποίον αναμετρά, λογοτεχνικά, τον εαυτό του, τον οδηγεί ώστε να στέλνει αντίτυπο της συλλογής του είτε σε εκείνους  που ήδη ευρίσκονται στη πρώτη σειρά των λογοτεχνών [Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος] είτε σε αυτούς που τα επόμενα χρόνια με το έργο τους θα στοιχηθούν δίπλα ή κοντά με τους πρώτους. Και σε αυτή τη κατηγορία ανήκουν αρκετοί από τους παραλήπτες της συλλογής του.   

Τα αντίτυπα, τα οποία απέστειλε ως δώρο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ήταν συνολικά 234. Τις δύο πρώτες εκατοντάδες μέτρησε και σημείωσε ο ίδιος στον Πίνακα των ονομάτων που κατέγραψε. Ο Πίνακας πρέπει να σχηματίστηκε από επί μέρους σημειώσεις που είχε κρατήσει ο ποιητής κατά το διάστημα που απέστειλε, σταδιακά υποθέτω, τα αντίτυπα στους παραλήπτες.    

Τα στοιχεία για τους παραλήπτες  αναφέρονται είτε στην εποχή του Πίνακα είτε σε μεταγενέστερη, αναλόγως με τη δυνατότητα που υπήρξε να εντοπισθούν αυτά. Έτσι, βρέθηκε μία γραμμή για τον Τώνη Κωνσταντινίδη: «Anatolia – απόφοιτος του 1956», η οποία παραπέμπει χρονικά περίπου στην έκδοση και παραλλήλως ταιριάζει ώστε να είναι αυτός ο αναφερόμενος στον Πίνακα.   Για τον Χρ. Φράγκο σημειώθηκε: ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και αναφέρεται, φυσικά, το πέρας της διαδρομής του στον εκπαιδευτικό χώρο. Όταν παρέλαβε την έκδοση ήταν νέος κλασσικός φιλόλογος και κατά πάσα πιθανότητα υπηρετούσε, ως καθηγητής, στη μέση εκπαίδευση.

 

 



Εικόνα 2: Το δεύτερο φύλλο του Πίνακα – με την ένδειξη «β» στην επάνω δεξιά γωνία..

 

      Σημειώσεις:

 

  1. Ο φιλόλογος Γεώργιος Μιχαλόπουλος  υπηρέτησε στο Πειραματικό κατά τα διαστήματα 1937-1945 και 1950-51.
  2. Ο φιλόλογος Κ. Μπότσογλου εργάστηκε στο Πειραματικό κατά το διάστημα 1935-1957
  3. Ο Λ. Παραράς εργάστηκε επί 28 έτη ως καθηγητής και εν συνεχεία γυμνασιάρχης στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης.
  4.  βλ. Σπυρόπουλος, Ηλίας, Από τα χρόνια και τα χαρτιά του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Με 23 ανέκδοτες επιστολές του, [Αθήνα], «οδός Πανός», 2017.
  5.  Ο Ντ. Χρ. σημειώνει, κατά λάθος, το όνομα του  Γ. Σερεμέτη, (νομικού και δημάρχου της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της Κατοχής), αντί, προφανώς, του ονόματος του Δ. Σερεμέτη, γιου του προηγουμένου, αποφοίτου του Πειραματικού και προέδρου του Συλλόγου Αποφοίτων. Ο Δημήτριος Σερεμέτης υπήρξε αντιπρόεδρος του Συλλόγου κατά τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας του, 1951 και 1951-1952 και εν συνεχεία πρόεδρος κατά τα επόμενα δύο έτη, 1952-1953 και 1953-1954.

6.     Σημείωσα σε δύο θέσεις το όνομα του Μαρωνίτη: σε αυτήν του αποφοίτου  του Πειραματικού (και συνεργάτη του «Πυρσού») με τον τύπο Μ. Μαρωνίτης και με τον τύπο Δ.Ν. Μαρωνίτης στη σειρά των καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

7.     Από το βιβλίο «Οι απόφοιτοι του Π.Σ.Π.Θ. και η ιστορία του Συλλόγου τους, Θεσσαλονίκη, 1968», φαίνεται ότι ο  Κορνήλιος  Ρουτσώνης, [Κ. Ρουτσώνης], υπήρξε απόφοιτος του 1943 και συμμετείχε στην δεύτερη  έκθεση ζωγραφικής του Συλλόγου των Αποφοίτων.

8.     Πιθανόν ο Χριστιανόπουλος στέλνει αντίτυπο με τον συνάδελφό του στη δημοτική βιβλιοθήκη Γιάννη Ρεπάνη στη Νατάσα Κασιμάτη – σε αυτήν αναφέρεται σχετικώς στο «Θεσσαλονίκην, ου μ’ εθέσπισεν…» όταν σημειώνει στη σελίδα 193: «Το 1950-1951 έκανα παρέα με τη Λούλα Αναγνωστάκη και την ξαδέρφη της, Νατάσα Κασιμάτη».

9.     Στο Χριστιανόπουλος, Ντίνος, Εγώ, φαντάρος στο χακί…Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία, Αθήνα, «9,58 FM-Εκδόσεις Μπιλιέτο», στη σ.20: «Από τους Θεσσαλονικείς συμφοιτητές έκανα παρέα με … τον Χρίστο Γερνά …(της νομικής)».

10. ό.π. «Από τους νέους φίλους, πτυχιούχους από την Αθήνα, έκανα παρέα με τον Άλκη Καράμπελα (που εξελίχθηκε σε έναν από τους καλύτερους φίλους μου)…»

11. Στο ίδιο και στη λεζάντα της φωτογραφία στη σ.116 σημειώνεται: «Εδώ είμαστε μπροστά στο εκκλησάκι του Σωτήρος στην Καμάρα. Ο Ν. Χ. πρώτος δεξιά και δίπλα του ο, Θανάσης Πέτσας, Θεσσαλονίκη, καλοκαίρι 1956»

  1. Στο ίδιο, στη σ.37: «Ένα άλλο απόγευμα με επισκέφτηκε ο φίλος μου και συμμαθητής μου από το γυμνάσιο, που ήταν ήδη δόκιμος, ο Βασίλης Ζωΐδης.». 
  2. Στο ίδιο, στη λεζάντα της φωτογραφία στη σ.84 σημειώνεται: «Στο υπασπιστήριο του 602 Τ.Π. …Αριστερά, καθιστός ο Ν.Χ. Δεύτερος όρθιος από δεξιά ο Σταύρος Παπακυριακού. Φθινόπωρο 1955.». 

14. Βλ. Χριστιανόπουλος, Ντίνος, Μορφές.  Κίμων Οικονόμου, Διαγώνιος, τεύχος 15, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1983, σ.436-437.

15. Börgen Knös , Un ambassadeur de l’hellénisme – Janus Lascaris – et la tradition gréco-byzantine dans l’humanisme français, Uppsala/Paris 1945.

16. Το βιβλίο του «Οι άλλες μέρες. Μυθιστόρημα», κυκλοφόρησε σε β’ έκδοση στη Θεσσαλονίκη το1977.

 


 


Εικόνα 3. Ποιήματα 1950-1955, Θεσσαλονίκη, 1957, σ.56 – το περικάλυμμα για την έκδοση είναι του Κάρολου Τσίζεκ.