Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014



[Θεσσαλονίκη, Εβραίοι 9 * Thessaloniki, Jews 9 ]: parva iudaica thessalonicensia IX


Η Μαρία Βουδούρογλου και ο γιος της Αντώνης κατά την διάρκεια της Κατοχής, έκρυψαν στο σπίτι τους στην Θεσσαλονίκη, εφρόντισαν και διέσωσαν την οικογένεια του Μάρκο και της Ίντα Ασσαέλ, τους γονείς και τα 3 παιδιά τους [Ιωσήφ, Ραχήλ και Σάρα]:  συνολικά 5 άτομα *
Maria Voudouroglou and her son Anthony during the German occupation, hid in their house in Thessaloniki, took care and rescued the family of Marko and Ida Assael, the parents and their three children [Joseph, Rachel and Sarah]: a total of 5 persons.





            Τιμή και Μνήμη Μαρίας Βουδούρογλου και του γιου της Αντώνη





  Κείμενο: Ανδρέα Ασσαέλ, εγγονού, υιού και  ανεψιού  των διασωθέντων                                                                          


Η οικογένεια του πατέρα μου είχε την τιμή...να γνωρίσει προσωπικά τον Αλόις Μπρούνερ. Συγκεκριμένα ο λοχαγός των SS Αλόις Μπρούνερ έμαθε ότι η οικογένεια μας είχε εξαφανιστεί τέλη Απριλίου  από το γκέτο και έστειλε να συλλάβουν τον πατέρα μου στη δουλειά του.
Ο πατέρας μου ήτανε χημικός και δούλευε στο εργοστάσιο του Ξενάκη (περιοχή ΦΙΞ), στη παραγωγή λαδιού - το εργοστάσιο αυτό το είχανε επιτάξει οι Γερμανοί. Εκεί, μια μέρα, έγινε ένα λάθος και οι Γερμανοί αξιωματικοί του Εφοδιασμού, υπέγραψαν ότι πήραν περισσότερο λάδι από ότι πράγματι πήραν. Ο πατέρας μου, τίμιος μια ζωή, δεν συμφώνησε να το πουλήσουν στη μαύρη αγορά και ειδοποίησε τους αξιωματικούς Μίνζινγκερ [Minsinger] και Κούκουκ [Kuckuk], οι οποίοι  ήρθαν και πήραν αυτό που είχαν ξεχάσει. Αυτοί όμως ήτανε έντιμοι και, καθώς  το λάθος τους αυτό ίσως να τους είχε στείλει  στο ανατολικό μέτωπο, δεν ξέχασαν εκείνη τη συμπεριφορά του πατέρα μου.
Όταν έγινε η Πλατεία Ελευθερίας στις 11.7.42 ο πατέρας μου ξυλοκοπήθηκε από τον προδότη Λάσκαρη Παπαναούμ, τον πήγε με τις κλοτσιές να εγγραφεί πρώτος στα καταναγκαστικά έργα και να τον ξεκάνουνε πρώτο. Όταν τον είδαν την άλλη μέρα στο εργοστάσιο οι δύο Γερμανοί με πρησμένα τα μάτια και μάθανε τον λόγο, του είπανε ότι δεν θα επιτρέψουνε να συμβεί αυτό και τον στείλανε στο Μέγαρο Κονιόρδου για να πάρει το μοναδικό, μάλλον, χαρτί που δόθηκε σε Εβραίο στη Θεσσαλονίκη, ότι δηλαδή εξαιρείται από τις κυρώσεις κατά των Εβραίων και από τα κάτεργα, διότι είναι Βιρτσαφτσβιχτιγ [wirtschaftswichtig] δηλ. απαραίτητος για την οικονομία. Το έγγραφο αυτό ήταν ένα  χαρτί υπογεγραμμένο από τον Μέρτεν!
Με συνοδεία Εβραίων πολιτοφυλάκων φέρνουν τον πατέρα μου μπροστά στον Μπρούνερ. Εκείνος μόλις τον βλέπει του τραβάει μια γροθιά με  ένα βαρύ δαχτυλίδι που φορούσε και φωνάζει. «Πως τολμάς Εβραίε να παρουσιάζεσαι μπροστά μου χωρίς αστέρι;».  Οι πολιτοφύλακες τον πάνε στη Κοινότητα, του φορούν αστέρι και ξανά πίσω στον Μπρούνερ. «Πού πήγαν οι δικοί σου;» ουρλιάζει ο Μπρούνερ και τα χαστούκια και οι μπουνιές στον πατέρα μου, πέφτουνε βροχή. Ο καημένος ο πατέρας μου ήξερε ότι ο Μανώλης Κονιόρδος τους είχε πάει κάπου, άλλα δεν ήξερε που και τότε του έρχεται η ιδέα να… ΑΠΕΙΛΗΣΕΙ τον Μπρούνερ. Σηκώνεται από τη καρέκλα, βγάζει το χαρτί του Μέρτεν και του λέει σε άψογα γερμανικά. «Εσείς με χτυπάτε εδώ, αλλά εγώ είμαι υπεύθυνος για την παράγωγη 50 τόνων λαδιού που τώρα  θα χαλάσει, εάν δεν με πιστεύετε τηλεφωνήστε στους Γερμανούς Μίνζινγκερ και Κούκουκ».  Ο Μπρούνερ τηλεφωνεί. Οι δυο έντιμοι Γερμανοί εξηγούν στο τέρας ότι ο πατέρας μου είναι τίμιος και απολύτως απαραίτητος στο εργοστάσιο. Ο Μπρούνερ γυρνάει στο πατέρα μου και του λέει. «Δεν ξέρω πως το πήρες αυτό το χαρτί Εβραίε, θα πας τώρα στο εργοστάσιο να δουλέψεις και αύριο το πρωί θα έρθεις εδώ με τους δικούς σου και θα σας δώσω ένα χαρτί να παραμείνετε στη Θεσσαλονίκη. Έχεις το λόγο μου, τον λόγο ενός Γερμανού αξιωματικού.». Ο πατέρας μου έφυγε τροχάδην, πήγε στο εργοστάσιο  και από εκεί τηλεφώνησε στον Μανώλη Κονιόρδο και τον ενημέρωσε. Το βράδυ συναντήθηκαν οι τρεις τους: ο πατέρας μου, ο Μανώλης και ο παππούς μου. Ο πατέρας μου και ο παππούς μου πίστευαν ότι το χαρτί του Μέρτεν ήτανε δυνατό και η παρουσία στο εργοστάσιο απαραίτητη και δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία που πρόσφερε ο Μπρούνερ. Ο Μανώλης έγινε έξω φρενών. «Αυτοί δεν έχουνε λόγο» φώναζε «είναι δολοφόνοι, εάν πάτε εκεί δεν θα ξαναβγείτε. Πιστέψτε με, ξέρω τι λέω.». Όμως ο πατέρας μου και ο παππούς μου αποφασίζουν να πάνε στον Μπρούνερ, με την ελπίδα ότι θα τους δώσει το χαρτί που υποσχέθηκε.
1 Μαΐου 1943: η μεγαλύτερη βλακεία της οικογένειας Ασσαέλ. Πρωτομαγιά και οι 5 Ασσαέλ βαδίζουν με το αστέρι προς την οδό Βελισσαρίου. Ο πατέρας μου ζήλευε τους νέους που με τα σακίδια πήγαιναν εκδρομή, στο παρελθόν πάντα πήγαινε και αυτός, φτάνουν στην σιδερένια πόρτα και χτυπάνε, μια αγριοφωνάρα λέει: «Heute ist der 1 Mai und das Geschaeft hat zu. -Σήμερα είναι Πρωτομαγιά και το μαγαζί είναι κλειστό. - Μα έχουμε ραντεβού με τον κύριο Μπρούνερ.». Η πόρτα ανοίγει διάπλατα, ο σκοπός βγαίνει με χαμόγελο και λέει. «Α! Οι Ασσαέλ, κάποιος θα καταχαρεί που θα σας δει, όλοι στον τοίχο και μην κουνηθεί κανείς.». Δυο ώρες περιμένανε εκεί...ξαφνικά ανοίγει η πόρτα, βγαίνει ένας έξαλλος Μπρούνερ με ένα μαστίγιο και αρχίζει να χτυπάει τον παππού μου στο πρόσωπο,  φωνάζοντας. «Εβραίε νόμιζες ότι είσαι έξυπνος ε..». Ξαφνικά κατάλαβαν όλοι ποια ήταν η αξία του λόγου ενός Γερμανού αξιωματικού. Ο παππούς μου πεσμένος στο πάτωμα με ματωμένο πρόσωπο και ο πατέρας μου σκεπτόμενος τι βλακεία είχε κάνει. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο, ήτανε 10 η ώρα και όπως είχε συμφωνηθεί οι έντιμοι Γερμανοί Μινζινγκερ και Κουκουκ τηλεφώνησαν για να πουν ότι υπάρχει πρόβλημα στη παραγωγή του εργοστασίου. Ο Μπρούνερ γυρνά στον πατέρα μου και λέει: «Εσύ στο εργοστάσιο...οι άλλοι εδώ». «Δεν πάω πουθενά, μαζί ήρθαμε και μαζί θα φύγουμε και αύριο θα ξαναέρθουμε για να μας δώσετε το χαρτί που μας υποσχεθήκατε». Ο Μπρούνερ εντυπωσιάστηκε από το θάρρος του πατέρα μου και τα άψογα γερμανικά του, το ξανασκέφτηκε και λέει: «Δρόμο όλοι και αύριο στις 8 εδώ, θα σας έχω έτοιμα τα χαρτιά.».
Στα τέσσερα φύγανε όλοι τους από την οδό Βελισσαρίου και ο πατέρας μου τηλεφώνησε από το εργοστάσιο στο Μανώλη Κονιόρδο, που του έλεγε ξανά και ξανά,,  «δεν στα έλεγα...ο Θεός σας φύλαξε και βγήκατε από εκεί μέσα». Το βράδυ 5 φιγούρες, φορώντας τετραπλά ρούχα πηγαίνουν στο σημείο που είχαν συμφωνήσει με τον Μανώλη. Αυτός τους οδηγεί σε ένα σπίτι στη περιοχή της σημερινής Νομαρχίας και χτυπάει την πόρτα. Μια άγνωστη μαυροφορεμένη γυναίκα, η Μαρία Βουδούρογλου, τους ανοίγει με χαμόγελο την πόρτα και τους καλωσορίζει. Στο σπίτι έμενε με τον γιο της τον Αντώνη, έναν άντρα γύρω στα 30,  που ήτανε κουρέας, Η Μαρία ήτανε πρόσφυγας από την Μικρά Ασία και νέα είχε χάσει τον άντρα της, τον είχαν σκοτώσει μπροστά της  οι Τούρκοι. Δούλευε οικονόμος στη βρετανική Πρεσβεία στο Μέγαρο Κονιόρδου και από εκεί την ήξερε ο Μανώλης.
Με τα λεφτά που έπαιρνε η Μαρία από την αγγλική Πρεσβεία είχε κάνει οικονομίες και αγόρασε το σπίτι αυτό, το οποίο είχε κτίσει ένας παπάς. Το ισόγειο το νοίκιαζε στη κυρία Αντιγόνη και τα δυο μεγάλα αγόρια της. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί συνέλαβαν  την Μαρία και την ανέκριναν πολλές ώρες για να πάρουν πληροφορίες για την αγγλική Πρεσβεία. Η κυρία Μαρία υπέστη βασανιστήρια από τους ναζί, την χτυπήσανε με μπουνιές στο πρόσωπο και της σπάσανε  την μύτη, η οποία είχε μείνει στραβή. Έτσι δημιουργήθηκε μέσα της ένα μεγάλο μίσος για τους ναζί και με χαρά άνοιγε το σπίτι της για να φιλοξενήσει αποκομμένους Άγγλους στρατιωτικούς, φυσικά  με κίνδυνο της ζωής της. Ο Μανώλης παρόλο που ήτανε γόνος μεγάλης αστικής οικογένειας, παρά την υψηλή κοινωνική του θέση δεν ησύχασε, κάθε άλλο: στο σπίτι του, στα Κονιορδέικα, έκρυβε στο πλυσταριό μέχρι και 5 Άγγλους και μάλιστα όλα αυτά κρυφά από τους υπόλοιπους Κονιόρδους. «Μια εβδομάδα κρύψε τους Μαρία και θα έρθω να τους πάω αλλού, είπε ο Μανώλης στη Μαρία». Η Μαρία συμπάθησε αμέσως τον παππού μου τον Μάρκο, ο οποίος ήτανε ένας ψηλός άνδρας με πολύ χιούμορ -  ένα καλό πειραχτήρι και πάντα έφερνε κέφι η παρουσία του. Ο παππούς μου προέβλεψε την καταστροφή 6 μήνες πιο πριν και είχε την πρόνοια να πουλήσει  το εμπόρευμα του. Έτσι έκανε 150 χρυσές λίρες- με μία χρυσή λίρα μπορούσανε να ζήσουνε και οι 7 μαζί μια ολόκληρη εβδομάδα, τρώγοντας φυσικά φασόλια, φακές και τα παρόμοια. Ξέρανε ότι με τις 150 λίρες θα την βγάζανε 2 με 2,5 χρόνια κρυμμένοι. Η Μαρία συμπάθησε όλη την οικογένεια γρήγορα και ο γιος της ο Αντώνης το ίδιο, έτσι όταν πλησίασε η ημέρα για να φύγουνε και ήρθε ο Μανώλης να τους πάρει, η Μαρία είπε ότι αποφάσισε να μοιραστεί την τύχη της με αυτή της οικογένειας Ασσαέλ.
Η Μαρία όπως είπα,  είχε ένα γιο τον Αντώνη που ζούσε μαζί της και τον φώναζε Αντωνάκη, παρόλο που ήτανε γύρω στα 30 και μια κόρη την Μαίρη, η οποία ήτανε παντρεμένη και είχε ένα αγοράκι, μωρό. Ο Αντώνης, ένας ήσυχος αξιοπρεπέστατος νέος άνδρας, ήτανε κουρέας και είχε μόνο ένα κουσούρι: έπινε, μέρα παρά μέρα πήγαινε σε ένα καφενείο που ακόμα υπάρχει, είναι το καφενείο πάνω στην Όλγας μόλις περάσεις το Ντεπό πριν την Νομαρχία αριστερά - πρόσφατα έπεσε η σκεπή του, δίπλα σε ένα παλιό σπίτι. Κάθε φορά που πήγαινε ο Αντώνης εκεί, οι δικοί μου τρέμανε μην τυχόν πιει παραπάνω και του ξεφύγει τίποτα. Ευτυχώς όμως ο Αντώνης κράτησε το μυστικό. Η Μαρία δεν ήθελε ούτε η κόρη της η Μαίρη να ξέρει τίποτα: ένα μυστικό δεν είναι μυστικό όταν το ξέρουν και άλλοι, έλεγε. Η Μαρία αποδείχθηκε σοφή, κράτησε όλες τις προφυλάξεις για να μην μάθει κανείς τίποτα. Κάθε δυο μήνες έστελνε τους δικούς μου αλλού και έκανε ένα  ψευτο-πάρτυ με τις κουτσομπόλες της γειτονιάς, ψώνιζε τα τρόφιμα από 3 και 4 μπακάληδες για να μην φανεί ότι αγοράζει για περισσότερους. Έφτιαξε μια κρύπτη μέσα στο σπίτι, στην περίπτωση που θα μπαίνανε κάποιοι, η κρύπτη αυτή ήταν πολύ έξυπνη: σε μια γωνιά του σπιτιού υπήρχε μια αποθήκη, εκεί βάλανε ένα κρεβάτι και από επάνω τοποθέτησαν τα κάρβουνα. Σε περίπτωση κίνδυνου 2 μεγάλοι και 3 μεγάλα παιδιά τρύπωναν από κάτω και έκλειναν την είσοδο της κρυψώνας με ένα κουτί κάρβουνα.
Οι δικοί μου κάνανε συχνά πρόβες για να μειώσουν τον χρόνο που χρειαζόντανε για να μπούνε κάτω από το κρεβάτι με τα κάρβουνα  και η Μαρία γελούσε, βλέποντας τους κάθε φορά μουτζουρωμένους από τα κάρβουνα.

Η πρώτη ήμερα στο σπίτι της Μαρίας πέρασε ήσυχα, την άλλη μέρα βγήκανε οι εφημερίδες με τίτλο: εβραίικη οικογένεια κρύβεται ανάμεσα μας, όποιος την κρύβει θα τουφεκιστεί. Η Μαρία δεν σκοτίστηκε για την απειλή, τόσους και τόσους Άγγλους είχε κρύψει. Είχε μια μόνιμη έννοια, μήπως τα σκυλιά των Γερμανών προδώσουν το σπίτι της. Είχε συμφωνηθεί, όταν έλειπε η Μαρία, οι δικοί μου να μην κουνιούνται, διότι από κάτω η κυρία Αντιγόνη θα καταλάβαινε ότι κάποιοι είναι στο σπίτι. Έτσι ούτε τουαλέτα πήγαιναν, ούτε βρύση ανοίγανε - .καθόντουσαν ακίνητοι και περίμεναν πότε θα γυρίσει η Μαρία, ο φύλακας Άγγελος. Ο καιρός περνούσε και μια μέρα ακούγονται δυνατά χτυπήματα στη πόρτα και γερμανικές φωνές ανακατωμένες με ελληνικές. Έντρομοι οι δικοί μου πήγαν κάτω από το κρεβάτι με τα κάρβουνα και από μια χαραμάδα ο πατέρας μου έβλεπε και άκουγε. Η Μαρία άνοιξε την πόρτα: δυο Γερμανοί και ένας Έλληνας συνεργάτης όρμισαν μέσα. Ήθελαν να επιτάξουν το σπίτι, αλλά ευτυχώς δεν τους έκανε το μπάνιο και έφυγαν.
Η ζωή των 5 κρυμμένων και των δυο προστατών τους μπήκε σε μια ρουτίνα, η γιαγιά μου η Ίντα και τα δυο κορίτσια η Λουλού και η Ζανίν κάνανε τις δουλειές  του σπιτιού, η κυρία Μαρία πήγαινε για ψώνια και είχε γενικά τις εξωτερικές υποχρεώσεις, ο Αντώνης πήγαινε στο κουρείο του, ο παππούς μου ο Μάρκος και ο πατέρας μου ο Φρέντυ βοηθούσανε παντού: κάνανε επιδιορθώσεις, συντηρούσανε το σπίτι κ.λ.π. Τα χρήματα του ο παππούς, τις 150 χρυσές λίρες, τις είχε δώσει στο Μανώλη και αυτός δυο φορές την εβδομάδα ερχότανε και τους έβλεπε και η αγάπη μεταξύ αυτού και της Λουλούς μεγάλωνε με τις μέρες. Η Μαρία ήτανε θρησκευόμενη γυναίκα και το καντήλι της ήτανε πάντα αναμμένο. Μια μέρα συμφώνησαν με τον Μανώλη ότι οι κρυμμένοι θα έπρεπε για λίγες ημέρες να αλλάξουν κρησφύγετο για να καλέσει η Μαρία την γειτονιά στο σπίτι της. Λίγο πριν αρχίσει η απαγόρευση της κυκλοφορίας οι έξι μαζί βαδίζουν προς την Χαριλάου. Εκεί μπροστά σε ένα φτωχικό σπίτι σταματά η Μαρία, ανοίγει η πόρτα και ένας μελαχρινός άνδρας ακολουθούμενος από μια γυναίκα τους καλωσορίζει Είναι ο Ιωσήφ Χαλεπλής με την αδελφή του την Μαρίκα. Μια κρύπτη ανοίγει και μια σκαλίτσα κατεβαίνει στο υπόγειο, ένα πολύ φτωχικό περιβάλλον, που για φρίκη των δικών μου ήτανε γεμάτο ψείρες. Από μια γωνιά ξεπροβάλει ένας άνδρας και τους λέει στα αγγλικά....Γουέλκαμ...είμαι ο Πήτερ και λαχταρώ μια καινούργια συντροφιά. Ήτανε μελαψός και έμοιαζε πιο πολύ  Έλληνας παρά αποκομμένος Άγγλος στρατιώτης. Ο Πήτερ ήτανε καλαμπουρτζής και τρομερά ριψοκίνδυνος. Του άρεσε κάθε βράδυ, πριν την απαγόρευση, να βγαίνει έξω, να ψάχνει Γερμανούς στρατιώτες και να τους τρομάζει. Τους πλησίαζε από πίσω και τους φώναζε δυνατά ...Χάιλ Χίτλερ...Η έκφραση και ο φόβος της γρήγορης ανταπόδοσης του χαιρετισμού από τον Γερμανό του έφτιαχνε το κέφι αφάνταστα. Όταν οι δικοί μου καταλάβανε με τι τρελό τους κλείσανε μαζί, τους έπιασε απελπισία.....
Ο πατέρας μου και ο παππούς μου αποφασίζουν να μιλήσουν στον Ιωσήφ για τις τρέλες του Πήτερ. Ο Ιωσήφ ακούει όλο τον προβληματισμό τους και λέει. «Μην φοβάστε, εάν μας πιάσουν θα μας στήσουν στο τοίχο και, ΜΠΑΜ και κάτω.». Οι δικοί μου άσπρισαν και με μια φωνή του λένε: Μα αυτό δεν θέλουμε Ιωσήφ, το ΜΠΑΜ και κάτω. Ο Πήτερ ενθουσιάστηκε με την καινούργια του παρέα και τώρα ενδιαφερότανε περισσότερο για τη Λουλού παρά για το παιχνίδι του με τους Γερμανούς. Όλοι τους κάνανε εντατικά μαθήματα αγγλικών και ο Πήτερ αποδείχθηκε καλός δάσκαλος. Ένα πρωί ο τολμηρός Ιωσήφ ζητάει από ένα γαλατά να του δώσει το γάλα που χρειάζονταν για 8 άτομα. Ο γαλατάς γυρνάει και του λέει ειρωνικά, «Τι το θες τόσο γάλα, έμεινε έγκυος η αδελφή σου;  Ο Ιωσήφ γίνεται θεριό, τον πλακώνει κάτω, ο γαλατάς αρχίζει τις φωνές και το βάζει στα πόδια. Όποιον έβλεπε στο δρόμο ο γαλατάς του φώναζε και έλεγε τι του έκανε ο Ιωσήφ. Δυο άγνωστοι κύριοι ενδιαφέρθηκαν για λεπτομέρειες της ιστορίας με τον Ιωσήφ.
 Οι ήμερες περνάνε και το τέλος της διαμονής των δικών μου στον Ιωσήφ πλησιάζει. Το πρωί της τελευταίας μέρας ένας κατάχλωμος Πήτερ λέει στους δικούς μου. «Μην φύγετε, γιατί ονειρεύτηκα ότι ήρθανε οι Γερμανοί στη Μαρία και σας πιάσανε». Αυτό εκείνη την εποχή ακούγεται σαν βόμβα, γιατί οι κρυμμένοι ζούσανε με τη συνεχή αγωνία της κάθε ημέρας. Αμέσως αρχίζουν οι διαβουλεύσεις  - τι έπρεπε να κάνουν. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η κυρία Μαρία, τα ακούει όλα και λέει στον Πήτερ. «Πήτερ, μήπως η παρέα των παιδιών σου άρεσε τόσο και αυτά τα σκέφτηκες;».  «Όχι όχι, ορκίζονταν ο Πήτερ, το είδα το όνειρο», επέμενε. Η Μαρία γυρνάει και λέει σε όλους. «Το όνειρο έτσι και αλλιώς δεν ισχύει διότι θα πάμε σε καινούργιο σπίτι, στη Καλαμαριά.». Ο Παππούς μου λέει: «Μαρία, εμείς θα κάνουμε ότι πεις εσύ.». Οι έξι περπατάνε νευρικά προς την άγνωστη κατεύθυνση και ξαφνικά διαπιστώνουν ότι βρίσκονται μπροστά στο σπίτι της Μαρίας. Οι δικοί μου την κοιτάνε  με έκπληξη και αυτή λέει: «επίτηδες το είπα για να μην ξέρει κάνεις που πάμε.». Το άλλοι πρωί η Μαρία γυρνάει μετά από τα ψώνια  ωχρή σαν πεθαμένη, στα χέρια της η Νέα Ευρώπη. Στην πρώτη σελίδα έγραφε με μεγάλα γράμματα. Τουφεκίστηκε ο Ιωσήφ Χαλεπλής και η αδελφή του Μαρίκα, διότι έκρυβαν έναν Άγγλο.
Ο Αρχάγγελος φύλακας, ο Μανώλης Κονιόρδος, συνέχιζε την δραστηριότητα του κρύβοντας Άγγλους, καθημερινώς περνούσε μπροστά από το σπίτι και η Λουλού το ήξερε και κοιτιόντουσαν λίγο από το παράθυρο. Δυο φορές την εβδομάδα συνήθως ερχότανε επίσκεψη στο σπίτι και έφερνε  χρήματα για τα τρόφιμα, άλλαζε τις λίρες σε δραχμές στην μαύρη και τα έφερνε, διότι με λίρες απευθείας δεν μπορούσες να αγοράσεις. Μια μέρα λοιπόν ο Μανώλης βρίσκει άσκημο μπελά. Είχε κρύψει ένα όμορφο Άγγλο σε ένα σπίτι που υπήρχε και κόρη. Ο Άγγλος τα έφτιαξε με την κόρη και όλα ήτανε καλά, μέχρι που τον Άγγλο τον ερωτεύτηκε και η κόρη της γειτόνισσας. Ο Άγγλος τα έφτιαξε και με αυτήν και ζούσε ευτυχισμένος με το ελληνικό του χαρέμι. Μια μέρα οι δυο νύφες καταλαβαίνουν τι γίνεται και αρχίζει στην αυλή ένας καβγάς, με ουρλιαχτά, ανάμεσα στις δυο γυναίκες. Είναι δικός μου, όχι δικός μου, περνάει και ένας κύριος με καμπαρτίνα και καπελάκι, ακούει τον καβγά και πλακώνουνε οι ναζί. Ο Δον Ζουάν  για να σώσει την ομορφιά του κελάηδησε σαν καρδερίνα και τα είπε όλα. Η οικογένεια που τον έκρυβε, σίγουρα θα είχε την τύχη του Ιωσήφ, αλλά αυτός που τώρα έγινε υπ’ αριθμόν  ένα  καταζητούμενος είναι ο Μανώλης, όντας γνωστό πρόσωπο, όλοι οι χαφιέδες ήταν από πίσω του, αναγκάστηκε να πάει στη νότια Ελλάδα για να κρυφτεί από τους Γερμανούς. Αυτό όμως είχε φοβερό αντίκτυπο για τους κρυμμένους 5 Ασσαέλ, καθώς ο Μανώλης είχε τις λίρες του παππού μου και ήτανε ο δυνατός σύνδεσμος με τον κόσμο έξω - όλα αυτά χάνονται με μιας: δίχως λεφτά οι μέρες μετριούνταν με τα δάχτυλα του ενός χεριού.
Μια μέρα χτυπάει η εξώπορτα και μπροστά της στέκεται ένας άγνωστος. Η Μαρία δεν ανοίγει και τον ρωτάει τι θέλει. «Με στέλνει ο Μανώλης» απαντάει αυτός. Οι δικοί μου γνωρίζοντας ότι ο Μανώλης είχε διαφύγει στη νότια Ελλάδα, τρυπώνουν κάτω από το κρεβάτι με τα κάρβουνα, άλλη λύση δεν είχανε. Ο άγνωστος μπαίνει μέσα και λέει: «Μου τα έδωσε ο Μανώλης, να σας τα φέρω». Βάζει το χέρι στη τσέπη και δίνει τις εκατόν τόσες λίρες που είχαν απομείνει. «Να είστε καλά» λέει, «ο Μανώλης σας σκέφτεται πολύ» και όπως ήρθε γυρνάει και φεύγει. Πανευτυχείς όλοι τους, διότι με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να επιζήσουν, όμως αντιμετωπίζουν ένα καινούργιο πρόβλημα,  καθώς οι συναλλαγές με εγγλέζικες λίρες ήτανε φυσικά απαγορευμένες. Η Μαρία, σαν φτωχή γυναίκα, δεν είχε επαφές με λίρες και της ήτανε αδύνατο να τις χαλάσει. Τότε έρχεται στη σκέψη του παππού μου ο δικηγόρος Μποζάνης. Ο θείος του πατέρα μου, ο Ενρί Καπουάνο, αδελφός της μητέρας του, προπολεμικά είχε παντρευτεί μια Χριστιανή, την Λόλα την Μποζάνη και ήτανε ένα πολύ ευτυχισμένο ζευγάρι παρά τις αντιδράσεις της τότε κοινωνίας. Αποφασίζουν να στείλουνε κάποιον που να γνωρίζει τον πατέρα της Λόλας, πολύ γνωστό δικηγόρο της πόλης, άνδρας δεν τίθεται θέμα να πάει, αυτούς τους ελέγχουνε, ο κλήρος ρίχνεται  μεταξύ της Λουλούς και της Ζανίν, αποφασίζεται να σταλεί η Ζανίν, η λιγότερη όμορφη αδελφή, διότι η Λουλού θα κινούσε το ενδιαφέρον με την ομορφιά της. Ένα πρωί λοιπόν η Ζανίν, ντύνεται σαν χωριάτισσα και βγαίνει στο δρόμο, ντύνεται άσχημα, φοράει και ένα μαντίλι μην τυχόν και την αναγνωρίσει κανείς γνωστός. Οι Μποζάνη μένανε επί της Όλγας, κάπου μετά την βίλα Ίντα, συζητήθηκε  ακριβώς ποιο δρόμο θα έπρεπε να ακολουθήσει: θα έπρεπε να ακολουθήσει μη κεντρικούς δρόμους, με δυνατότητα διαφυγής εάν δει μπλόκο μπροστά της. Η Ζανίν βγαίνει, έχει τρεις ώρες μέχρι την λήξη της κυκλοφορίας. Φθάνοντας στην Ανάληψη δεν αντέχει στο πειρασμό και πηγαίνει επί της Όλγας για να δει το πατρικό της σπίτι. Η πόρτα ήτανε ορθάνοιχτη, κάτω σκισμένα - πετάμενα διάφορα βιβλία, ανεβαίνει στο πρώτο πάτωμα από την μαρμάρινη εσωτερική σκάλα και βλέπει δυο άγριες φάτσες να προσπαθούνε να σπάσουνε το νεροχύτη της κουζίνας. Την πνίγει η οργή, της έρχεται να φωνάξει βοήθεια, αλλά το βάζει στα πόδια βλέποντας ότι έγινε αντιληπτή. Φεύγει με βουρκωμένα μάτια, μπροστά της βλέπει Πεταλάδες (Γερμανοί στρατονόμοι) με Έλληνες αστυνόμους να κάνουνε έλεγχο, την πιάνει πανικός. Η Ζανίν κάνει στροφή 180 μοιρών και προχωρεί με βήμα σιγανό, απομακρύνεται από το μπλόκο, στη πρώτη γωνιά στρίβει στον επόμενο δρόμο και αρχίζει να τρέχει ....τρέχει, χωρίς σταματημό και σταματάει μπροστά στο σπίτι της Μαρίας. Της ανοίγουν και όλοι πέφτουνε επάνω της να μάθουν τι συνέβη…  «απέτυχα, απέτυχα»... έλεγε με λυγμούς η Ζανίν... «πήγα στο σπίτι μας δεν άντεξα, μας έχουν κλέψει τα πάντα, ως και τα παράθυρα, βγάζανε τον νεροχύτη μας όταν μπήκα.». Σιγή και στεναχώρια από τους ακροατές της. «Ζανίν θα ξαναδοκιμάσεις αύριο», λέει ο πάππους μου. Η Ζανίν αυτή την φορά περπατάει, χωρίς να σταματήσει, μέχρι την είσοδο των Μποζάνη. Χτυπάει την πόρτα , η κύρια Μποζάνη ανοίγει. «Ζανίν»....φωνάζει... «Ζεις; Οι άλλοι που είναι;».  Μέσα σε δυο λεπτά η Ζανίν καθότανε σε ένα καλοστρωμένο τραπέζι με φαγητά και φρούτα, ακολουθεί ένα υπέροχο γλυκό με καφέ. Ανταλλάσουνε πληροφορίες  για τους συγγενείς - χωρίς φυσικά η Ζανίν να αποκαλύψει την κρυψώνα - και ο Αλέκος Μποζάνης της είπε ότι θα φροντίζει για την ρευστοποίηση των λιρών. Ανοίγει το πορτοφόλι του και της δίνει ότι είχε μέσα, μέχρι να αλλάξει τις λίρες. Η Ζανίν φεύγει ικανοποιημένη, για πρώτη φοράει μετά από πολύ καιρό είχε φάει τόσο καλά και μια αισιοδοξία είχε απλωθεί επάνω της.
Η γιαγιά μου, η Ίντα κατάγονταν από καλή αστική οικογένεια, τους Καπουάνο, η σχέση της με την Εβραίικη θρησκεία ήτανε πολύ περιορισμένη, και στα τρία τα παιδιά της άλλαξε τα βιβλικά τους ονόματα σε δυτικά: ο πατέρας μου Ιωσήφ έγινε Φρέντυ, η Ραχήλ έγινε Λουλού και η Σάρα έγινε Ζανίν. Η Ίντα ήτανε μια καλή γυναίκα που λάτρευε τα παιδιά της - ιδίως το αγόρι της, τον πατέρα μου, το οποίο το είχε για θεό.  Ένα βράδυ λοιπόν, ενώ κοιμόντουσαν όλοι, άκουσε θόρυβο στη κουζίνα, εκεί ακριβώς που ξάπλωναν τα 3 παιδιά και πήγε να δει ποιος είχε ξυπνήσει. Με μεγάλη της έκπληξη είδε μια σιλουέτα στα άσπρα να κοιτάει τα παιδιά της, «Ποια είστε και τι θέλετε;», την ρώτησε. Η άγνωστη γυναίκα γυρίζει και της λέει. «Μην φοβάσαι θα σας σώσω, έχω και εγώ ένα μωρό» και της δείχνει ένα αγοράκι. Η γιαγιά μου πάτησε τις φωνές, ξυπνήσανε όλοι και η Μαρία σταυροκοπιόντανε με τις ώρες. Η συνάντηση αυτή μπορεί να ήτανε ένα όνειρο, μπορεί να ήτανε επιρροή από την θρησκευόμενη Μαρία - κάποιος είπε ότι η Ίντα ήθελε να εμψυχώσει την Μαρία - μπορεί να ήτανε και το νερό που βλέπει ο διψασμένος στην έρημο, πάντως σίγουρα δεν ήτανε  πονηριά της γιαγιάς μου – η οποία μέχρι που πέθανε ορκιζότανε, ότι η ξένη γυναίκα είχε μπει στο σπίτι .
Οι μήνες περνάνε και η Μαρία έπρεπε να καλέσει πάλι την γειτονιά στο σπίτι της για να δείξει πως όλα είναι εντάξει....Αλλά που να τους πάει; Οι κρυψώνες λιγοστεύουν, αποφάσισε να τους πάει στην Κατίνα, στην Καλαμαριά. Οι έξι περπατούνε γρήγορα και σταματούνε σε μια παράγκα, σε μια φτωχική συνοικία, εκεί έμενε η Κατίνα, μια όμορφη γυναίκα, που είχε χωρίσει από ένα μέθυσο και βάναυσο άνδρα. Είχε μια κρύπτη - κάτι σαν υπόγειο - και εκεί έβαλε τους 3: τον πατέρα μου, τον παππού μου και την γιαγιά μου ενώ στην Ζανίν και στην Λουλού  έδωσε χωριάτικα ονόματα και τις παρουσίασε σαν τις ανιψιές της από το χωριό. Έτσι η φτωχογειτονιά ερχότανε και ρωτούσε τις θείες μου για την κατάσταση εκεί, τι τρόφιμα είχαν στο χωριό τους...και αυτές δίνανε πολλές πληροφορίες. Ένα πράγμα τρέμανε όλοι, μην πλακώσει ο μέθυσος πρώην άνδρας της Κατίνας. Ένα βράδυ έγινε το κακό. Οι τρεις δικοί μου στην κρύπτη, τα κορίτσια πήραν δρόμο από τη πίσω πόρτα, η μπροστινή σπάζει, μπαίνει εκείνος μεθυσμένος και αρχίζει να χτυπάει την Κατίνα και να την βρίζει. Έντρομοι οι κρυμμένοι μην τυχόν πλακώσει η αστυνομία, παρακολουθούν τα χτυπήματα που πέφτουν βροχή πάνω στην άτυχη γυναίκα. Κάποια στιγμή ανοίγει η κρύπτη και μια Κατίνα μέσα στα αίματα τους χαμογελάει. «Βγείτε,  έφυγε.».
Φθινόπωρο 1944, όλα δείχνουνε ότι οι Γερμανοί θα φύγουν, μιλάνε για ανατινάξεις, ο κόσμος αρχίζει το πλιάτσικο, οι Γερμανοί σπανίζουν στους δρόμους, οι δικοί μου αρχίζουν να γεμίζουνε με όνειρα ελευθερίας. Η Λουλού περίμενε να ξαναδεί τον Μανώλη, και βαθειά στη καρδιά της ήλπιζε να την ζητήσει και να τον παντρευτεί. Ο πατέρας μου είχε μια μεγάλη αγάπη, την Λόλα Π., της είχε δώσει δαχτυλίδι  με το μονόγραμμα του πριν κρυφτεί και της έστελνε, κρυφά με την Μαρία, ερωτικά γράμματα - αυτό ήτανε  θέμα πολλών καβγάδων με τον παππού μου, που φοβότανε μήπως τα γράμματα τους προδώσουνε. Ο παππούς μου σκεφτότανε ότι με τις λίρες που απομείνανε θα ξανάρχιζε την δουλειά του.
Ξαφνικά, κοντακιές πέφτουνε βροχή στην εξώπορτα και μια άγρια φωνή στα Ελληνικά ουρλιάζει: «Ανοίξτε, ξέρουμε ότι εδώ κρύβονται Εβραίοι.».
Η Μαρία κατατρομαγμένη κοιτάει από το παράθυρο και βλέπει 3 αξύριστους, κουρελιασμένους, ένοπλους να βαράνε την πόρτα. «Ανοίξτε εν ονόματι του Λαϊκού Στρατού, ξέρουμε ότι κρύβεις Εβραίους, δεν θα τους πειράξουμε, θέλουμε τα λεφτά τους για τον αγώνα.». Μόλις τα ακούει αυτά η Μαρία φωνάζει στους δικούς μου. «Δρόμο, θα τους καθυστερήσω. - Δεν ντρέπεστε Έλληνες να φέρεστε έτσι; Εσάς περιμέναμε να μας ελευθερώσετε;». Άνοιξε γιατί θα σπάσουμε την πόρτα, επέμεναν οι αντάρτες. Οι 5 Ασσαέλ κατεβαίνουν τρέχοντας την πίσω σκάλα, βγαίνουν στην αλάνα πίσω και γίνονται Λούηδες. Κάποια στιγμή, κάπου στη Μαρτίου, καταλαβαίνουν ότι για πρώτη φορά μετά από 1,5 χρόνο είναι όλοι μαζί στο δρόμο. Η κίνηση στο δρόμο έχει κάτι το ιδιαίτερο - κάτι φοβάται ο κόσμος. Ένα γερμανικό αυτοκίνητο περνάει γρήγορα. Φθάνουνε στο σπίτι τους στην Ανάληψη, είναι γεμάτο κόσμο, ως και στις σκάλες κάθονται. Πάμε στο πίσω σπίτι λέει ο παππούς μου. Το πίσω σπίτι ανήκε στο παππού μου και το νοίκιαζε χρόνια στην οικογένεια Π.  Χτυπάνε την πόρτα. Μάρκο, ζείτε! «Σε παρακαλώ, να μείνουμε λίγο μαζί σας; Δεν έχουμε που να πάμε και σε μια ώρα έχει απαγόρευση της κυκλοφορίας.».  «Αχ Μάρκο πολύ θα ήθελα να βοηθήσω αλλά φοβάμαι», λέει η επί πολλά χρόνια νοικάρισσα του παππού μου και του κλείνει την πόρτα στα μούτρα.
Οι πέντε Ασσαέλ τρομαγμένοι από το ξαφνικό κλείσιμο της πόρτας κοιτάζονται. Ο παππούς μου λέει: Κάποτε είχα βοηθήσει τον Κώστα Αθηρίδη σε μια δουλειά και μου είχε πει ότι δεν θα το ξεχάσει ποτέ, πάμε κάπου εδώ κοντά μένει. Χτυπάνε την πόρτα των Αθηρίδηδων, η κύρια Κίτσα ανοίγει (ζει ακόμα 101 χρόνων). «Κώστα, οι Ασσαέλ ζούνε, μπείτε μέσα». Σε λίγα λεπτά είχε στρωθεί μεγάλο τραπέζι και όλοι χαμογελούσανε στους δικούς μου. «Το σπίτι μου είναι και δικό σας» είπε ο Κώστας Αθηρίδης και παραχώρησε το υπνοδωμάτιο του στον παππού και στην γιαγιά μου, στον μικρό τους γιο τον Γρηγόρη  απαγόρευσαν να πάει στο σχολείο λόγω… «ιλαράς», φοβήθηκαν μην του ξεφύγει τίποτα. Δυο εβδομάδες κυλούνε και ένα πρωί έρχεται ο Κώστας και λέει. «Είστε ελεύθεροι οι Γερμανοί φύγανε.». Ελευθερία! μετά από 1,5 χρόνο κλεισμένοι σε ένα σπίτι τώρα οι 5 Ασσαέλ είναι ελεύθεροι και πηγαίνουν να δούνε το σπίτι τους, στην Όλγας 150 - στην Ανάληψη. Το βρίσκουν φίσκα από κόσμο, σε κάθε δωμάτιο μια οικογένεια. Τι θέλουμε εδώ; Το σπίτι μας είναι αυτό. Άσε τα ψέματα εβραίικο είναι και τους ιδιοκτήτες τους σκοτώσανε (από πληροφόρηση καλά πηγαίνανε). «Λυπούμαστε που σας στεναχωρούμε άλλα ζούμε και θέλουμε το σπίτι μας.». Με χίλια δυο κατόρθωσαν να πάρουνε ένα δωμάτιο, πίσω. Το σπίτι ήτανε λεηλατημένο - δεν υπήρχε τίποτα, όλα κλεμμένα. Ο πατέρας μου φεύγει βολίδα να συναντήσει την αρραβωνιαστικιά του την Λόλα, τόσες μέρες ζούσε με τη σκέψη πως θα ξανασυναντηθούνε. Παίρνει ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια και χτυπάει τη πόρτα της, με πόση χαρά περίμενε να πέσει στην αγκαλιά της. Του ανοίγει ο αδελφός της. - Φρέντυ εσύ; «Η Λόλα που είναι;» -  Α...μένει με τον άνδρα της, έχει παντρευτεί…Ο πατέρας μου πετάει τα λουλούδια στο πάτωμα και φεύγει, πάλι καλά που δεν τους πρόδωσε - τόσα γράμματα της είχε στείλει.
             Εν το μεταξύ οι νοικάρηδες στο πίσω σπίτι είχαν πάθει κατάθλιψη. Τόσες χιλιάδες Εβραίους σκοτώσανε και οι ιδιοκτήτες του σπιτιού που νοικιάζανε να επιζήσουν. Μα τέτοια ατυχία. Από αυτούς παίρνει ο πατέρας μου κάποιες πληροφορίες για το ποιοι κάνανε πλιάτσικο στο σπίτι μας. Χτυπάει την πόρτα του αρχιπλιατσικατζή – ήταν ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής. «Εγώ να κάνω πλιάτσικο; Με προσβάλλεις, φύγε από εδώ». Ο πατέρας μου πηγαίνει στο πιο κοντινό λόχο του ΕΑΜ, τους λέει την ιστορία και ο διοικητής του δίνει ένα αντάρτη, δυο μέτρα, πάνοπλο για....παρέα...με αυτόν ξαναχτυπάει την πόρτα. Όλο αγάπη τον υποδέχεται τώρα ο κλέφταρος. Ναι βέβαια σας φυλάξαμε πολλά πράγματα σας, ελάτε να σας τα δώσουμε...ως και τον βαρύ μπουφέ με τον καθρέφτη άθικτο είχαν κλέψει. Αφού βοήθησε και στην μεταφορά, ο ενάρετος αυτός συμπατριώτης μας  κάρφωσε και τους υπόλοιπους που είχανε κλέψει τα πράγματα του πατρικού σπιτιού μας.

Η κυρία Μαρία και ο Μανώλης Κονιόρδος τιμήθηκαν από το Γιαντ Βασέμ για την δράση τους στη κατοχή. Η Μαρία δεν ζούσε όταν έγινε η τελετή, ήρθε η κόρη της η Μαίρη και πήρε το μετάλλιο. Μετά τον πόλεμο ο πατέρας μου και ο παππούς μου της έδιναν κάθε μήνα ένα χαρτζιλίκι,  την θυμάμαι που ερχότανε: μια κοντή γυναίκα στα μαύρα, έμπαινε στο γραφείο του πατέρα μου και όλοι πεταγόντουσαν...Η Μαρία!, η Μαρία!....ο γιος της ο Αντώνης πέθανε νέος και δεν είχε παντρευτεί - πέθανε από το συκώτι του, διότι έπινε. Η Λουλού, αφού περίμενε τον Μανώλη να την ζητήσει σε γάμο έμαθε ότι… παντρεύτηκε άλλη και αυτή με τη σειρά της παντρεύτηκε τον Αλμπέρ Νισήμ, γιό του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου "Ματζέστικ". Πέθανε το 2007, σήμερα τα εγγόνια της ζουν στην Αμερική. Η Ζανίν ήτανε πολύ τυχερή, ένας Άγγλος στρατιώτης, που αρχικά σκόπευε την Λουλού, την παντρεύτηκε και πήγαν στο Λονδίνο. Μετά από λίγα χρόνια φτιάξανε 3 εργοστάσια πλεκτών - πλέξιμο ήτανε η βασική ασχολία των κοριτσιών στο σπίτι της Μαρίας. Έχει μια κόρη και αυτή 4 εγγόνια, όλα αγόρια. Η Ζανίν είναι η μόνη από τους πέντε που ζει ακόμα.




 


















Εικόνα 1. Φωτογραφία επάνω: Ίντα Ασσαέλ, φωτογραφία κέντρο αριστερά: Μάρκο Ασσαέλ, φωτογραφία κέντρο δεξιά: Φρέντυ Ασσαέλ, φωτογραφία κάτω αριστερά: Λουλού και Ζανίν Ασσαέλ, φωτογραφία κάτω δεξιά: τα τρία τέκνα Ασσαέλ.

Ένα σχόλιο

Οι Ασσαέλ αποφασίζουν με την προτροπή και την συνδρομή του Μανώλη Κονιόρδου να μην μπούνε στα τραίνα για την Πολωνία, αλλά να  κρυφτούν μέσα στην πόλη. Η  Μαρία θα τους κρατήσει, θα τους κρύψει στο σπίτι της και θα τους φυλάξει, σχεδόν, ως την απελευθέρωση. Μαζί με τον γιο της τον Αντώνη, δύο άτομα αυτοί,  θα γίνουν με τους πέντε Ασσαέλ ουσιαστικά  μία οικογένεια και διακινδυνεύοντας με τον ίδιο τρόπο να αποκαλυφθούν και να εκτελεσθούν και οι επτά, επέτυχαν  να σωθούν και έζησαν, μετά τον πόλεμο, σε μία ελεύθερη αλλά διαφορετική, από την προπολεμική, Θεσσαλονίκη.
Φως και σκότος όπως συχνά συμβαίνει με τα ανθρώπινα - ιδίως σε ταραγμένες εποχές - διατρέχει τα πρόσωπα και τις πράξεις των ανθρώπων όλο αυτό το δύσκολο διάστημα της κατοχής.
Με τη σειρά: φως είναι η παρουσία του Μανώλη Κονιόρδου, ο οποίος θα τους «πιέσει» να κρυφτούν και θα τους οδηγήσει στην Μαρία. Μετά θα έχει την ευθύνη, κρατώντας τις λίρες των Ασσαέλ, να  δραχμοποιεί σταδιακώς  από αυτές προκειμένου να αγοράζει η Μαρία τα τρόφιμα για τους ανθρώπους της. Θα τους επισκέπτεται ο ίδιος δύο φορές την εβδομάδα και αυτό τους δίνει κουράγιο και στην Λουλού  η παρουσία του σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο απ’ ότι στους άλλους.  Ακόμα, όταν αποκαλύπτεται ότι κρύβει Άγγλους στρατιώτες και υποχρεώνεται να διαφύγει στην Νότια Ελλάδα, φροντίζει ένας «άγνωστος» να παραδώσει τις υπόλοιπες λίρες στην Μαρία – κίνηση απολύτως αναγκαία για την επιβίωση επτά ανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν άλλους πόρους στην διάθεσή τους.
Φως τα δύο τραγικά αδέλφια: ο Ιωσήφ Χαλεπλής και η Μαρίκα, καθώς και η Κατίνα στην Καλαμαριά, οι οποίοι όταν έπρεπε και για όσο διάστημα ήταν απαραίτητο κράτησαν, έκρυψαν και εστήριξαν τους Ασσαέλ. Και το φως συνεχίζει να θερμαίνει και να φωτίζει: Ο δικηγόρος Αλέκος Μποζάνης και η γυναίκα του θα τους βοηθήσουν με θερμό τρόπο και λίγο πριν την απελευθέρωση θα τους δεχτεί οικεία η οικογένεια του Κώστα Αθηρίδη. Αφήνω προς το τέλος την πολύ θετική παρουσία δύο Γερμανών αξιωματικών, οι οποίοι με τις παρεμβάσεις τους ανταπέδωσαν το καλό στον Φρέντυ, έσωσαν και τους πέντε την Άνοιξη του 1943 – λίγο πριν να περάσουν στην δικαιοδοσία της Μαρίας.
Τελευταία αλλά κορυφαία, η λαμπρή παρουσία της Μαρίας. Δέχεται, χάριν του Κονιόρδου, να τους κρατήσει, μέχρι εκείνος να τους τακτοποιήσει άλλού και σε λίγες μέρες, η ίδια, αποφασίζει και προτείνει να τους φυλάξει εκεί, στο σπίτι της, και ή να σωθούν όλοι ή να χαθούν και οι επτά μαζί.  Έχει ακριβή αντανακλαστικά, προγραμματίζει ότι πρέπει να κάνουν όλοι τους προκειμένου, με τον ασφαλέστερο τρόπο, να αποφύγουν οποιαδήποτε «ατύχημα» και βρίσκει γρήγορα  λύση στις απρόβλεπτες περιστάσεις της περιόδου - νομίζει κανείς ότι κινείται με έναν τρόπο αυτομάτως εμπειρικό, αλλά ταυτοχρόνως πάντα αποτελεσματικό. Γνωρίζει τον κίνδυνο, μαθαίνει τι συμβαίνει στην πόλη και τι πράξεις εκτελούν οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους, αλλά δεν νοιώθει και δεν μεταδίδει ποτέ τον πανικό. Απολύτως ψύχραιμη, αναλόγως με τις καταστάσεις σχεδιάζει ή αποφασίζει αμέσως,  όσα πρέπει να πράξουν οι έγκλειστοι, κυρίως, για να αποφύγουν να εκτεθούν.    Η Μαρία και ο γιος της ο Αντώνης τιμούν με την στάση τους και τις πράξεις τους το είδος τους, τιμούν τον άνθρωπο: στηρίζουν με κίνδυνο της ζωής τους τον συμπολίτη αλλόθρησκο, τον οποίον δέχονται κατ’ αρχήν χωρίς να τον γνωρίσουν και λίγο μετά, αφού δουν το πρόσωπό του, αποφασίζουν να διακινδυνεύσουν την ζωή τους μαζί του. Και αυτό, όπως φαίνεται, συμβαίνει με έναν τρόπο γήινο και ταπεινό.
Αισθάνομαι υπερηφάνεια για όλους αυτούς τους ανθρώπους του φωτός, χωρίς διάκριση μεγέθους προσφοράς: όλοι άπλωσαν τα χέρια τους, εσκέπασαν  και προστάτευσαν τους διωκομένους και τους έκρυψαν και τους φρόντισαν και τους έσωσαν από τα νύχια του θηρίου.
Σειρά έχει το σκότος: Οι γνωστοί Αλόις Μπρούνερ και Λάσκαρης Παπαναούμ και οι «άγνωστοι»: οι ενοικιαστές ενός μικρού  σπιτιού του παππού Ασσαέλ, οι οποίοι τους κλείνουν έξω από την πόρτα, όσοι λεηλάτησαν το σπίτι τους, ο ταγματάρχης της Χωροφυλακής, ο οποίος πιέζεται και αναγκάζεται να παραδώσει τα κλοπιμιαία, ενώ φροντίζει να τους δώσει τα ονόματα και άλλων οι οποίοι είχαν κλέψει από τα πράγματά τους.  Ένας αριθμός  στιγμάτων και μαύρων κηλίδων στην πίσω πλευρά από τη φωτεινή, συμπληρώνει όσα συνέβησαν στους Ασσαέλ τον ενάμιση χρόνο της ζωής τους, όταν υποχρεώθηκαν να κρυφτούν μέσα στην πόλη τους. Είναι φανερό, ότι εάν τοποθετήσει κανείς όσα συνέβησαν για να τους σώσουν και όσα  απείλησαν τις ζωές των – ανθρώπους και πράξεις -  στα δύο τάσια της ζυγαριάς της Δικαιοσύνης, τότε θα γύρει και θα χτυπήσει κάτω το πρώτο τάσι: Μία σειρά ανθρώπων στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης,  πτωχών ανθρώπων, δίνει παράδειγμα υψηλού ήθους και γενναίας στάσεως ζωής – σώζει τις ζωές πέντε αγνώστων αθώων συνανθρώπων τους, καθώς μία θηριώδης δύναμη έχει προγραμματίσει να τους εξοντώσει και  τους καταδιώκει για να το επιτύχει.     Η οικογένεια των Ασσαέλ είναι η δεύτερη οικογένεια, η οποία αποφάσισε να μην ακολουθήσει τα τραίνα και να κρυφτεί μέσα στην πόλη – είναι η δεύτερη οικογένεια εβραίων για την οποία μία σειρά χριστιανών συμπολιτών διακινδυνεύοντας, την βοήθησαν να σωθεί. Η άλλη είναι η οικογένεια του Χαΐμ Πάρδο, 5 άτομα και αυτοί . Όσοι γνωρίζουν καλά αυτό το θέμα θεωρούν ότι, δυστυχώς, οι εβραϊκές οικογένειες οι οποίες συνολικά εκρύβησαν μέσα στην πόλη και εσώθησαν, μετρούνται στα δάκτυλα της μιας χειρός. Η ιστορία όμως των Ασσαέλ, όπως και των Πάρδο, δείχνει ότι όταν μία οικογένεια εβραίων και μία οικογένεια χριστιανών αποφασίσουν να παραμερίσουν την παλαιά  μεταξύ τους καχυποψία και ψυχρότητα και συνάμα  να αντισταθούν από κοινού στον κατακτητή, τότε είναι εφικτό να συμβεί το θαύμα: να σωθούν  εβραϊκές οικογένειες και  μαζί χριστιανικές οικογένειες να φανούν άξιες του ονόματός τους. Σε αυτή την περίπτωση, όπως καταλαβαίνετε, σώζονται με διαφορετικό τρόπο εξίσου όλα τα μέλη κάθε τέτοιου ζεύγους οικογενειών. Οι εβραίοι διασώζονται στηριζόμενοι στον συνάνθρωπο και διαπιστώνουν ότι μπορούν να εμπιστευθούν τις ζωές των και τις ζωές των παιδιών τους  στον χριστιανό συμπολίτη – στον Έλληνα μίας άλλης θρησκείας. Οι χριστιανοί αναβαπτίζονται, ενήλικες τώρα, στην κολυμβήθρα του χρέους και της αγάπης απέναντι στον κινδυνεύοντα  συμπολίτη μίας άλλης θρησκείας επίσης.  
Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν σειρές επιχειρημάτων - νομίζω πως σήμερα μπορεί κανείς να τα συγκεντρώσει στο σύνολο τους - με τα οποία υποστηρίζεται ότι είναι σχεδόν αδύνατον να συμβεί μία αποτελεσματική σειρά τέτοιων σωστικών ενεργειών. Η οικογένεια των Ασσαέλ, η οικογένεια της Μαρίας και οι φίλοι της Μαρίας, έδειξαν στην περίπτωσή μας τον διαφορετικό δρόμο. Πόσες οικογένειες θα μπορούσαν να είχαν σωθεί; μέχρις ενός σημείου, τόσες όσα και τα ζεύγη των οικογενειών τα οποία θα μπορούσαν να σχηματισθούν σε μία πόλη 250.000 κατοίκων: από το ένα μέρος η οικογένεια - σωτήρας και από το άλλο η οικογένεια των διωκομένων, πλησιάζουν σε μία σχέση στην οποία είναι φυσικό την πρώτη κίνηση να την κάνει ο πρώτος – αυτός ο οποίος θα απλώσει το χέρι του στον διωκόμενο και θα κάνει τον περισσότερο δρόμο μέχρι να συναντήσει τον συμπολίτη του – τον συνάνθρωπό του: τον αμήχανο τώρα, τον αλαφιασμένο, τον ταραγμένο, τον περικυκλωμένο, το παγιδευμένο  και χωρίς εμπνευσμένη καθοδήγηση τέκνο του Ισραήλ.               
Επί πλέον νομίζω ότι πρέπει να σημειώσω δύο θέματα σχετικά με την οικογένεια Ασσαέλ – το πρώτο: ο ρόλος του έρωτα και η τύχη των ερωτευμένων της οικογένειας. Το πρώτο ζευγάρι ερωτευμένων είναι ο Μανώλης και η Λουλού και το δεύτερο ο Φρέντυ και η Λόλα, «οι αρραβωνιασμένοι». Φαίνεται ότι ο έρωτας στηρίζει το πρώτο ζευγάρι καθώς και τον Φρέντυ κατά την διάρκεια της κατοχής. Μάλιστα σε εκείνες τις περιστάσεις, η παρουσία στις σκέψεις της Λουλούς και του Φρέντυ ενός ερωτικού προσώπου πρέπει  να είχε μεγάλη αξία και να στήριζε αποφασιστικά το μυαλό και την ψυχή, όταν κινδύνευε  να λυγίσει ή να σπάσει κάτω από το βάρος των πολύ δύσκολων συνθηκών.   Είναι αλήθεια ότι ο έρωτας θέρμανε τις ψυχές των δύο αδελφών κατά την διάρκεια του υποχρεωτικού εγκλεισμού τους, αλλά δεν υπήρξε καλός μαζί τους όταν, ελεύθεροι, θα μπορούσαν να τον ζήσουν με τα πρόσωπα που ονειρεύτηκαν – δεν ευτύχησαν οι έρωτες των δύο  Ασσαέλ και όπως ενίοτε  συμβαίνει, η αστοχία και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε τραυματική. Αυτά βέβαια με τον έρωτα συμβαίνουν και σε ειρηνικές περιόδους, κάποτε μάλιστα σε αυτές εκτυλίσσονται και πιο σκληρές συμπεριφορές.
Το δεύτερο θέμα της οικογενείας, στο οποίο θέλω να αναφερθώ είναι εκείνη η παράξενη συνάντηση. Ένα βράδυ η Ίντα σήκωσε το σπίτι με τις φωνές της: είπε ότι είδε και συνομίλησε με μία γυναίκα, η οποία ήταν στην κουζίνα – στο χώρο στον οποίο ξάπλωναν τα τρία παιδιά της. Ο κ. Ανδρέας Ασσαέλ σημειώνει στο κείμενο τις διαφορετικές δυνατές, κατά την εκτίμησή του,  ερμηνευτικές εκδοχές του γεγονότος, ενώ επιλέγει ότι η γιαγιά του, όσο ζούσε,  επέμενε πάντοτε να υποστηρίζει την αλήθεια της πρώτης αφηγήσεώς της. Αισθάνομαι υποχρεωμένος να σημειώσω ότι πιστεύω και εγώ απολύτως όσα υποστήριξε η Ίντα Ασσαέλ εκείνο το βράδυ και ακολούθως δέχομαι και εκτιμώ την σταθερή επιμονή της στην αλήθεια του συμβάντος. Την πιστεύω αφενός επειδή υπήρξε μητέρα και στην συνέχεια  γιαγιά - τότε προστάτευε τα τρία παιδιά της -  και αφετέρου επειδή  την πίστεψε αμέσως η Μαρία, μία συνετή και ιδιαιτέρως ψύχραιμη παρουσία. Δύο διαφορετικής τάξεως, παιδείας, και θρησκείας γυναίκες, συμφώνησαν στην ερμηνεία ενός γεγονότος. Ποια ήταν η γυναίκα την οποία είδε εκείνο το βράδυ η Ίντα; Αυτή, η οποία πίστευσαν, η Μαρία και η Ίντα, ότι τους επισκέφτηκε εκείνο το βράδυ μαζί με τον μικρό γιο της. Αυτήν πιστεύω και εγώ ότι είδε η Ίντα Ασσαέλ – εξάλλου, όπως διαβάσατε παραπάνω,  αυτή η γυναίκα είπε στην Ίντα ότι θα την σώσει και την έσωσε.    




Εικόνα 2.  Οι φωτογραφίες από τα διαβατήρια της Ρασέλ Ασσαέλ πριν και μετά τον γάμο της.

Επιλογικά.

Όλα ξεκίνησαν από τα δύο διαβατήρια της Ραχήλ [Λουλού] Ασσαέλ, τα οποία ευρέθησαν στα χέρια μου. Θεέ μου! σκέφτηκα, όταν είδα τις φωτογραφίες, τι όμορφη γυναίκα. Αυτά τα δύο διαβατήρια έγιναν η αφορμή να ξανασυναντηθώ μετά από πολλά χρόνια με τον Ανδρέα Ασσαέλ, τον ανεψιό της Ραχήλ. Επειδή θα δημοσίευα τα διαβατήρια, τον παρακάλεσα να γράψει εκείνος ένα κείμενο για την θεία του. Ο Ανδρέας είχε την εξαιρετική ιδέα να γράψει για την Λουλού [Ραχήλ] και για την οικογένειά του, τους Ασσαέλ,  και να περιγράψει περιεκτικά, όσα έζησαν τα μέλη της οικογενείας του  κατά το διάστημα από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1944.
Το κείμενο, όπως το έγραψε ο Ανδρέας, μοιάζει να μεταφέρει τον προφορικό λόγο ενός από τους διασωθέντες Ασσαέλ:  παρατακτικές φράσεις, οι οποίες χωρίζονται από τον τρόπο και τον χρόνο διαρκείας της  αναπνοής του αφηγητή, συνοπτική εκφορά του λόγου, αδρή καταγραφή των σημαντικοτέρων συμβάντων της περιόδου και αποφυγή ιδιαιτέρως επικριτικού λόγου, εναντίον των αδυνάμων.   Τα συνταρακτικά γεγονότα, τα οποία έζησαν οι εβραίοι κατά την διάρκεια της κατοχής, με την αφήγηση πέρασαν και σημάδεψαν με ανάλογο τρόπο την πρώτη γενιά των απογόνων, η οποία με την σειρά της  τα αφηγείται,  αναλογικώς, περίπου όπως αν τα είχε ζήσει η ίδια. Επιμένοντας, ακόμα μία φορά: όσα εβίωσαν οι γονείς υπήρξαν τέτοια, ώστε δεν είναι δυνατόν ο χρόνος ο οποίος εν τω μεταξύ μεσολάβησε να τα έχει απομειώσει  και να τα έχει λειάνει με τέτοιον  τρόπον, ούτως ώστε να έχουν μείνει, κυρίως, ως ιστορικό υλικό.   Και αυτό δεν ξέρω αν θα συμβεί και πότε θα μπορέσει να συμβεί σε αυτή την περίπτωση – πόσος χρόνος θα χρειαστεί να περάσει μέχρι ο λόγος να απομακρυνθεί από την πύρινη φλόγα που έκαυσε την κοινότητα σχεδόν στο σύνολό της και να αφηγηθεί με λελογισμένη θέρμη, όσα συνέβησαν στους εβραίους της Θεσσαλονίκης από τον Φεβρουάριο του 1943 μέχρι την Άνοιξη του 1945.
Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσε  κάποιος από τους Ασσαέλ, με όσα έζησαν  εκείνη την περίοδο, να γράψει ένα βιβλίο και θα έπρεπε να το είχε κάνει. Αλλά και κάποιος από τους απογόνους της οικογενείας θα μπορούσε  να το γράψει - να μείνουν, κοινό κτήμα,  όσα έχει διασώσει αθροιστικά η οικογενειακή μνήμη. 
Τώρα, προς το παρόν, ο Ανδρέας,  με αυτό το εξαιρετικό κείμενο δίνει με τον πυκνότερο δυνατό τρόπο τις αδρές γραμμές της οικογενειακής ιστορίας, η οποία αποτελεί μία συνιστώσα της ιστορίας της Κοινότητας και ταυτοχρόνως της πόλης – αποτελεί, από μόνη της, μία βαρύνουσα ιστορία της κατοχής στην πατρίδα μας.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

[Θεσσαλονίκη, Εβραίοι 8 * Thessaloniki, Jews 8 ]: parva iudaica thessalonicensia VIΙI. Ο Giorgio Morpurgo από την Θεσσαλονίκη προς την Fulvia Rimini στην Τεργέστη: Δύο επιστολές, οι οποίες αναφέρονται στις εορταστικές εκδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη, των δύο πρώτων επετείων από την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη, [12/11/1913, 13/11/1914] * Giorgio Morpurgo from Thessaloniki to Fulvia Rimini at Trieste: Two letters, which refer to the celebrations in Thessaloniki, of the first two anniversaries of the Greek army's entrance in the city, [11.12.1913, 13.11.1914 ]


  





                                       Στον Νέστορα,  χρόνια πολλά στην εορτή του               



Εικόνα 1. Η πρώτη κάρτα την οποίαν έστειλε ο Giorgio Morpurgo από την Θεσσαλονίκη, στην Fulvia Rimini στην Τεργέστη, στις 10 Απριλίου 1913



      12 Νοεμβρίου 1913[1]

Dear friend[2],

Άργησα λιγάκι να  απαντήσω για να μπορέσω να σας περιγράψω με αυτό το γράμμα μου δύο εκδηλώσεις, που διέκοψαν την καθημερινότητα της ζωής μας. Αλλά πριν αναφερθώ σ’ αυτές, θέλω να σας ευχαριστήσω και πάλι που θυμηθήκατε τα γενέθλιά μου και για τις ευγενικές μουσικές  ευχές που μου στείλατε.[3]
Το περασμένο Σάββατο, 8 Νοεμβρίου, συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που η Θεσσαλονίκη είχε υποδεχθεί στα αιώνια τείχη της τον νικητή Βασιλέα Κωνσταντίνο, τότε Διάδοχο της Ελλάδος. Μετά από έξι αιώνες σκλαβιάς υπό τον ζυγό της ημισελήνου, η αρχαία πόλη χαιρέτιζε ξανά τον Σταυρό.
Ήταν η ημέρα του Αγίου Δημητρίου, ο παλαιός Άγιος του Βυζαντίου είχε οδηγήσει το νικηφόρο στράτευμα κατά ειρηνικά κύματα προς την  Θεσσαλονίκη και έκανε να ανοίξουν οι πύλες της, αυτήν την ίδια ημέρα, που είναι αφιερωμένη σ' εκείνον. Φέτος, λοιπόν, οι κάτοικοι θέλουν να γιορτάσουν με αντάξιο τρόπο, το ευτυχές γεγονός. Δημιουργήθηκε μια Επιτροπή[4], μέλος της οποίας ήταν και ο πατέρας μου, για να αποφασίσουν το πρόγραμμα.
Αρχικά υπήρχε η ελπίδα ότι θα ερχόταν ο ίδιος ο Βασιλεύς, αλλά αυτός δεν μπορούσε και έστειλε ως εκπρόσωπό του τον Διάδοχο.  
Το Σάββατο λοιπόν, ενώ ο πατέρας μου με τα μέλη της Επιτροπής περίμενε τον Πρίγκιπα στο λιμάνι για να τον υποδεχθεί εξ ονόματος του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, εγώ, συνοδεύοντας δύο κυρίες, πήγα κατευθείαν στην παλαιά βασιλική εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τζαμί κατά την τουρκοκρατία, τώρα δε, αφιερώθηκε και πάλι στην ορθοδοξία[5]. Μια μικρή λεπτομέρεια που θα σας διασκεδάσει: το ένδυμα ήταν επίσημο για τους άνδρες, και μου φάνηκε εξαιρετικά κωμικό να φοράνε τέτοια ρούχα, αποκλειστικά βραδινά, στις 9 το πρωί μέσα στον ήλιο. Κάθε τόπος έχει και τις συνήθειές του. Καθώς έφτασα στην βασιλική, στάθηκα σε μια εξαιρετική θέση απέναντι από την Αγία Τράπεζα. Η παλιά εκκλησία ήταν κατάμεστη, μπροστά κομψές κυρίες, άνδρες με κοστούμι, στολές, παράσημα, πιο πίσω όλες οι κοινωνικές διαβαθμίσεις  του πληθυσμού.  O κλήρος με πλουσιότατα ενδύματα ήδη ψάλλει την  θεία λειτουργία. Και να, το κανόνι βροντάει, Εκείνος αποβιβάζεται, για δέκα λεπτά ηχούν οι σάλπιγγες, εισέρχεται συνοδευόμενος από την Επιτροπή, την  Φρουρά του, ανεβαίνει σε ένα βάθρο ντυμένο με πορφύρα, είναι νέος, σχεδόν παιδί, παρά ταύτα, το πλήθος χαιρετά με ξέφρενα ζήτω τον εκπρόσωπο του βασιλικού οίκου, τον γιο του Απελευθερωτού Βασιλέως. Ο κλήρος ψάλλει το Te Deum[6]. Έπειτα, ο Γεννάδιος, Επίσκοπος της Θεσσαλονίκης, με θερμά και γεμάτα ενθουσιασμό λόγια παραθέτει στον νεαρό πρίγκιπα τις ημερομηνίες 1430-1821-1912[7] και ζητά την ευλογία του Παντοδύναμου για τα διάφορα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Το πλήθος χειροκροτεί και η βασιλική εκκλησία αντηχεί από τα βροντερά "ζήτω" (evviva). Ο πρίγκιπας ασπάζεται το χέρι του Επισκόπου και εξέρχεται, η ακολουθία με τις άμαξες ανασυντάσσεται, συνοδεύοντάς τον μέχρι την αποβάθρα.
Το απόγευμα, φόρεσα ένα κουστούμι λιγότερο φανταχτερό και πήγα με τη μητέρα μου στη δεξίωση που προσέφερε η Θεσσαλονίκη στον Διάδοχο.[8]
 Ήρθε πολύς κόσμος,  και  διασκέδαζα να στέκομαι στις πόρτες των αιθουσών για να βλέπω την παρέλαση των προσκεκλημένων, το πολύχρωμο κύμα ξεχύνονταν προς το μέρος μου, άλλοτε ξεχώριζε μια κομψή τουαλέτα σύμφωνα με την τελευταία λέξη της παρισινής μόδας, άλλοτε κάποια "τούμπα"[9] που θα πρέπει να γνώρισε την αυγή του 19ου αιώνα. Η μεγάλη αίθουσα είναι ήδη κατάμεστη, οι εξέδρες είναι γεμάτες από Θεσσαλονικιώτικη κομψότητα. Ο πρίγκιπας φτάνει και τον υποδέχεται πάντα η ίδια Επιτροπή, ακούγεται μουσική, γίνονται προπόσεις, ο κόσμος κουβεντιάζει, και μετά, καθώς όλα έχουν ένα τέλος σε αυτόν τον κόσμο, [ο πρίγκηψ] αποχωρεί.  Εγώ δειπνώ με τη μητέρα μου στο κλαμπ, απ’ όπου απολαμβάνουμε την φωταψία του περιπάτου κατά μήκος  της θάλασσας [παραλίας], καθώς και μια μεγάλη λαμπαδηφορία[10], στις 10 ο πατέρας μου  επιστρέφει από το επίσημο γεύμα που δόθηκε στο Διοικητήριο[11], ακόμη μερικά πυροτεχνήματα και επιστρέφουμε στο σπίτι, πολύ κουρασμένοι από μία ημέρα τόσο γεμάτη.
Χθες η ιταλική παροικία έδωσε ένα Γεύμα για να γιορτάσει τα γενέθλια του Βασιλέως μας[12]. Όλοι επέμεναν να παρευρίσκεται ο πατέρας μου, όμως αυτός αρνήθηκε, για να μην καθίσει στο ίδιο τραπέζι με εκείνον τον τιποτένιο άνθρωπο που δυστυχώς συνεχίζει να έχει εδώ το ίδιο αξίωμα. Η παροικία λοιπόν ήθελε να πάω, τουλάχιστον εγώ, και μάλιστα να ασχοληθώ με την διοργάνωση μαζί με μερικούς άλλους νέους. Σ’ αυτό το αίτημα, ο πατέρας μου συγκατατέθηκε, για να αποδείξει στην παροικία ότι δεν έχουμε κάτι εναντίον της.
Εδώ και μία εβδομάδα λοιπόν τριγυρνώ  με αποστολή, με άλλους δύο, να ταξινομώ προσκλήσεις. Συναντιόμασταν στο ταχυδρομικό γραφείο, συζητώντας τις διάφορες ενέργειες που έπρεπε να κάνουμε. Χθες εργάστηκα στη σάλα, βοηθώντας στη διακόσμηση. Όλα ήταν έτοιμα, στις 8 οι προσκεκλημένοι άρχισαν να φθάνουν. Η δεξίωση ήταν πολύ χαρούμενη, πολλές προπόσεις, ωραίες συζητήσεις, αλλά για εμένα, δυστυχώς, έλειπε αυτός ο οποίος μεταξύ τόσων Ιταλών - και μπορώ να το πω με υπερηφάνεια - εδικαιούτο την πλέον υψηλή θέση, και τον οποίο η συκοφαντία μιας άνανδρης και φθονερής ψυχής απομάκρυνε από αυτήν την πατριωτική συγκέντρωση. Ας ελπίσουμε ότι η δικαιοσύνη θα θριαμβεύσει! Για εμένα ήταν μια κάποια παρηγοριά η αίσθηση, ότι εγώ ήμουν περικυκλωμένος από φίλους, ενώ εκείνος - αυτός ο καταραμένος - ούτε αγαπάται, ούτε  εκτιμάται από κανένα.[13]
Αυτές είναι οι δύο εορτές για τις οποίες σας μίλησα, ελπίζω ότι αυτή η περιγραφή δεν σας κούρασε πάρα πολύ, αλλά τι τα θες,  το χρονικό της Θεσσαλονίκης, είναι τόσο φτωχό που θα χρειαζόταν η πένα ενός Ντ’ Ανούντσιο για να του δώσει λίγο ενδιαφέρον.
Εδώ και λίγες εβδομάδες έχουμε ανάμεσά μας έναν Ελληνικό Θίασο Οπερέτας.[14] Δεν είναι και πολύ κακοί - πήγα δύο φορές - άκουσα το  La principessa dei dollari[15] και το “Sogno di Valzer[16]: η σκηνοθεσία δεν είναι κάτι το εξαιρετικό και οι τραγουδιστές υπολείπονται από το να είναι καλοί,  αλλά η ορχήστρα δεν είναι άσχημη, γι’ αυτό πήγα, τόσο για να απολαύσω τη μουσική, φρέσκια πάντα σε αυτές τις οπερέτες, όσο και  για να θυμηθώ τα όμορφα χρόνια στο Λονδίνο, όπου είχα πάει σε όλες [τις παραστάσεις].
Αναμφισβήτητα η πιο αγαπημένη μου διασκέδαση παραμένει το κυνήγι, κατά την διάρκεια του οποίου χαίρομαι, τις ώρες που περνώ στη φύση: στον ήλιο, στα χωράφια, στα βουνά, ανάμεσα στα βράχια και τα ρυάκια. Από τότε που σας έγραψα πήγα για κυνήγι τρεις φορές, η πρώτη με αποτέλεσμα λίγο-πολύ άθλιο, οι άλλες δύο  πολύ καλύτερες,  σκότωσα επτά ορτύκια τη μία φορά και έναν λαγό και την άλλη έντεκα ορτύκια. Αυτήν την τελευταία φορά, έκανα μια πολύ πετυχημένη βολή, καθώς σκότωσα τρία με ένα φυσίγγιο. Προβλέπω ότι εσείς, γνωρίζοντας ότι οι ιστορίες με τους κυνηγούς πρέπει να περνάνε από κόσκινο, καθώς θα διαβάζετε αυτό το σημείο θα γελάτε, λέγοντας ότι ο φίλος Morpurgo επινοεί, και όμως μπορώ να σας διαβεβαιώσω, στο λόγο της τιμής μου, ότι σας έχω πει την αλήθεια. Θα σας περιγράψω εκτενέστερα μερικές ημέρες  κυνηγιού, σε κάποια άλλη επιστολή μου, εν τω μεταξύ, σας εσωκλείω μία φωτογραφία, που ένας φίλος μου με έβγαλε κατά την τελευταία μας εξόρμηση. Την τράβηξε την 1η Νοεμβρίου: θα παρατηρήσετε από τα ρούχα μου ότι εδώ κάνει ακόμη ζέστη και ότι μέχρι το ηλιοβασίλεμα κυνηγούσα με το πουκάμισο. Δεν πρέπει στ' αλήθεια να παραπονιόμαστε, ο καιρός είναι υπέροχος. Εμφάνισα το τελευταίο φιλμ από το Μιλάνο και την Τεργέστη, [οι φωτογραφίες] είναι ωραίες, δεν έχω όμως ακόμη βρει τον χρόνο να τις τυπώσω - θα σας τις στείλω το συντομότερο δυνατόν.
Ξεκίνησα σήμερα να διαβάζω το “LOmbra del Passato[17], σε λίγο θα έχω διαβάσει τα βιβλία σας και θα σας τα στείλω, συγγνώμη που τα έχω κρατήσει τόσο καιρό.
Και νομίζω ότι φτάνει για σήμερα η φλυαρία, περιμένοντας σύντομα τα καλά νέα σας, σας σφίγγω θερμά το χέρι

Giorgio Morpurgo


[1] Ο Giorgio, στην αλληλογραφία του, χρησιμοποιεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο, επομένως οι ημερομηνίες των δημοσιευομένων επιστολών με το παλαιό ημερολόγιο, το οποίον ακόμα τότε ίσχυε στο ελληνικό κράτος είναι 1/11 και 31/10 αντιστοίχως και αυτό σημαίνει, ότι οι επιστολές γράφονται χρονικά πολύ κοντά στα γεγονότα στα οποία αναφέρονται.  
[2] Dear friend. Στην πρώτη επιστολή, την οποία στέλνει ο G. προς την F. από την Θεσσαλονίκη, στις 14/4/1913, την αποκαλεί, κατά τρόπον τυπικόν, Gentile Signorina.  Από την επομένη, διασωθείσα, επιστολή της 24/9/1913 και για αρκετό διάστημα,  στην αρχή της αλληλογραφίας τους, ο Giorgio την προσφωνεί με το Dear friend. Οι δύο λέξεις πρέπει να αποτελούν μία δική τους – εσωτερική, ίσως παιγνιώδη – μυστική λεκτική σύνδεση, η οποία σχηματίστηκε όταν συναντήθηκαν δεύτερη φορά, το καλοκαίρι του 1913  και, προφανώς, γι’ αυτούς σημαίνει κάτι διαφορετικό και κάτι περισσότερο από την σημασία των δύο λέξεων και την συνήθη χρήση τους, στην αρχή των επιστολών.
[3] Τα γενέθλια του G. είναι την 1 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο.
[4]Η Επιτροπή επί της δεξιώσεως είχε Πρόεδρο τον Κλέωνα Χατζηλαζάρου και μέλη τους: Ηλία [Ελί] Μοδιάνο, Μ. Μορπούργο, Ν. Σαλτιέλ,  Π. Κίρτση και τους Παν. Επισκόπους: Κίτρους Παρθένιο, Πολυανής Φώτιο, Καμπανίας Διόδωρο, Ιερισσού και Αγίου Όρους Σωκράτη και Αρδαμερίου Ιωακείμ.
[5] Καραθανάσης, Αθανάσιος, Η πρώτη δωδεκαετία, εν μέσω θυέλλης, της αρχιερατείας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου Αλεξιάδου (1912-1924), στον τόμο: Επιστημονική ημερίδα «Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης 1912-1951», Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης, 1992, σ.339. Ο Αθ. Καραθανάσης σημειώνει σχετικά, αντιγράφοντας από τον Κώδικα των Πρακτικών της Επισκοπικής Συνόδου Θεσσαλονίκης: «Την επομένη, 26 Οκτωβρίου 1913, η Θεσσαλονίκη εόρταζε την πρώτη επέτειο των “Ελευθερίων” της και την ημέρα αυτήν ο Γεννάδιος επέλεξε να αποδώσει στην χριστιανική λατρεία τον ναό του Αγίου Δημητρίου – “καθαγιάζεται ο αρχαίος ιστορικός ναός του Αγίου Δημητρίου ο μεταβληθείς, ως γνωστόν υπό του τούρκου κατακτητού εις τέμενος” διαβάζουμε στα σχετικά πρακτικά.». 
[6] Te Deum [Laudamus]: Ύμνος της χαράς και της ευχαριστίας προς τον Θεό - θρησκευτικοί ύμνοι της πρωτοχριστιανικής περιόδου, οι οποίοι αρχικώς απεδόθησαν στους αγίους Αυγουστίνο και Αμβρόσιο [γνωστοί και ως Αμβροσιανοί ύμνοι]. Σήμερα θεωρείται, ότι πρώτος συνέθεσε  Te Deum ο Νικήτας επίσκοπος Remesiana στις αρχές του 5ου αιώνος. Είναι εν χρήσει, κυρίως, στην Καθολική και Αγγλικανική Εκκλησία. Στην επιστολή του ο G.  χρησιμοποιεί το Te Deum μάλλον  με την έννοια της δοξολογίας και ευχαριστίας του πλήθους των πιστών προς τον Θεόν μαζί φυσικά με το γεγονός ότι αναφέρεται σε μία θρησκευτική τελετή με έντονο τον δημόσιο χαρακτήρα της.
[7] Πράγματι ο λόγος του Γενναδίου, όπως δημοσιεύεται ολόκληρος στην Μακεδονία της 27ης αρχίζει με την φράση: «Υψηλότατε, ήτο η 29 Μαρτίου 1430» συνεχίζει στην δεύτερη παράγραφο με την φράση: «Ήτο η 26 Οκτωβρίου 1912»  ενώ στο μέσον περίπου του λόγου  παραθέτει «το παράγγελμα του εθνομάρτυρος Ρήγα του Φεραίου: επάνω στας σημαίας υψώστε τον Σταυρόν και σαν αστροπελέκια χτυπάτε τον εχθρόν» και κλείνει με την επίκληση  προς τον Άγιο Δημήτριο να ίσταται ως φρουρός της πόλεως, να σκέπει  το έθνος και τον στρατόν και να φυλάττει τα μέλη της βασιλικής οικογενείας [αναφέρει ονομαστικώς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο, την Βασίλισσα Σοφία και τον παριστάμενο διάδοχο Γεώργιο].
[8] Η δεξίωσις έγινε στις στολισμένες αίθουσες του Κήπου του Λευκού Πύργου με την παρουσία των επισήμων αλλά και μεγάλου πλήθους κόσμου. Ο Διάδοχος αφικνείται στις τέσσαρες παρά τέταρτο και θα παραμείνει στις αίθουσες του Κήπου περίπου μία και μισή ώρα. Στην δεξίωση «προσεφέρθη καμπανίτης» και ο  Κλέων Χατζηλάζαρος «υψώσας το κύπελλον προσεφώνησε» τον Διάδοχο. Σημαντική είναι αυτές τις ημέρες η παρουσία του Κλέωνος Χατζηλαζάρου, της συζύγου του Βιργινίας και των μελών της Επιτροπής. Ενδεικτική είναι η σημείωση της «Μακεδονίας» στις τελευταίες γραμμές της περιγραφής της Δεξιώσεως: «Ακολούθως η Α.Β.Υ. παρέμεινε εις την ιδιαιτέραν αίθουσαν συνομιλών μετά της εριτίμου κυρίας Κλέωνος Χατζηλαζάρου και τινων άλλων κυριών, μετά του αρχιρραβίνου και τινων εγκρίτων Ισραηλιτών συμπολιτών μας και πολλών άλλων».     
[9] Τύπος ημίψηλου καπέλου, το οποίο φορέθηκε μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Μία διάσημη προσωπικότητα η οποία εμφανίζονταν με τούμπα, ήταν ο συνθέτης Τζιουζέπε Βέρντι.
[10] Οι στρατιώτες και πολίτες οι οποίοι  συμμετείχαν  στην λαμπαδηφορία συγκεντρώθησαν στο πεδίον του Άρεως και δια της παραλιακής οδού και της Σαμπρή πασσά [Βενιζέλου]  «εν εξάλλω ενθουσιασμώ με ζητωκραυγές και άσματα πατριωτικά»  έφτασαν στο Διοικητήριο «όπου εδίδετο το επίσημον γεύμα προς τιμήν της Α.Β.Υ. του Διαδόχου και όπου ο ενθουσιασμός των λαμπαδηφόρων έφθασε εις το κατακόρυφον.».
[11]Το επίσημον γεύμα παρετέθη στις 8 το εσπέρας στην μεγάλη αίθουσα του Διοικητηρίου «όπου τα γραφεία της Διευθύνσεως των Οικονομικών». Παρεκάθησε μεγάλος αριθμός επισήμων: στρατιωτικοί, πολιτικοί και αρκετοί παράγοντες της κοινωνικής ζωής της πόλεως. Παρευρέθη και ο Moise Morpurgo μαζί με τα άλλα μέλη της Επιτροπής. Έχει ενδιαφέρον η βραχεία πρόποση του Διαδόχου, την οποία σώζει η «Μακεδονία» και είναι μία από τις ελάχιστες καταγραμμένες  δημόσιες φράσεις του Γεωργίου κατά την διάρκεια της παραμονής του στην πόλη: «Προπίνω εις υγείαν της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ζήτω ο Βασιλεύς». Καμία αναφορά στην πόλη και στην επέτειό της.  Μετά το γεύμα, ο Διάδοχος κατευθύνθηκε συνοδευόμενος από τον Γεν. Διοικητή Ρέπουλη, τον  Κλ. Χατζηλαζάρου και τα άλλα μέλη της Επιτροπής προς την Νέα Λέσχη, εις την εξώθυρα της οποίας τον υπεδέχθη ο πρόεδρός της Κ. Πλατσούκας.  Εκάθισε στον γωνιαίο εξώστη της Λέσχης και παρακολούθησε την καύση των πυροτεχνημάτων στην πλατεία του Λευκού Πύργου, με την οποίαν έκλεισε η εορτή της πρώτης επετείου της απελευθερώσεως της πόλεως. Ο Διάδοχος ανεχώρησε από την Λέσχη στις 11 και η Βασιλική θαλαμηγός Αμφιτρίτη απέπλευσε τα μεσάνυχτα με προορισμό την Χαλκίδα «οπόθεν η Α.Β.Υ. ο Διάδοχος θα μεταβή δι’ εκτάκτου αμαξοστοιχίας εις Αθήνας».
[12] Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ' [ Vittorio Emanuele III] 11/11/1869 – 28/12/1947, Bασιλεύς της Ιταλίας (29/7/1900 – 9/5/  1946). Επιπλέον, διεκδίκησε τους θρόνους της Αιθιοπίας  και της Αλβανίας ως Αυτοκράτωρ της Αιθιοπίας (1936–41) και Βασιλεύς των Αλβανών (1939–43), αλλά δεν αναγνωρίσθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Κατά την διάρκεια της μακράς βασιλείας του, η οποία ξεκίνησε με την δολοφονία του πατέρα του  Umberto I, το Βασίλειο της Ιταλίας ενεπλάκη σε δύο παγκοσμίους πολέμους. Η βασιλεία του επίσης, περιέβαλλε την γέννηση, την άνοδο και την πτώση του Ιταλικού Φασισμού.
[13]Σύμφωνα με τoν Giorgio Morpurgo κάποιος από την ιταλική παροικία «που δυστυχώς συνεχίζει να έχει εδώ το ίδιο αξίωμα» - επομένως κάποιος επίσημος της Ιταλικής παροικίας - συκοφάντησε και εξ αυτού του γεγονότος  δημιουργήθηκε πρόβλημα στον Moise Morpurgo και στην σχέση του με την Ιταλία, την πατρίδα του. Αργότερα το 1915, το ζήτημα αυτό επανήλθε στην δημοσιότητα και τότε ο Κλέων Χατζηλαζάρου με απόλυτο τρόπο στήριξε το ήθος, την ακεραιότητα και τον πατριωτισμό [προς την Ιταλία πάντα] του φίλου του Moise Morpurgo. Η επιστολή του Κλ. Χατζηλαζάρου και η σχετική με το ζήτημα αυτό του ιδίου του Moise Morpurgo, υπάρχουν στο αρχείο μας και θα δημοσιευτούν αργότερα.
[14]Αυτό το διάστημα στην Θεσσαλονίκη ευρίσκεται ο θίασος του ζεύγους Αφεντάκη. Στο φύλλο της «Μακεδονίας» της 31/10/1913 στην δεύτερη σελίδα και στη στήλη «Θεατρικά» - Θέατρον Λευκού Πύργου, υπάρχει σχετικό σημείωμα για τις παραστάσεις του Θιάσου: «Ωραία από πάσης απόψεως η χθεσινή παράστασις με την θαυμαστήν οπερέτταν Έρως Αθιγγάνων. Η δ/νίς Κολυβά και η κ. [Έλλη] Αφεντάκη εδέχθησαν θερμά και πάλιν χειροκροτήματα. Απόψε Πριγκίπισσα δολλαρίων.».   

[15] La Principessa Dei Dollari ("Die Dollarprinzessin").Βιέννη,1907.Οπερέτα σε τρείς πράξεις του Fall Leo (Olmutz,1873-1925)

[16] Ein Walzertraum (A Waltz Dream) είναι μία οπερέτα σε τρείς πράξεις του Βιεννέζου συνθέτη Oscar Nathan Straus (6/3/1870 – 11/1/1954) Πρεμιέρα: (2/3/ 1907 ) στο  Carltheater της Βιέννης
[17] “LOmbra del Passato”: Μυθιστόρημα της Grazia Deledda (27/9/ 1871, Σαρδηνία—15/8/1936, Ρώμη), συγγραφέως η οποία επηρέασε την σχολή του ρεαλισμού, στην Ιταλική Λογοτεχνία. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1926. 


13 Νοεμβρίου 914

My dear Friend,
           Δεν είναι ανάγκη να ζητάτε συγγνώμη για την ειλικρινή κριτική  για τις μεγεθύνσεις μου, αφού γνωρίζετε πολύ καλά πως εκτιμώ πάρα πολύ την ειλικρίνεια֗  και ήταν προφανές ότι δεν ήταν άξιες επαίνων, τις έστειλα από περιέργεια. Οι φωτογραφίες που τραβήχθηκαν με την μικρή μηχανή του Guido[18] είναι πραγματικά θαυμάσιες και θα σας στείλω μερικές ακόμη εντός ολίγου.  Σας συνιστώ αυτό το φιλμ που έχετε στην μηχανή και να συνεχίσετε να λέτε ευθαρσώς την αλήθεια, θα σας λέω πάντοτε μπράβο.
          Τόσο το καλύτερο αν έχουν και λίγη μουσική, αν σας ευχαριστεί και να σκέπτεσθε μερικές φορές πως εγώ είμαι υποχρεωμένος να μην ακούω άλλη μουσική από εκείνη που ξεχύνεται δυστυχώς σχεδόν ασταμάτητα από ένα κατάστημα φωνογράφων που βρίσκεται κάτω από το γραφείο μου. Αν ξέρατε τι απόλαυση!
           Τώρα λοιπόν ασχολείσθε με την μαγειρική; Και πολύ καλά κάνετε, είναι αλήθεια πως κάτι τέτοιο δεν είναι και ό,τι πιο ποιητικό, μα δεν έχει σημασία, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο. Τι τα θες, δεν είμαι θαυμαστής της "superwoman", που δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για τα μεταφυσικά και την  διαπλανητική ζώνη! και επίσης σας γνωρίζω αρκετά καλά  ώστε να μην φοβάμαι ότι λίγη μαγειρική θα κατέπνιγε τις φιλοδοξίες  σας τις πιο υψηλές. Συναγωνισθείτε λοιπόν με τον Vatel[19]  και στο μεταξύ εγώ ήδη  γλείφω τα χείλη μου με την ελπίδα ότι αύριο, μεθαύριο θα δοκιμάσω κάποιο πιάτο ετοιμασμένο από τα χέρια σας…αυτά ενός expert.
            Ώστε η Τεργέστη «κουβεντιάζει» και ανακοινώνει πως έχετε αρραβωνιασθεί; και πως αυτός είναι στον πόλεμο;  Ας ελπίσουμε ότι οι εχθρικές σφαίρες θα είναι επιεικείς και [δεν] θα τον κρατήσουν ζωντανό. Ακόμη και ο Guido τελευταία υπήρξε στόχος και όλη η πόλη βούιξε από τα αρραβωνιάσματά του με μία δεσποινίδα της οποίας ακόμη και το όνομα αναφέρονταν!  ο κακομοίρης ενοχλήθηκε για τα καλά!
           Αυτό το χρονικό, είναι ένα Βασιλικό χρονικό.  Θα σας διηγηθώ την υποδοχή που έγινε από την πόλη μας στην Α.Μ. Κωνσταντίνο της Ελλάδος. Την περασμένη Κυριακή ήταν η επέτειος της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης και ο Βασιλεύς με τρεις πρίγκιπες[20] ήλθε για να εορτάσει αυτή την επίσημη ημέρα. Το πρωί εψάλλη η Δοξολογία στον Άγιο Δημήτριο, όμως εγώ δεν παρευρέθηκα, προτίμησα να πάω με το άλογο να παρακολουθήσω το πέρασμα της Βασιλικής Φρουράς και στις 12 βοήθησα στην επιθεώρηση του στολισμού μας[21].
          Το απόγευμα[22] ο Βασιλεύς τίμησε με την παρουσία του το τσάι στην οικία Χατζηλαζάρου[23], πολύ καλών μας φίλων, όπου ήμασταν προσκεκλημένοι. Ήλθε με μικρή στολή ναυάρχου και ήταν συμπαθέστατος. Μίλησε με διάφορες κυρίες. ήπιε τσάι, έπαιξε μία παρτίδα μπριτζ, είδε την μικρή Χατζηλαζάρου, την οποία είχε βαπτίσει την προηγούμενη χρονιά και ήταν τρυφερός, βλέποντας την αθώα αφέλεια με την οποία η μικρή, που δεν έκλεισε ακόμη χρόνο, του κουνούσε μπροστά στο πρόσωπο μία ασημένια κουδουνίστρα ˙ και ο φτωχός Βασιλεύς ήταν υποχρεωμένος να δείχνει πολύ ενδιαφέρον για την κουδουνίστρα της αναδεξιμιάς.
          Το βράδυ δόθηκε ένας μεγάλος χορός  στην Νομαρχία, ξέθαψα επί τούτου το επίσημο ένδυμά μου και προσπάθησα να υποβάλλω τα σέβη μου στην Βασιλική οικογένεια, αλλά δεν τα κατάφερα. Αν και υπήρχε πολύς κόσμος, πολλές ωραίες τουαλέτες, εγώ δεν συμμετείχα στην γενική ευθυμία, χόρεψα λίγο και σχεδόν – σχεδόν βαρέθηκα. Γενικά όμως το θέαμα ήταν ενδιαφέρον. Ο Βασιλεύς χόρεψε δύο καντρίλιες με πολύ μπρίο. Μου έδωσε την εντύπωση ενός άνδρα συμπαθέστατου, απλού, ενός αληθινού στρατιώτη.
            Και τώρα, ο Βασιλεύς και η Βασιλική οικογένεια έχουν φύγει, οι όμορφες στολές και το κοστούμι μου μπήκαν στην ναφθαλίνη, οι σημαίες και τα σύμβολα ξαναδιπλώθηκαν, οι τρομπέτες δεν ηχούν παρά μόνο για τα ράντζα και τα εγερτήρια και επιστρέψαμε στην μοναχική ζωή,  γκρίζα όπως ο σημερινός ουρανός που ρίχνει νερό με τα κανάτια και με κάνει να σκέφτομαι ότι αύριο θα είναι μια μέρα πλήξης, αφού είναι Σάββατο και θα αναγκασθώ να ακυρώσω το κυνήγι[24]. Απαίσιε καιρέ, άφησέ μου τουλάχιστον τα λιγοστά μου χόμπι.
            Βρήκα επιτέλους την πιστή ψυχή, αυτή που με αγαπά και εκτιμά: είναι η Diana[25], η καλή μου η Diana, που μου είναι αφοσιωμένη με έναν θαυμαστό τρόπο, πρέπει να την δείτε όρθια στα πίσω της πόδια, να περνά την μουσούδα από τα κάγκελα για να μου γλείψει το χέρι μία τελευταία φορά, όταν φεύγω για το γραφείο και μετά, όταν απομακρύνομαι, να κλαίει, να γρυλίζει, να απελπίζεται. Και όταν γυρνάω σπίτι, είναι η αληθινά τρελή χαρά, πηδάει στον αέρα, κάνει σβούρες και χίλια σημάδια ευτυχίας. Καλό ζωάκι κι εγώ σ' αγαπάω πολύ και είμαστε ένα ζευγάρι μεγάλων φίλων.
             Παρακολούθησα δύο διαλέξεις, μία σχετικά με την Γαλλία και μία για την Θεσσαλονίκη από τις αρχές της έως τις ημέρες μας. Αρκετά ενδιαφέρουσες, μ' έκαναν να περάσω δύο ώρες πολύ ευχάριστες.
              Δεν σας μιλώ για τον πόλεμο, είναι ένα θέμα πολύ θλιβερό, όταν σκέφτεσαι τις δυστυχίες που προκαλεί.
              Να μου είσαστε καλά και δεχθείτε τους εγκάρδιους χαιρετισμούς από τον
Giorgio M



 [18] Guido: ο επιστήθιος φίλος καθ’ όλην  αυτήν την περίοδο του Giorgio. Σύμφωνα με μία πληροφορία της I.-FMorpurgo, εγγονής του Giorgio, το επίθετο του Guido ήταν Modiano και αυτόν, τον Guido Modiano θυμόταν ο  Claudio, γιος του Giorgio, να τον  αναφέρει συχνά ο πατέρας του ως τον στενότερο φίλο του, εκείνης της εποχής, στην Θεσσαλονίκη. Πιθανόν, να υπήρξε και Modiano φίλος του Giorgio  με το ίδιο κύριο όνομα, αυτός όμως εδώ ο Guido, ο σταθερός και πολύτιμος φίλος των επιστολών, είναι ο Guido Errera.  Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1891 – οι δύο νέοι είναι συνομήλικοι και συμμαθητές– έζησε στην πόλη και, αργότερα το 1917, παντρεύτηκε την ιατρό Cosetta (CosetteLazzari, στο Μιλάνο. Εκεί δημιούργησε το εργοστάσιο πλεκτών και καλτσοποιΐας με την επωνυμία Errera S.A.  Το επίθετο του Guido σημειώνει ο Giorgio πρώτη φορά σε επιστολή του προς την Fulvia της 13/10/1913, ενώ τα άλλα στοιχεία για τον Guido  προέρχονται από έγγραφο της κόρης του ζεύγους Errera –  από μία δικαστική απαίτηση [επί] ανενεργού λογαριασμού Tραπέζης της Ελβετίας, ο οποίος ανήκε σε  θύματα του Ολοκαυτώματος, στους γονείς της [Claims Resolution Tribunal * In re Holocaust Victim Assets Litigation]. Φαίνεται ότι ο GErrera γνώρισε, ενωρίς, μέσω του Giorgio την Fulvia  και αργότερα όταν και αυτός, κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στον Ιταλικό στρατό, έστειλε από το μέτωπο στην F. στρατιωτικά δελτάρια, τα οποία διεσώθησαν και θα δημοσιευτούν.       
[19] Ο Francois Vatel είναι γνωστός ως ο σπουδαίος Γάλλος chef  ο οποίος αυτοκτόνησε το πρωί της 24 Απριλίου 1671 στο Chantilly της Γαλλίας, επειδή καθυστέρησε η παραγγελία ψαρικών την οποία περίμενε, κατά την ημέρα της επισκέψεως του Λουδοβίκου 14ου στου Πρίγκηπα  Condé, όπου ο  Vatel ήταν υπεύθυνος "maître d'hôtel". Είχε μείνει άγρυπνος 12 ημέρες, έχοντας να φροντίσει για την φιλοξενία 600 ευγενών και μερικών χιλιάδων επιπλέον ατόμων, τα οποία συνόδευαν τον Βασιλέα. Έφθασε σε τέτοια κατάσταση άγχους εξ αιτίας διαφόρων μικρο-ατυχιών, ώστε δεν άντεξε την τελευταία αυτή αναποδιά. Η Madame de Sévigné γράφει σ’ ένα από τα περίφημα γράμματά της γι’ αυτό το περιστατικό και εκεί πρέπει να διάβασε την ιστορία ο Giorgio.
[20] Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο 7935, Κυριακή 26 Οκτωβρίου 1914. Οι τρεις πρίγκηπες είναι: ο Διάδοχος Γεώργιος και οι Νικόλαος και Αλέξανδρος, γιοι και οι τρεις του Βασιλέως Κωνσταντίνου.
[21] Πιθανόν αναφέρεται στον στολισμό αψίδος της Ιταλικής παροικίας Θεσσαλονίκης προς τιμήν του Βασιλέως Κωνσταντίνου.
[22] Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο 7936, Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 1914. Σε δίστηλο άρθρο στην 4η σελίδα περιγράφεται «Η τελετή της Σημαίας», την Κυριακή,  στο πεδίον του Άρεως της Θεσσαλονίκης. Παρευρίσκονται ο Βασιλεύς και οι πρίγκηπες, οι οποίοι φθάνουν στον χώρο της τελετής στις 3.22’ και από εκεί «την 4 και 25’ ο Βασιλεύς και οι πρίγκηπες επεσκέφθησαν τον κ. Κλέωνα Χατζηλαζάρου…Την 10 μ.μ. ο Βασιλεύς μετέβη εις την χοροεσπερίδα».  
[23] Από το blog της Άννας Αγγελοπούλου: http://annagelopoulou.blogspot.gr/2012/05/blog-post_24.html.
Ο Κλέων Χατζηλάζαρος ήταν γιος του Περικλή Χατζηλαζάρου - πλουσίου και ισχυρού παράγοντος της χριστιανικής Κοινότητος Θεσσαλονίκης -  και της Αμερικανίδος Lucy [Λουκίας] Carr Upton, κόρης γερουσιαστού από την Virginia των  Η.Π.Α. Ο Κλέων, σπούδασε νομικά και εργάσθηκε ως Διευθυντής [1915] στην Τράπεζα της Ανατολής.  Υπήρξε προσωπικός φίλος του Βασιλέως Κωνσταντίνου και ως εκ τούτου αναγκάστηκε κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το έτος 1917,  να μετεγκατασταθεί με την οικογένειά του διαδοχικά στην Νότιο Γαλλία και στην Ιταλία. Επέστρεψαν το 1919 στην Θεσσαλονίκη και από το 1921 διέμειναν μόνιμα στην Αθήνα. Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου σε υποσημείωση στο βιβλίο του «Το Παπάφειο Ορφανοτροφείο και το Επιπλοποιείο του» δίνει την πληροφορία, ότι μετά τον θάνατο του Περικλή Χατζηλαζάρου [1917], ο Κλέων αμφισβήτησε την διαθήκη του πατέρα του, με την οποία η μεγάλη οικογενειακή περιουσία πέρασε όλη στην Ευφροσύνη, την δεύτερη σύζυγο του Περικλή, ενώ ο ίδιος ο Κλέων ουσιαστικά αποκληρώθηκε. Ο Κλέων προσέβαλε την διαθήκη ενώπιον του δικαστηρίου με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μία δικαστική διαμάχη μεταξύ αυτού  και της Ευφροσύνης. Αργότερα, ο Κλέων Χατζηλαζάρου αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και στο τέλος χρεωκόπησε. Πέθανε το έτος 1934 – το ίδιο έτος πέθανε και η σύζυγός του, Βιργινία.  
 [24] Στο τέλος και των δύο επιστολών αναφέρεται στο διπλό πάθος του: το κυνήγι και τη φύση. Αυτά τα δύο του παρέχουν σταθερά την μεγαλύτερη ικανοποίηση και τις πιο δυνατές συγκινήσεις στη ζωή του αυτή την εποχή  και αποτελούν το θετικό αντίβαρο της απωλείας όσων πολιτισμικών αγαθών στερείται, διαμένοντας στην Θεσσαλονίκη.      
[25] Διαβάζοντας το τμήμα της επιστολής, το οποίον αναφέρεται στην νέα του «φίλη» την Diana, νομίζεις ότι περιγράφει την πιστή του σκυλίτσα με τέτοιο τρόπο ώστε, παραλλήλως, οι λέξεις τις οποίες χρησιμοποιεί θα μπορούσε να εκφράζουν τα αισθήματα και τους τρόπους μίας γυναίκας ερωτευμένης μαζί του και απολύτως αφοσιωμένης σε αυτόν, μίας νέας γυναίκας - όπως είναι η Fulvia.





Επίμετρο

Ο Giorgio Morpurgo, γιος του  Moise Morpurgo και της Fanny Ouziel, μοναχοπαίδι της σπουδαίας οικογενείας των Morpurgo της Θεσσαλονίκης,  αλληλογραφεί από τις αρχές του 1913 με την Fulvia Rimini, εβραία, κόρη καλής οικογενείας της Τεργέστης.
Ο Giorgio Morpurgo τελειώνει τις εγκύκλιες σπουδές του σε Ιταλικό σχολείο της Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία - έφηβος μόλις - αναχωρεί για την Ευρώπη.  Το ταξίδι θα κρατήσει πέντε χρόνια, από τα οποία τα τρία τελευταία θα τα ζήσει στο Λονδίνο. Εκεί ευρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της ασφαλιστικής North British & Mercantile Insurance, της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας ο πατέρας του είναι αντιπρόσωπος [πληρεξούσιος πράκτωρ] στην Θεσσαλονίκη. Στο Λονδίνο είναι επίσης  η έδρα των μεγάλων επιχειρήσεων των  Αλλατίνι, με τους οποίους η οικογένειά του έχει στενή συγγενική σχέση: ο πατέρας του Moise είναι  εγγονός και κληρονόμος της Rachel Allatini η οποία παντρεύτηκε τον προηγούμενο Moise Morpurgo, προπάππο του Giorgio. Στο μεγάλο αυτό ταξίδι του στην Ευρώπη, ο G. ενηλικιώνεται. Αυτά τα χρόνια ο Giorgio Morpurgo συμμετέχει στον τρόπο ζωής των αναπτυγμένων πόλεων, διαπιστώνει τα στοιχεία του πολιτισμού εκείνα,  τα οποία τον ελκύουν περισσότερο  ενώ, σε ορισμένα από αυτά, - όπως στη μουσική -   στα οποία αποδεικνύεται ότι διαθέτει και ο ίδιος εξαιρετικές δυνατότητες, φροντίζει να τις καλλιεργήσει με συστηματικό τρόπο, όπως, σχεδόν, ένας επαγγελματίας του είδους.
Ταυτοχρόνως, όμως, στο διάστημα αυτό  προετοιμάζεται μεθοδικά, προκειμένου μετά την επιστροφή του στην Θεσσαλονίκη, να αναλάβει την θέση του στις οικογενειακές επιχειρήσεις και να εργασθεί στο πλευρό του πατέρα του. Επιστρέφει στην γενέθλια πόλη,  μάλλον, στο τέλος του 1912. Εδώ, εντάσσεται εθελοντικά στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και θα συνδράμει στην φροντίδα των τραυματιών του Α’ Βαλκανικού πολέμου. Οι γονείς του, όμως, φοβούνται την μόνιμη επαφή του με τους τραυματίες και τους αρρώστους, ανησυχούν για την καθημερινή παρουσία  του σε ένα χώρο εκτεθειμένο σε μολυσματικές ασθένειες, ώστε, τον υποχρεώνουν να αναχωρήσει από την πόλη και να ταξιδεύσει ξανά στο εξωτερικό, στην Ευρώπη.  Εκεί, στην Τεργέστη, θα γνωρίσει την Fulvia. Όταν συναντιούνται, πρώτη φορά, και γνωρίζονται, στην Φιλαρμονική της Τεργέστης, τον Μάρτιο του 1913 ο Giorgio είναι 22  και η Fulvia  17 ετών.
Από την πρώτη περίοδο της αλληλογραφίας τους σώζονται 35 επιστολές του Giorgio προς την Fulvia από τις 10 Απριλίου 1913 έως τις 25 Φεβρουαρίου 1915 οι περισσότερες γραμμένες στην Θεσσαλονίκη και ταχυδρομημένες από εδώ προς την Τεργέστη. Οι επιστολές αναφέρονται  και περιγράφουν  δύο χώρους, οι οποίοι καλύπτουν, με διαφορετική κατά περίπτωση έκταση, το κείμενο της κάθε μίας από αυτές: τον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο. Στη πρώτη περίπτωση, οι περιγραφές στο σύνολο των επιστολών δείχνουν με σαφή τρόπο την ιδιαίτερη, ενίοτε και μοναχική, πορεία του G. καθώς βεβαίως και την κοινωνική ζωή του - ζωή ενός μέλους μίας από τις πλουσιότερες και σπουδαιότερες οικογένειες της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνος και ταυτοχρόνως των πρώτων ετών της ενσωματώσεως της πόλεως στο Ελληνικό κράτος. Στην δεύτερη περίπτωση, είναι  η οικογενειακή και κοινωνική του θέση αυτή η οποία του επιτρέπει ή τον υποχρεώνει να συμμετέχει στα δημόσια πράγματα της πόλεως και μάλιστα να κινείται στο υψηλότερο επίπεδο των επισήμων εκδηλώσεων. Η καλή  παιδεία, η προσωπική  καλλιέργεια και ο  πλούτος - αφομοιωμένος επί πολλές γενεές προγόνων    στον τρόπο ζωής της οικογενείας Morpurgo – συγκεντρώνονται, τώρα, σε ένα νέο άνδρα  με πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα. Ταυτοχρόνως, καθορίζουν και ένα άτομο  - έναν σκεπτόμενο πολίτη, ο οποίος ήδη γνωρίζει να  εκτιμά τα ουσιώδη και να αποστρέφεται ή να πλήττει με όσα εύκολα θα μπορούσε ο ίδιος να διαθέτει ή να πράττει.
Από τις διασωθείσες επιστολές προκύπτουν πληροφορίες και στοιχεία για την κοινωνική ζωή του πλουσιοτέρου τμήματος της πόλεως – ίσως και των ευποροτέρων οικογενειών της αστικής τάξεως. Ο Giorgio, όμως, δεν αποτελεί μία τυπική περίπτωση νέου άνδρα – εκπροσώπου της ομάδος των πολύ πλουσίων οικογενειών της πόλεως, δηλαδή των εβραίων, Ιταλών πολιτών της Θεσσαλονίκης. Το πάθος του για την φύση και το κυνήγι, τον οδηγούν έξω από την πόλη και τον φέρνουν σε επαφή με τον κόσμο της υπαίθρου, τον οποίο δεν γνωρίζει, αλλά γρήγορα αρχίζει να τον μαθαίνει – φαίνεται μάλιστα ότι αυτόν τον κόσμο τον αποδέχεται, σχετικώς, καλύτερα από τους  πλουσίους  αστούς των σαλονιών της Θεσσαλονίκης.     
Ο Giorgio το 1912 γνωρίζει ιταλικά – η μητρική του γλώσσα – αγγλικά και γαλλικά, ίσως γνωρίζει και την τουρκική γλώσσα. Αυτή την περίοδο δεν ομιλεί ελληνικά και δεν έχει ακόμα αισθανθεί την ανάγκη να τα μάθει – αυτό θα γίνει λίγο αργότερα και τότε θα εξηγήσει στην Fulvia  και τους λόγους για τους οποίους  πρέπει να μάθει και την ελληνική γλώσσα. Επομένως στις επιστολές του πρέπει να βασίζεται κανείς κυρίως σε αυτά τα οποία ο Giorgio βλέπει και παρατηρεί ο ίδιος και, φυσικά, στις αντίστοιχες εκτιμήσεις  ή κρίσεις του.  Όσα καταγράφει ως λόγους ή λόγια άλλων, προέρχονται, μάλλον, από τις συζητήσεις με τον πατέρα του ή με γνωστά του πρόσωπα, τα οποία  γνώριζαν τα ελληνικά και συμμετείχαν στα τεκταινόμενα της πόλεως. Επειδή πάντως και στην δεύτερη αυτή περίπτωση, όσα προέρχονται από τις αφηγήσεις τρίτων προσώπων και ο Giorgio τα  σημειώνει στην Fulvia όλα καταγράφονται αμέσως μετά τα γεγονότα, είναι φυσικό να μένουν πιστά σε αυτά και να τα αποδίδουν με ακριβή τρόπο.
Μένει να διευκρινισθεί η οπτική γωνία, υπό την οποία βλέπει και ερμηνεύει τα γεγονότα ο συντάκτης των επιστολών.  Ο Giorgio Morpurgo γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και τώρα [1913] ζει σε αυτήν, σε μία πόλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας προσφάτως ενσωματωθείσα στο Ελληνικό κράτος, αλλά ο ίδιος ήταν, όπως και όλα τα μέλη της αρχαίας οικογενείας του, Ιταλός πολίτης – ένας αφοσιωμένος πολίτης στην Ιταλική πατρίδα και πολύ υπερήφανος για την ιδιότητά του αυτή. Στις επιστολές του  προς την F.  της διευκρινίζει ότι θεωρεί τον εαυτό του έναν ουδέτερο παρατηρητή, όσων σημαντικών συμβαίνουν ή αναφέρονται στη τύχη της Θεσσαλονίκης. Τούρκοι [Μωαμεθανοί], Βούλγαροι και Έλληνες εκράτησαν ή διεκδικούν αυτή ακριβώς την περίοδο την πόλη. Ο ίδιος, παρότι στις επιστολές του αναφέρεται στους πολέμους και στην ταραγμένη περίοδο του 1913 δεν έχει και δεν θα εκφράσει ποτέ στην Fulvia καμία προτίμηση για την θέση της Θεσσαλονίκης - στη νέα κατάσταση – στο χάρτη των βαλκανικών χωρών με τα νέα σύνορα, όπως σχηματίζονται μετά τους δύο πολέμους. Το γράφει και το εννοεί: σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και παραμένει ένας ουδέτερος παρατηρητής. Επιπλέον αυτή την περίοδο, παρότι αλληλογραφούν δύο νέοι εβραίοι, στις επιστολές δεν υπάρχει καμία αναφορά σε οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως εβραϊκό: στις επιστολές του απουσιάζει οποιαδήποτε πληροφορία για την μεγάλη και λαμπρή Κοινότητα, αλλά λείπει ακόμα και η περιγραφή κάποιας οικογενειακής θρησκευτικής εορτής ή τελετής, στην οποία να συμμετέχει ως εβραίος  και ο Giorgio. Φαίνεται ότι και οι δύο αλληλογράφοι ανήκουν στους ευαρίθμους εκείνους νέους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να αισθάνονται και να ζουν με έναν «δυτικό» τρόπο ζωής. Σε αυτή την περίπτωση, στην ζωή του ατόμου,  επικρατούν τα στοιχεία του πολίτη των αναπτυγμένων κρατών της Δύσεως, ενώ τα στοιχεία της πίστεως περιορίζονται στα απαραίτητα μόνον και στα δηλωτικά της θρησκείας, στην οποία ο καθένας ανήκει.
Από το πρώτο διάστημα της μονίμου παραμονής του στην πόλη, προέρχεται η πρώτη επιστολή. Σε αυτήν περιγράφει στην Fulvia δύο εξαιρετικά γεγονότα, τα οποία εκτιμά ότι την ενδιαφέρουν ή ότι θα πρέπει να την ενδιαφέρουν: Την τελετή της πρώτης επετείου από την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο Ελληνικό κράτος και την εορτή  της Ιταλικής παροικίας στην Θεσσαλονίκη, των γενεθλίων του Ιταλού βασιλέως. Ο G. παρευρίσκεται στον ναό του αγίου Δημητρίου και θα παρακολουθήσει την λαμπρή θρησκευτική τελετή η οποία τελείται προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου και συλλειτουργούντων των Μητροπολιτών Μελενίκου και Στρωμνίτσης καθώς και των επισκόπων Κίτρους, Καμπανίας, Πολυανής, Αρδαμερίου, Ιερισσού και Αγίου Όρους. Ο G. γνωρίζει και σημειώνει ότι ο ναός είχε μετατραπεί «σε τζαμί κατά την τουρκική κυριαρχία,[ενώ] τώρα αφιερώθηκε και πάλι ως ορθόδοξη εκκλησία». Είναι η πρώτη χριστιανική τελετή - λειτουργία και μετά δοξολογία – στον Άγιο Δημήτριο, ένα χρόνο μετά την είσοδο του Ελληνικού στρατού στην πόλη. Το απόγευμα, ο Giorgio,  θα συνοδεύσει την μητέρα του στην Δεξίωση προς τιμήν του Διαδόχου στον κήπο του Λευκού Πύργου και εν συνεχεία θα δειπνήσει μαζί της έξω απολαμβάνοντας, όπως γράφει, την φωταγώγηση της παραλίας, την εσπερινή λαμπαδηφορία και τα πυροτεχνήματα, με τα οποία κλείνει το εορταστικό πρόγραμμα της πρώτης επετείου.
 Η δεύτερη επιστολή, όπως σημειώνει ο ίδιος, «είναι ένα βασιλικό χρονικό». Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος συνοδευόμενος από τρεις πρίγκηπες έρχεται στην πόλη προκειμένου να παραστεί στις εορτές της δευτέρας επετείου από την είσοδο του Ελληνικού στρατού στην Θεσσαλονίκη. Το απόγευμα μίας από τις ημέρες της παραμονής του στην πόλη,  ο Κωνσταντίνος ήταν ο επίσημος  προσκεκλημένος στο τσάι, το οποίον έδωσε στην βίλα της η οικογένεια Χατζηλαζάρου. Οι οικογένειες των Morpurgo και Χατζηλαζάρου συνδέονται με στενή φιλία και, επομένως, οι Morpurgo είναι καλεσμένοι στην απογευματινή εκδήλωση. Ο προσεκτικός G. παρατηρεί τον βασιλέα και περιγράφει στην Fulvia τις εντυπώσεις του από τον άνδρα: «Ήλθε με μικρή στολή ναυάρχου και ήταν συμπαθέστατος . Μίλησε με διάφορες κυρίες. ήπιε τσάι, έπαιξε μία παρτίδα μπριτζ… Το βράδυ δόθηκε ένας μεγάλος χορός στη Νομαρχία… Ο Βασιλεύς χόρεψε δύο καντρίλιες με πολύ μπρίο. Μου έδωσε την εντύπωση ενός άνδρα συμπαθεστάτου, απλού, ενός αληθινού στρατιώτη.». Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον η περιγραφή, καθώς προέρχεται από ένα νέον άνδρα, ο οποίος χωρίς να εντυπωσιάζεται από τον τίτλο μπορεί, λόγω της ιδικής του καταγωγής, να βλέπει ισοτίμως τον βασιλέα και συνάμα ο ίδιος διαθέτει καλή γνώση όλων όσων  παρατηρεί στον άνακτα, από τα ρούχα  μέχρι τα βήματα των χορών.
Όμως, στη δεύτερη επιστολή αναφέρεται από τον Giorgio ένα ξεχωριστό πρόσωπο, μία μικρή – δεν είχε κλείσει ακόμα το πρώτο έτος της ζωής της -  η οποία έμελλε να διακριθεί  με έναν αντισυμβατικό τρόπο και ως γυναίκα και ως ποιήτρια. Όπως περιγράφει ο Giorgio από το τσάι των Χατζηλαζάρου, ο βασιλεύς «είδε την μικρή Χατζηλαζάρου, την οποία είχε βαπτίσει την προηγούμενη χρονιά και ήταν τρυφερός βλέποντας την αθώα αφέλεια με την οποία η μικρή, που δεν έκλεισε ακόμη χρόνο, του κουνούσε μπροστά στο πρόσωπο μία ασημένια κουδουνίστρα. και ο φτωχός Βασιλεύς έπρεπε να δείχνει πολύ ενδιαφέρον για την κουδουνίστρα του μωρού.». Σε αυτήν την μικρή, ο Βασιλεύς – νουνός έδωσε τα ονόματα Μαρία και Λουκία και ο μύθος λέει ότι ή ίδια συλλαβίζοντας το βαπτιστικό της Μαρία, το έκαμε Μάτση. Τα  άλλα θα είναι ιστορία και με την Μάτση Χατζηλαζάρου θα είναι και ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας. Μπορώ όμως να επιστρέψω στην εικόνα της επιστολής και να κρατήσω ότι πρωτίστως με ενδιαφέρει: Ένας νεαρός, γόνος μίας μυθικής οικογένειας - των Morpurgo της Θεσσαλονίκης - παρακολουθεί και καταγράφει τις κινήσεις ενός μωρού, κόρης μίας από τις καλύτερες και πλουσιότερες,  τότε, οικογένειες - των Χατζηλαζάρου της Θεσσαλονίκης - η οποία κόρη έμελλε να γίνει πολύτιμη ποιήτρια και τολμηρή γυναίκα στην εποχή της, μία εξαιρετική παρουσία η οποία, δικαίως, θεωρείται ότι κινήθηκε στην περιοχή του μύθου, της τέχνης της και του φύλου της.     

Είχα προγραμματίσει να δημοσιευτεί στις 26 Οκτωβρίου μία ολόκληρη επιστολή και αποσπάσματα από τις άλλες, όσες καλύπτουν το πρώτο μέρος της αλληλογραφίας του Giorgio προς την Fulvia. Θα δημοσιεύονταν εκατόν ένα χρόνια μετά από την αποστολή της πρώτης – τον Νοέμβριο του 1913. Αυτός ήταν ένας καλός λόγος για να δημοσιευτούν αυτή την ημέρα, η επιστολή της πρώτης επετείου και τα αποσπάσματα των υπολοίπων. Ένας άλλος λόγος – προσωπικός αυτός - ήταν, ότι αποφασίσαμε με την δημοσίευση να ευχηθούμε χρόνια πολλά στον γιο μου, τον Νέστορα, ο οποίος εορτάζει στις 27 Οκτωβρίου.
Όμως, ερευνώντας, διαπιστώσαμε με ικανοποίηση, ότι υπάρχει δίπλα μας ακόμα μία γενιά Morpurgo – νέα γενιά, στη μεγάλη σειρά των Morpurgo της Θεσσαλονίκης. Υπάρχουν και φέρουν τα γνωστά ονόματα της τελευταίας περιόδου της Θεσσαλονίκης, στα οποία προστίθενται και νεότερα, ως αποτέλεσμα των μετακινήσεων και των νέων συνθηκών, οι οποίες προέκυψαν  στην ιστορία της οικογένειας. Ανάμεσα στα σημερινά πρόσωπα και ονόματα υπάρχει και το αρχαίο γυναικείο όνομα Άννα – το κύριο όνομα το οποίο είχε και η Morpurgo του 18ου αιώνος,  η σύζυγος του Lazarro Allatini.   
Ανταλλάξαμε μηνύματα και είχα αρχίσει να ελπίζω ότι δίπλα και μαζί με το όνομα του Νέστορος στην αφιέρωση, θα έγγραφα και το όνομα της I. – FMorpurgo.
Η επικοινωνία αυτή, εκτός των άλλων,  είχε ως αποτέλεσμα να αποφασίσουμε, ότι είναι απαραίτητο να αντιγραφούν οι επιστολές - ή τα αποσπάσματα - προκειμένου να δημοσιευτούν και στην γλώσσα τους, στα ιταλικά.  Τότε, θα μείνουν δημοσιευμένες  στην γλώσσα, στην οποία τις έγραψε ο GMorpurgo και θα έχουν ακριβώς το ιδικό του προσωπικό ύφος γραφής. Επιπλέον με αυτόν τον τρόπο θα τις διαβάσουν στη γλώσσα τους – όπως έχουν κάθε δικαίωμα - τα εγγόνια του αποστολέως και της παραληπτρίας, οι σημερινοί Morpurgo. Αυτό όμως σημαίνει ότι χρειάζεται επιπλέον εργασία και, φυσικά, περισσότερος χρόνος.
Τώρα, προδημοσιεύονται οι δύο επετειακές επιστολές – επομένως, τηρείται η χρονική αντιστοιχία της δημοσιεύσεως των επιστολών προς τα γεγονότα τα οποία περιγράφονται σε αυτές και με την δημοσίευση αυτών, ευχόμαστε χρόνια πολλά στον Νέστορα, στo αρχείο του οποίου άλλωστε ανήκουν όλες οι επιστολές, τα στρατιωτικά δελτάρια και οι φωτογραφίες του ελαχίστου αυτού μέρους, από το αρχείον του GMorpurgo,  Οταν δημοσιευτoύν στο διαδίκτυο οι επιστολές του Giorgio προς την Fulvia των ετών 1913, 1914 και 1915 - το πρώτο μέρος του συνόλου των επιστολών - ελπίζω να υπάρξει και το όνομα της I.-FM. στην αφιέρωση. Και στη συνέχεια θα ήθελα να προστεθούν και τα ονόματα των άλλων Morpurgo μέχρι το όνομα της Άννας: το όνομα, το οποίον με τις κόρες της οικογενείας πηγαίνει αιώνες πίσω: από Άννα σε Άννα φτάνει μέχρι την πρώτη Άννα, μία από τις πρώτες, τις βαθύτερες  ρίζες όλων των Morpurgo της Θεσσαλονίκης: φτάνει πίσω στον 15ο, μπορεί και στον 14ο αιώνα εκεί στη Romans πόλη της Gradisca και προηγουμένως [πριν τους διώξουν] στο Maribor [Marburg], την παλαιότερη γνωστή εστία τους, εκείνη η οποία έδωσε στην οικογένεια και το όνομά της.


Εικόνα 2. Η πρώτη σελίδα της επιστολής, την οποία έστειλε ο Giorgio στην Fulvia, 12 Νοεμβρίου 1913.

  



Εικόνα 3. Η έκτη σελίδα της  επιστολής, την οποία έστειλε ο Giorgio στην Fulvia, στις 12 Νοεμβρίου 1914.




......................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................
...................................................................................................................................................................

Avevo progettato la pubblicazione della prima lettera, per intero, e di alcuni brani tratti dalle altre, riguardanti la prima parte del carteggio di Giorgio a Fulvia, per il giorno 26 ottobre (anno corrente). La prima lettera fu spedita nel Novembre 1913, centouno anni fa, un buon motivo per renderle note oggi, insieme con gli estratti provenienti dalle altre che restano.  Un altro motivo, d’aspetto più personale, fu che con questa pubblicazione, inoltre, vorremo esprimere i nostri auguri a nostro figlio Nestore, che festeggia il suo onomastico il 27 di ottobre.
Tuttavia, durante la ricerca, con grande soddisfazione, ho scoperto che i discendenti della grande famiglia dei Morpurgo di Salonicco sono arrivati fino ai giorni nostri e portano gli stessi nomi risalenti all'ultimo periodo, ai quali si sono aggiunti nomi più recenti, derivanti dai vari trasferimenti e dalle condizioni nuove pervenuti nel corso della loro storia. Ritroviamo, infatti, l'antico nome femminile Anna, nome rilevante, appartenuto alla moglie di Lazzaro Allatini, vissuta nel XVIII sec.
Iniziando uno scambio di messaggi con I.F. Morpurgo, cominciavo a sperare di poter aggiungere, alla dedica, anche il suo nome accanto quello di Nestore, (ma sfortunatamente persi i suoi contatti).
In questo nostro scambio di messaggi, decidemmo fosse meglio non solo tradurre le lettere oppure i brani per poterle pubblicare, ma di trascriverle nella loro lingua originale, l'italiano, affinché i discendenti del mittente e della destinataria possano leggerle senza difficoltà (com’è il loro diritto). Cosa importante di più: loro avrebbero mantenuto la dizione personale di Giorgio. Questo implicherà un successivo studio e lavoro, quindi sarà necessario più tempo.
Per ora vengono tradotte in greco, innanzi tutto, le due lettere commemorative, mantenendo così la correlazione cronologica tra la loro pubblicazione e gli eventi in esse descritti.
A Nestore, quale attuale proprietario di tutto l'archivio contenente l'epistolario, le cartoline risalenti al servizio militare e le fotografie appartenute a questa parte minima dalla raccolta di Giorgio Morpurgo, auguriamo nuovamente buon onomastico!
Spero che, quando verranno edite in rete, le epistole degli anni 1913, 1914 e 1915 di Giorgio a Fulvia, cioè la prima parte del carteggio, possa essere inserito nella dedica, anche il nome di I.F. Morpurgo e che magari possano essere aggiunti anche i nomi di tutti gli altri Morpurgo, fino a risalire al nome di Anna. Un nome tramandato alle figlie, che ci riporta indietro nei secoli passati fino a raggiungere la prima Anna, antenata dei Morpurgo di Salonicco, vissuta nel XV-XIV sec (i.e.  alle radici più lontane della famiglia intera), nell’ambito di Romans città di Gradisca (in odierna provincia di Gorizia) e, prima ancora di essere espulsi insieme a tutti gli ebrei, nella città di Maribor (Marburgo), culla più antica conosciuta di questa famiglia, dalla quale prese il nome.



12 Novembre 1913

Dear friend,
       Ho ritardato un po’ a rispondere per poter descrivere con questa mia due feste che sono venute  ad interrompere il corso regolare della nostra vita. Ma prima di passare a questa descrizione  voglio di nuovo ringraziarla per aver rammentato la data del mio compleanno e per i gentili auguri musicali che mi inviò.
Sabato scorso 8 novembre compiva un anno che Salonicco aveva accolto fra le sue mura secolari il vincitore Re Constantino, allora Diadoco di Grecia. Dopo sei secoli di schiavitù sotto la mezzaluna l’antica città salutava di nuovo la croce.
Era il giorno di S. Demetrio, il vecchio Santo Bizantino aveva condotto l’armatta vittoriosa in pace maree sotto Salonicco ed aveva fatto aprire le sue porte nel giorno stesso consacrato a lui. Quest’ anno dunque la popolazione volle festeggiare degnamente il fausto giorno. Una commissione fu creata, della quale fece parte anche mio Padre, per decidere il programma. Prima si sperò che il Re stesso sarebbe venuto, ma egli non potè e delegò il Diadoco.
Sabato dunque, mentre mio Padre con la commissione attendeva il Principe allo scalo per salutarlo a nome della popolazione di Salonicco, io mi recai direttamente accompagnando due signore, all’ antica basilica di San Dimitrio che ridotta a moschea  durante il Regno Turco  è stata ora riconsacrata come chiesa ortodossa. Un piccolo dettaglio che la divertirà: l’ abito era di rigore per gli uomini, e mi sembrava estramamente buffo d’indossare questo vestito prettamente noturno alle 9 della mattina ed in pieno sole. Paese che vai usanze che trovi! Arrivato nella basilica ottieni un eccellente posto di rimpetto all’altare. La vecchia chiesa è piena zeppa, nel davanti signore eleganti, uomini in abito, uniformi decorazioni dietro tutte le gradazioni sociali della popolazione. Il clero in abiti ricchissimi sta già cantando la messa. Ecco il cannone che tuona, il Diadoco è sbarcato, dieci minuti, squillano le trombe, egli entra seguito dalla Commissione, dai suoi Aiutanti, sale  sopra un rialzo coperto di porpora, è giovane quasi un ragazzo, pure la folla saluta con degli evviva frenetici il rappresentante della casa regnante, il figlio del Re liberatore.
Il Clero intona il Te Deum. Poscia,  Ghennadios Vescovo di Salonicco, con calde e vibranti parole rammenta al giovane principe le date di 1430-1821-1912, e chiede la benedizione dell’Omnipotente per i vari membri della casa reale. Il popolo applaude e la vecchia basilica rimbomba  ai zito (evviva) clamorosi. Il principe bacia la mano al Vescovo ed esce, il corteo delle vetture si riforma seguendolo sino al molo.
Nel dopopranzo avendo indossato un vestito meno pomposo andai con mia madre al ricevimento offerto da Salonicco al Diadoco.
Venne molta gente, e mi diverti a stare nella porta ai locali ad osservare la sfilata degli invitati, il torrente multicolore affluiva continuamente verso di me, ora spiccava una toilette più elegante all’ultima moda di Parigi, ora una tuba che deve aver conosciuto l’alba del secolo decimo nono. La grande sala è già quasi gremita, i palchi sono pieni di eleganze Salonicchiotte. Il principe arriva ed è ricevuto sempre dalla solita commissione, la musica suona, si brinda, la gente ciacola, e poi siccome tutto finisce in questo mondo, se ne va. Io ceno con mia madre al club da dove ci godiamo l’illuminazione della passeggiata lungo il mare, ed una grande fiaccolata, alle 10 mio Padre ritorna dal banchetto offerto alla Prefettura, ancora alcuni fuochi d’ artifizio e si torna a casa, ben stanchi di una giornata così piena.
Ieri la colonia Italiana dava un banchetto  per festeggiare il compleanno del nostro Re. Tutta compatta insistette che mio Padre ci assistesse, ma egli rifiutò per non sedersi alla stessa tavola di quella bassa persona che purtroppo ha qui sempre la stessa carica. La Colonia allora volle che ci andassi almeno io ed anzi, che con alcuni altri giovanotti mi occupassi dell’organizzazione. A questa domanda mio Padre acconsenti  per dimostrare alla Colonia che non abbiamo nulla contro di lei.
Da una settimana dunque ho girato in commissione con altri due per  piazzare biglietti. Tenevamo le nostre sedute all’ ufficio postale discutendo dei vari provvedimenti da prendersi. Ieri ho lavorato nella sala, dando un colpo di mano all’addobbo. Tutto era pronto, alle 8 gl’invitati principiarono ad arrivare. Il banchetto fu molto gaio, molti brindisi, bei discorsi, ma per me purtroppo mancava chi fra tanti Italiani, e lo posso dire fieramente, aveva il diritto al più alto posto, e che la calunnia di un anima vile ed invidiosa allontanava da questa riunione patriottica. Speriamo che la giustizia trionfera! Mi era un certo conforto il sentire che io ero fra un cerchio di amici, mentre lui, quell’dannato non è né amato né stimato da alcuno.
Queste sono le due feste di cui le ho parlato, spero che questa descrizione non l’abbia annoiata troppo ma che vuole, la cronaca di Salonicco è così povera che ci vorrebbe la penna di un D’Annunzio per darli un po’ di interesse.
Da qualche settimane abbiamo fra di noi una Compagnia Greca di operette. Non sono troppo malvagi e ci sono stato due volte, ho sentito “La principessa dei dollari”, “Sogno di Valzer”; la messa in scena non é brillante ed i cantanti lasciano da desiderare, ma l’orchestra non è cattiva, così ci sono andato tanto per godermi la musica sempre fresca di queste operette, ed anche perchè mi rammenta i bei tempi di Londra ove le ho sentite tutte.
Indubbiamente il mio più grande divertimento resta la caccia, allora si che mi godo quelle ore passatte all’ aria, al sole, nei campi, nei boschi, fra roccie e torrenti. Da quanto le ho scritto, ci sono stato tre volte, la prima con resultato piuttosto misero, le altre due molto migliori avendo ucciso una volta sette pernici ed una lepre e l’atra undici pernici. Da quest’ ultima ho fatto un colpo fortunato uccidendone tre con una cartuccia. Prevedo che lei sapendo che le storie di cacciatori devono essere sottoposte a cauzione, arrivata a questo punto sorriderà dicendo che l’amico Morpurgo inventa, e pure le posso dire la mia parola d’onore che le ho raccontato la verità. Le descriverò più a lungo alcune partite di caccia, con altra mia, intanto le accludo una fotografιa che un mio amico ha preso di me durante l’ultima spedizione. É stata presa il primo novembre, osserverà dal mio vestito che qui fa ancora caldo e che sino al calar del sole ho cacciato in maniche di camicia. Non ci possiamo da vero lamentare, il tempo è splendido. Ho sviluppato l’ultimo film di Milano e Trieste sono buone, non ho però ancora avuto il tempo di stamparle, le manderò al più presto.
Μi sono messo oggi a leggere “L’Ombra del Passato” fra poco avrò finito i suoi libri e glieli rimanderò, mi scusi se li tengo tanto tempo.
E per oggi credo che basti ciacolare, aspettando fra poco sue buone notizie, le stringo fortemente la mano.

Giorgio Morpurgo








13 Novembre 914
My dear Friend,

non ha bisogno di  scusarsi per la sincera critica e i miei ingrandimenti, poichè sa benissimo che apprezzo moltissimo la sincerità ed era naturale che essi non meritassero alcuma lode, gli ho mandati per curiosità. Le fotografie prese col piccolo apparecchio di Guido sono davvero meravigliose e le manderò  alcune altre fra poco. Mi raccomando questo film che ha in macchina e continui a dire impavida la verità, le dirò sempre brava.

Tanto meglio per loro se avranno un pò di musica, se la goda e pensi qualche volta che io sono ridotto a non sentire altra musica che quella che si sprigiona purtroppo quasi continualmente da un negozio di fonografi situato sotto al mio ufficio. Se sapesse che delizia! Dunque lei s' occupa ora di culinaria? E fa bene, e vero che non è tutto quello che vi è di più poetico ma non importa può essere molto utile. Che vuole, non sono un ammiratore della superdonna che non se ne intende che di metafisica e di zone interastrali, e del resto la conosco abbastanza bene per non aver da temere che un pò di culinaria soffochi in lei aspirazioni più alte, faccia dunque la concorrenza a Vatel ed intanto io mi lecco già le labbra colla speranza di poter un giorno o l' altro assagiare qualche piatto preparato dalle sue mani ...esperte.


Dunque Trieste “ciacola” e decreta che lei è fidanzata? e lui è in guerra,  speriamo che le palle nemiche siano clementi e non lo risparmino. Anche Guido è stato preso di mira ultimamente è tutta la città era piena del suo fidanzamento con una vaga donzella di cui si faceva anche il nome; povero diavolo era ben seccato!

Questa volta la mia cronaca è una cronaca Reale, è qui le vò narrare dei ricevimenti fatti della nostra città a S. M. Costantino di Grecia. Domenica scorso sicorrera l’ anniversario della presa di Salonicco ed il Re con tre principi era venuto per festeggiare questa solennità. La mattina si fù un Te Deum in S. Dimitri, ma io non ci andai, preferì andare a cavallo a vedere passare il corteo Reale ed alle 12 assistetti alla rivista della nostra guarnigione.

Nel dopopranzo il Re onorò della sua presenza un tè dato in casa Hadji-Lazzaro, nostri buonissimi amici, ove noi eravamo stati invitati. Venne in piccola uniforme d' ammiraglio e fu simpaticissimo, parlò con varie signore, prese il  tè, giuocò una partita di bridge, vide la bambina  Hadji-Lazzaro che aveva tenuto a battesimo l’ anno scorso, e fu grazioso vedere l’ innocente incoscienza con la quale la bambina che non ha ancora un anno, gli scuoteva davanti al viso un campanello d’ argento, ed il povero Re si dovette mostrare molto interessato nel campanello della figlioccia. Insomma fu una riunione cordiale e simpaticissima.

La sera vi fu un gran ballo alla Prefettura, dissotterrai ad hoc il mio abito e cercai di fare onore alla famiglia Reale, ma   non ci riesci, benchè si fosse molta gente, molte belle toilette, il brio del pubblico non mi si communicò, ballai poco e quasi quasi mi annoiai. Ma insomma il colpo d’ occhio era interessante. Il Re ballò due quadriglie con molto brio. Mi ha fatto l’ effetτo di un uomo simpaticissimo, semplice, un vero soldato.

Ed ora Re e famiglia Reale sono partiti, le belle uniformi ed…il mio abito serbati con la naftalina, le bandiere, le oriflamme ripiegate, le trombe non squillano che per i ranci e le sveglie, e ci siamo  rituffati nella solita vita grigia come il celo di oggi che manda quì l’ acqua a catinelle e mi fa pensare che domani sarà giornata di noia essendo Sabato, e dovrò rinunziare ad una buona cacciata. Tempo infame, mi lasci alcuno I miei pochi passatempi.

Ho finalmente trovato l’ anima fedele, qualch’ uno che mi ama e mi apprezza, è “Diana” la mia brava “Diana” che mi  è affezionata in un modo straordinario, bisogna vederla ritta sulle zampe posteriori passare il muso fra le sbarre del cancello per leccarmi la mano un ultima volta quando vado in ufficio, e poi quando mi allontano piange, mugola e si dispera. E quando torno a casa,  è la vera pazza gioia, salti per aria, corse sfrenate e mille segni d’ allegrezza. Brava bestiola anche io le voglio bene e siamo un paio di grandi amici.

Ho assistito a due conferenze, una sulla Francia l’ altra sul Salonicco dale sue origine ai giorni nostri.   Abbastanza  interessati mi hanno fatto passare due ore assai piacevoli.

Non le parlo della Guerra è un argomento troppo triste quando si pensa a tutte le sofferenze che essa causa.

Mi stia bene, e riceva una cordiale stretta di mano da
Giorgio M.